Παρασκευή 26 Ιουλίου 2019

Περί Πίστεως του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά

ΟΜΙΛΙΑ ΠΕΡΙ ΠΙΣΤΕΩΣ

ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΠΑΛΑΜΑ



Πιστεύομε στὸ Θεό, καὶ πιστεύομε τὸν Θεό· ἄλλο τὸ ἕνα καὶ ἄλλο τὸ ἄλλο. Πραγματικὰ πιστεύω τὸν Θεὸ σημαίνει ὅτι θεωρῶ βέβαιες κι’ ἀληθινὲς τὶς ἐπαγγελίες ποὺ μᾶς ἔδωσε· πιστεύω δὲ στὸν Θεὸ σημαίνει ὅτι φρονῶ περὶ αὐτοῦ ὀρθῶς.

Πρέπει δὲ νὰ τὰ ἔχωμε καὶ τὰ δύο, νὰ εἴμαστε ἀληθινοὶ καὶ στὰ δύο καὶ νὰ συμπεριφερώμαστε ἔτσι, ὥστε καὶ νὰ πιστευώμαστε ἀπὸ ἐκείνους ποὺ βλέπουν σωστὰ καὶ πιστοὶ νὰ εἴμαστε ἐνώπιόν του Θεοῦ πρὸς τὸν ὁποῖο ἀπευθύνεται ἡ πίστις, καὶ ὡς πιστοὶ ἀκριβῶς νὰ δικαιούμαστε ἀπὸ αὐτὸν «διότι»,λέγει, «ἐπίστευσε ὁ Ἀβραὰμ καὶ τοῦτο ὑπολογίσθηκε γιὰ τὴν δικαίωσή του».

Πῶς λοιπὸν πιστεύσας ἐδικαιώθηκε ὁ Ἀβραάμ; Ἔλαβε ἀπὸ τὸν Θεὸ ὑπόσχεσι γιὰ τὸ σπέρμα του, ποὺ ἦταν ὁ Ἰσαάκ, ὅτι θὰ εὐλογηθοῦν ὅλες oι φυλὲς τοῦ Ἰσραήλ. Ἔπειτα διατάσσεται ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ θυσιάση, παιδὶ ἀκόμη, τὸν Ἰσαὰκ ποὺ ἦταν ὁ μόνος διὰ τοῦ ὁποίου ἐπρόκειτο νὰ ἐκπληρωθῆ ἡ ὑπόσχεσις. Καὶ χωρὶς ν’ ἀντείπη τίποτε ὁ πατέρας, ἔσπευσε νὰ γίνη αὐτόχειρ τοῦ παιδιοῦ του, ἐνῶ ἐθεωροῦσε αὐτὴν τὴν δὶ’ αὐτοῦ ὑπόσχεσι βέβαιη καὶ ἔγκυρη.

Βλέπετε ποιὰ εἶναι ἡ πίστις ποῦ δικαιώνει; Ἀλλὰ ἐπαγγέλθηκε καὶ σὲ μᾶς ὁ Χριστὸς κληρονομιὰ ζωῆς ἀΐδιας καὶ τρυφῆς καὶ δόξης καὶ βασιλείας, ἐνῶ ἔπειτα παρήγγειλε νὰ πτωχεύωμε, νὰ νηστεύωμε, νὰ ζοῦμε μὲ εὐτέλεια καὶ θλίψι, νὰ εἴμαστε ἕτοιμοι γιὰ θάνατο, νὰ σταυρώνωμε τοὺς ἑαυτοὺς μᾶς μαζὶ μὲ τὰ πάθη καὶ τὶς ἐπιθυμίες. Ἐὰν λοιπὸν σπεύδωμε πρὸς αὐτὰ καὶ πιστεύομε ἐκείνη τὴν ἐπαγγελία τοῦ Χριστοῦ, πραγματικὰ ἐπιστεύσαμε τὸν Θεὸ κατὰ τὸ παράδειγμα τοῦ Ἀβραάμ, καὶ τοῦτο θὰ ὑπολογισθῆ γιὰ τὴν δικαίωσί μας.

Και παρατηρήσατε τὴν ἀκολουθία τῶν προτάσεων. Τὸ ὅτι δηλαδὴ ἐδέχθηκε νὰ προσφέρη γιὰ σφαγὴ τὸν Ἰσαὰκ δὲν ἔγινε μόνο ἰσχυρὰ μαρτυρία καὶ ἀπόδειξις τῆς πίστεως τοῦ Ἀβραάμ, ἀλλὰ ὑπῆρξε καὶ αἴτιό του ὅτι ὁ Χριστὸς ἐγεννήθηκε ἀπὸ τὸ σπέρμα του, διὰ τοῦ ὁποίου εὐλογήθηκαν ὅλες οἱ φυλὲς τῆς γῆς κι ἐκπληρώθηκε ἡ ἐπαγγελία. Διότι κατὰ κάποιον τρόπο ὁ Θεὸς ἔγινε ὀφειλέτης σ’ αὐτὸν ποὺ ἔδωσε γιὰ τὸν Θεὸ τὸν μονογενῆ καὶ γνήσιο υἱό του· ὀφειλέτης ν’ ἀντιδώση γι’ αὐτὸν καὶ τὴν πρὸς αὐτὸν ἐπαγγελία τὸν δικό του μονογενῆ καὶ γνήσιο υἱό.

Ἔτσι καὶ σὲ μᾶς· ἡ χάρη τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ σωφροσύνη καὶ δικαιοσύνη καὶ ταπείνωσις, ἡ ὑπομονὴ τῶν κάθε εἴδους κακώσεων καὶ μετάδοσις τῶν ἀγαθῶν, καθὼς καὶ ἡ κακοπάθεια τοῦ σώματος μὲ νηστεῖες καὶ ἀγρυπνίες καὶ γενικῶς τὸ νὰ σταυρώνωμε τοὺς ἑαυτοὺς μᾶς μαζὶ μὲ τὰ παθήματα καὶ τὶς ἐπιθυμίες, ὄχι μόνο εἶναι ἀπόδειξις ὅτι πιστεύομε ἀληθινὰ στὶς ἐπαγγελίες τοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ καὶ καθιστᾶ κατὰ κάποιον τρόπο τὸν Θεὸν ὀφειλέτη νὰ ἀντιπροσφέρη σὲ μᾶς τὴν ἀΐδια καὶ ἄφθαρτη ζωὴ καὶ τρυφή, τὴν δόξα καὶ βασιλεία.

Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ ἴδιος, ἀπευθυνόμενος πρὸς τοὺς μαθητᾶς του, ἔλεγε· μακάριοι εἶναι οἱ πτωχοὶ διότι δική σας εἶναι ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν· μακάριοι οἱ πενθοῦντες, μακάριοι οἱ ἐλεήμονες, μακάριοι οἱ διωκόμενοι γιὰ τὴν δικαιοσύνη»· καί, ἀλλοίμονο στοὺς πλουσίους, ἀλλοίμονο στοὺς γελώντας, ἀλλοίμονο στοὺς χορτασμένους, ἀλλοίμονό σας ὅταν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι σᾶς κολακεύουν. Αὐτὸς λοιπὸν ποῦ ἀποβλέπει ὄχι πρὸς τὰ μακαριζόμενα ἀπὸ τὸν Κύριο, ἀλλὰ πρὸς τὰ ταλανιζόμενα, εἰπέ μου, πῶς θὰ πιστευθῆ ὅτι ἐμπιστεύεται τὸν Θεό; «Δεῖξε μου», λέγει, «τὴν πίστι σου ἀπὸ τὰ ἔργα σου», καὶ «ὅποιος εἶναι σοφός, ἃς δείξη τὰ ἔργα του ἀπὸ τὴν καλὴ συμπεριφορά».

Ότι λοιπὸν πιστεύομε ἀληθινὰ τὸν Θεό, δηλαδὴ ἀναγνωρίζομε ἀληθινὲς καὶ βέβαιες τὶς ἐπαγγελίες ἢ ἀπειλές του πρὸς ἐμᾶς, καὶ περιμένομε νὰ ἐκδηλωθοῦν γρήγορα, δεικνύεται διὰ τῶν ἀγαθῶν μας ἔργων καὶ τῆς τηρήσεως τῶν θείων ἐντολῶν. Ὅτι δὲ ὀρθῶς πιστεύομε στὸν Θεό, δηλαδὴ καλῶς καὶ ἀσφαλῶς καὶ εὐσεβῶς φρονοῦμε γι’ αὐτόν, ἀπὸ ποῦ προέρχεται ἡ ἀπόδειξις; ἀπὸ τὴν συμφωνία πρὸς τοὺς θεοφόρους πατέρες μας.

Ὅτι δὲ τὸ νὰ ἐμπιστευώμαστε ἀδιαψεύστως τὸν Θεὸ προκαλεῖ τὴν ἀντίθεσι ὄχι μόνο ἀπὸ τὰ πάθη τῆς σαρκὸς καὶ ἀπὸ τὶς παγίδες τοῦ πονηροῦ, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τοὺς ἐμπαθεῖς ἀνθρώπους, ποὺ θέλγουν καὶ παρασύρουν κάτω πρὸς τὶς ἐμπαθεῖς ἡδονές, ἔτσι καὶ τὸ νὰ πιστεύωμε ὀρθῶς στὸν μόνο ἀληθινὸ Θεὸ προκαλεῖ τὴν ἀντίθεσι ὄχι μόνο ἀπὸ τὴν ἄγνοια καὶ ἀπὸ τὶς ὑποβολὲς τοῦ Ἀντικειμένου, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τοὺς δυσσεβεῖς ἀνθρώπους ποὺ τὸν ἁρπάζουν καὶ τὸν ρίπτουν μαζί τους κάτω πρὸς τὴν δική τους ἀπώλεια. Εἶναι ὅμως στὴ διάθεσί μας, γιὰ κάθε μιὰ ἀπὸ τὶς περιπτώσεις, μεγάλη βοήθεια, ὄχι μόνο ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Θεὸ καὶ τὴν ἀπὸ αὐτὸν δοσμένη σ’ ἐμᾶς γνωστικὴ δύναμι, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τοὺς ἀγαθοὺς ἀγγέλους καὶ ἀπὸ τοὺς θεοσεβεῖς ἀνθρώπους ποὺ ζοῦν κατὰ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ.

Γι’ αὐτὸ ἡ πνευματικὴ καὶ κοινὴ μητέρα καὶ τροφός μας, ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, σήμερα ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἀντικηρύσσει ὁλοφανέστερα καὶ δημοσιώτερα αὐτοὺς ποὺ ἔλαμψαν κατὰ τὴν εὐσέβεια καὶ ἀρετὴ καὶ τὶς πανίερες συνόδους των καὶ τὰ θεία δόγματα ποὺ διατυπώθηκαν σ’ αὐτές, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἀποκηρύσσει ἐπισημότερα τοὺς ὀπαδοὺς τῆς δυσσεβείας καὶ τὰ πονηρὰ διδάγματα καὶ φρονήματά τους· ἔτσι ὥστε ἐμεῖς αὐτοὺς μὲν ἀποστρεφόμενοι, τοὺς δὲ ὀρθοδόξους ἀκολουθώντας, νὰ πιστεύωμε σ’ ἕνα Θεό, Πατέρα, Υἱὸ καὶ ἅγιο Πνεῦμα, ἀπὸ τὸν ὁποῖο καὶ διὰ τοῦ ὁποίου καὶ στὸν ὁποῖο ἔγιναν τὰ πάντα, ὁ ὁποῖος ὑπάρχει πρὶν ἀπὸ ὅλα καὶ ἐπάνω σε ὅλα καὶ μέσα σὲ ὅλα καὶ ὑπεράνω του παντός, μονὰς σὲ τριάδα καὶ τριὰς σὲ μονάδα, ἀσυγχύτως ἐνουμένη καὶ ἀμερίστως διαιρούμενη· μονὰς ἡ ἴδια καὶ τριὰς παντοδύναμη.

Είναι Πατὴρ ἄχρονος καὶ ἄναρχος καὶ ἀΐδιος, μόνος αἰτία καὶ ρίζα τῆς θεότητος ποὺ ἐνυπάρχει στὸν Υἱὸ καὶ στὸ ἅγιο Πνεῦμα· ὄχι μόνος δημιουργός, ἀλλὰ μόνος Πατὴρ ἑνὸς Υἱοῦ καὶ μόνος προβολεὺς ἑνὸς ἁγίου Πνεύματος· πάντοτε ὧν καὶ πάντοτε ὧν Πατὴρ καὶ πάντοτε ὧν μόνος Πατὴρ καὶ μόνος προβολεύς.

Του ὁποίου ἕνας εἶναι Υἱός, συναΐδιος μὲ αὐτὸν καὶ χρονικῶς συνάναρχος· ὄχι ἄναρχος δέ, διότι ἔχει γεννήτορα καὶ ρίζα, πηγὴ καὶ ἀρχὴ τὸν Πατέρα, ἀπὸ τὸν ὁποῖο μόνον προῆλθε πρὶν ἀπὸ ὅλους τους αἰῶνες ἀσωμάτως, ἀπαθῶς, ἀρρεύστως, γεννητῶς, ἀλλὰ δὲν διαιρέθηκε· ποὺ εἶναι Θεὸς ἀπὸ Θεό, ὄχι ἄλλος κατὰ τὸ ὅτι εἶναι Θεὸς καὶ ἄλλος κατὰ τὸ ὅτι εἶναι Υἱός· πάντοτε ὧν καὶ πάντοτε ὧν Υἱὸς καὶ πάντοτε ὧν ἀσυγχύτως πρὸς τὸν Θεό·

λόγος ζωντανός, φῶς ἀληθινό, ἐνυπόστατος σοφία, αἰτία καὶ ἀρχὴ ὅλων των δημιουργημάτων, ἀφοῦ ὅλα αὐτὰ ἔγιναν δὶ’ αὐτοῦ· αὐτὸς ἐκένωσε τὸν ἑαυτὸ τοῦ χάριν τῆς συντελείας τῶν αἰώνων, ὅπως προεῖπαν οἱ προφῆτες, παίρνοντας γιὰ μᾶς τὴν δική μας μορφή, καί, ἀφοῦ ἐκυοφορήθηκε ἀπὸ τὴν ἀειπάρθενη Μαρία μ’ εὐδοκία τοῦ Πατρὸς καὶ συνεργία τοῦ ἁγίου Πνεύματος, ἐγεννήθηκε κι’ ἐνανθρώπησε ἀληθινά, ἔγινε ὅμοιος μ’ ἐμᾶς καθ’ ὅλα, πλὴν τῆς ἁμαρτίας, ἐνῶ ἔμεινε ὅ,τι ἦταν, Θεὸς ἀληθινὸς σὲ μιὰ ὑπόσταση καὶ μετὰ τὴν ἐνανθρώπηση, ἐνεργῶν ὅλα τα θεία ὡς Θεὸς καὶ ὅλα τα ἀνθρώπινα πάθη· ἀπαθὴς καὶ ἀθάνατος ὧν καὶ διαμένων ὡς Θεός, ἑκουσίως δὲ παθῶν γιὰ μᾶς κατὰ τὴν σάρκα ὡς ἄνθρωπος, σταυρωθεῖς καὶ ἀποθανῶν, ταφεῖς καὶ ἀναστᾶς κατὰ τὴν τρίτη ἡμέρα καὶ καταργήσας διὰ τοῦ θανάτου καὶ τῆς ἀναστάσεώς του αὐτὸν ποὺ ἔχει τὴν κυριαρχία τοῦ θανάτου· καὶ μετὰ τὴν ἀνάστασι ἐπιφανεῖς, ἀναληφθεῖς στὸν οὐρανὸ καὶ καθίσας ἀπὸ τὰ δεξιά του Πατρὸς ἀφοῦ ἔκαμε ὁμότιμο καὶ ὁμόθρονο ὡς ὁμότιμό το φύραμά μας, μὲ τὸ ὁποῖο πρόκειται νὰ ἔλθη πάλι ἐνδόξως νὰ κρίνη ζώντας καὶ νεκρούς, ποὺ θὰ ἐπανέλθουν πρὸς τὴν ζωὴ ἐξ αἰτίας τῆς παρουσίας του, καὶ ν’ ἀποδώσει στὸν καθένα κατὰ τὰ ἔργα του.

Ἀναγνωρίζοντας κι ἐμεῖς αἰσθητὸ καὶ περιγραπτὸ τοῦτο το ἀπὸ ἐμᾶς προσλημμά του καὶ φύραμα, εἰκονίζομε καὶ προσκυνοῦμε εὐσεβῶς καὶ αὐτὴν ποὺ τὸν ἐγέννησε παρθενικῶς καὶ τοὺς εὐαρεστήσαντας αὐτὸν τελείως. Τούτου τὰ σύμβολα τῶν παθῶν, καὶ μάλιστα τὸν σταυρό, τιμοῦμε καὶ προσκυνοῦμε ὡς θεία τρόπαια κατὰ τοῦ κοινοῦ πολεμίου. Τὴν ἀνάμνησι τούτου τελώντας κατὰ τὴν ἐντολὴ τοῦ καθημερινῶς, ἱερουργοῦμε τὰ θειότατα μυστήρια καὶ μετέχομε σ’ αὐτά. Κατὰ τὴν παραγγελία τούτου πρὶν ἀπὸ ὅλα βαπτιζόμαστε καὶ βαπτίζομε σ’ ἕνα ὄνομα σεπτὸ καὶ προσκυνητὸ τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ ἁγίου Πνεύματος.

Διότι ἀπὸ τὸν ἀΐδιο καὶ ἄναρχο Πατέρα ἐκπορεύεται τὸ ἅγιο Πνεῦμα, ποὺ εἶναι συνάναρχο μὲ τὸν Πατέρα καὶ τὸν Υἱὸ ὡς ἄχρονο, ὄχι δὲ ἄναρχο, ἀφοῦ καὶ αὐτὸ ρίζα καὶ ἀρχὴ καὶ αἰτία ἔχει τὸν Πατέρα, ἀπὸ τὸν ὁποῖο προῆλθε πρὶν ἀπὸ ὅλους τους αἰῶνες ἀρρεύστως, ἀπαθῶς, ἐκπορευτῶς, καὶ εἶναι ἐπίσης ἀδιαίρετό του Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ, ὡς προερχόμενο ἀπὸ τὸν Πατέρα καὶ ἀναπαυόμενο στὸν Υἱό· ποὺ ἔχει ἀσύγχυτη τὴν ἕνωσι καὶ ἀμέριστη τὴ διαίρεση· ποὺ εἶναι καὶ αὐτὸ Θεὸς ἀπὸ Θεό, ὄχι ἄλλος μὲν ὡς Θεός, ἄλλος δὲ Παράκλητος ὡς Πνεῦμα ἅγιο αὐθυπόστατο· ποὺ ἔχει τὴν ὕπαρξι ἀπὸ τὸν Πατέρα καὶ ἀποστέλλεται διὰ τοῦ Υἱοῦ, γιὰ τὴν ἔναρξι αἰωνίας ζωῆς, γι’ ἀρραβώνα τῶν μελλοντικῶν καὶ πάντοτε διατηρουμένων ἀγαθῶν ποὺ εἶναι κι’ αὐτὸ αἴτιο ὅλων των δημιουργημάτων, διότι σ’ αὐτὸ ἔγιναν ὅλα, τὸ ἴδιο καὶ ἀπαράλλακτο μὲ τὸν Πατέρα καὶ τὸν Υἱό, χωρὶς τὴν ἀγεννησία καὶ τὴ γέννησι.

Ἐστάλθηκε δὲ ἀπὸ τὸν Υἱὸ πρὸς τοὺς μαθητᾶς του, δηλαδὴ ἐφανερώθηκε· διότι πὼς ἀλλοιῶς θὰ ἐστελλόταν τὸ παντοῦ παρὸν καὶ μὴ χωριζόμενο ἀπὸ τὸν πέμποντα; Γι’ αὐτὸ ὄχι μόνο ἀπὸ τὸν Υἱό, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὸν Πατέρα στέλλεται καὶ ἀπὸ τὸν ἑαυτὸ τοῦ ἔρχεται· διότι ἡ ἀποστολή, δηλαδὴ ἡ φανέρωσις, εἶναι κοινὸ ἔργο Πατρός, Υἱοῦ καὶ Πνεύματος.

Φανερώνεται δὲ ὄχι κατὰ τὴν οὐσία, διότι κανεὶς ποτὲ δὲν εἶδε οὔτε ἀπεκάλυψε τὴν φύσι τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ κατὰ τὴ χάρι καὶ τὴ δύναμι καὶ τὴν ἐνέργεια, ἡ ὁποία εἶναι κοινὴ Πατρός, Υἱοῦ καὶ Πνεύματος. Διότι ἴδιο στὸ καθ’ ἕνα ἀπὸ αὐτὰ εἶναι ἡ ὑπόστασίς του καὶ τὰ ὑποστατικῶς γύρω ἀπὸ αὐτὴν παρατηρούμενα- κοινὰ δὲ αὐτῶν δὲν εἶναι μόνο ἡ ἀφανέρωτη καὶ ὑπερώνυμη καὶ ἀμέθεκτη οὐσία, ἀλλὰ καὶ ἡ χάρις καὶ ἡ δύναμις, ἡ ἐνέργεια καὶ ἡ λαμπρότης, ἡ ἀφθαρσία καὶ ἡ βασιλεία, καὶ ὅλα ἐκεῖνα, διὰ τῶν ὁποίων κοινωνεῖ κι’ ἑνώνεται κατὰ χάρι μὲ τοὺς ἁγίους ἀγγέλους καὶ ἀνθρώπους ὁ Θεός, χωρὶς νὰ ἐκπίπτη ἀπὸ τὸ ἑνιαῖο καὶ τὴν ἁπλότητα οὔτε ἐξ αἰτίας τοῦ μεριστοῦ καὶ διαφόρου των ὑποστάσεων οὔτε ἐξ αἰτίας τοῦ μεριστοῦ καὶ ποικίλου καὶ θείων δυνάμεων καὶ ἐνεργειῶν.

Ἔτσι πιστεύομε σ’ ἕνα Θεό, σὲ μιὰ τρισυπόστατη καὶ παντοδύναμη θεότητα καὶ ἀνακηρύσσομε αὐτοὺς ποὺ μὲ τέτοια πίστι εὐαρέστησαν τὸν Θεό, ἐνῶ αὐτοὺς ποὺ δὲν πιστεύουν μὲ ὅμοιο τρόπο, ἀλλὰ ἢ ἐγκαινίασαν ἰδιαίτερη αἵρεσι ἢ ἀκολούθησαν μέχρι τέλους τοὺς ἀρχηγούς της, τοὺς ἀπορρίπτομε. Νὰ γνωρίζετε δὲ τοῦτο, ἀδελφοί, ὅτι τὰ πονηρὰ πάθη καὶ τὰ δυσσεβὴ δόγματα ἀλληλοεισάγονται, πραγματοποιούμενα λόγω τῆς δικαίας ἐγκαταλείψεως ἀπὸ τὸν Θεό.

Ότι λοιπὸν τὸ μεγάλο πλῆθος τῶν ἁμαρτιῶν διαπράττονται διὰ τῆς δυσσεβείας, μᾶς τὸ ἐδίδαξε ὁ μέγας Παῦλος γράφοντας περὶ τῶν Ἑλλήνων «ἐπειδὴ δὲν ἐφρόντισαν νὰ ἐπιγνώσουν τὸν Θεό», «ἂλλ’ ἐνῶ ἐγνώρισαν τὸν Θεό, δὲν τὸν ἐδόξασαν οὔτε τὸν ἐσεβάσθηκαν ὡς Θεό», «τοὺς παρέδωσε ὁ Θεὸς σὲ νοῦ ἀδόκιμο, ὥστε νὰ πράττουν τὰ ἀνεπίτρεπτα, γεμάτους κάθε ἀδικία, πορνεία, πλεονεξία, καὶ τὰ παρόμοια». Ὅτι δὲ πάλι διὰ τῆς ἁμαρτίας εἰσάγεται ἡ δυσσέβεια, ἡ ἀπόδειξις παρέχεται ἀπὸ πολλοὺς ποὺ τὸ ἔπαθαν ἀθλίως. Ὁ Σολομῶν ἐκεῖνος, ἀφοῦ παρέδωσε τὸν ἑαυτό του στὶς σαρκικὲς ἐπιθυμίες, ὠλίσθησε σὲ εἰδωλολατρία. Ὁ Ἱεροβοάμ, ἀφοῦ ἐνικήθηκε ἀπὸ ἄκρα φιλαρχία, ἐθυσίασε στὶς χρυσὲς δαμάλεις. Ὁ προδότης Ἰούδας ἀρρωστημένος ἀπὸ φιλαργυρία, περιέπεσε στὴ θεοκτονία.

Γι’ αὐτὰ λοιπόν, ἐπειδὴ καὶ ἡ πίστις χωρὶς ἔργα εἶναι νεκρὰ καὶ ἀνενέργητη, καὶ τὰ ἔργα χωρὶς πίστι εἶναι μάταια καὶ ἄχρηστα, ἡ χάρις τοῦ Πνεύματος σήμερα στὸν σεπτὸ καιρὸ τῆς νηστείας καὶ τῆς ἐνάρετης ἀσκήσεως συνεδύασε τὴν ἀνακήρυξι τῶν ὀρθοτομούντων τὸν λόγο τῆς εὐσεβείας καὶ τὴν ἀποκήρυξι ἐκείνων ποὺ δὲν ἐδιάλεξαν τὴν ὀρθοδοξία, ἔτσι ὥστε ἐμεῖς, σπεύδοντας καὶ στὰ δυὸ συνδυασμένα, καὶ τὴν πίστι νὰ ἐπιδείξωμε μὲ τὰ ἔργα καὶ τῶν κόπων τὸ κέρδος νὰ ἀποκτήσωμε διὰ τῆς πίστεως.

Όχι δὲ μόνο εἰσάγονται δὶ’ ἀλλήλων τὰ πονηρὰ πάθη καὶ ἡ δυσσέβεια, ἀλλὰ καὶ ὁμοιάζουν μεταξύ τους. Καὶ θὰ εἰπῶ λίγα πρὸς τὴν ἀγάπη σας γιὰ τοὺς ἑτεροδόξους ποὺ ἀναφάνηκαν στὴν ἐποχή μας.

Ὅπως ὁ Ἀδάμ, ἀφοῦ ἔλαβε ἐξουσία ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ τρώγη ἀπὸ κάθε δένδρο τοῦ παραδείσου, δὲν ἀρκέσθηκε σ’ ὅλα ἐκεῖνα, ἀλλὰ πειθόμενος στὴ συμβουλὴ τοῦ ἀρχεκάκου ὄφεως, ἔφαγε ἀπὸ τὸ μόνο δένδρο ποὺ εἶχε προσταχθῆ νὰ μὴ τὸ ἐγγίση, ἔτσι συμβαίνει καὶ μὲ ἐμᾶς· ἐνῶ τὰ ὑπάρχοντα στὸ Θεὸ ἀγαθὰ καὶ οἱ πραγματικὰ ἀγαθοπρεπεῖς δωρεὲς προτίθενταν ἀπὸ αὐτὸν γιὰ μέθεξι στοὺς θέλοντας, συμφώνως πρὸς τὸν εἰπόντα «ὅλα ὅσα εἶναι ὁ Θεὸς θὰ εἶναι καὶ ὁ θεωμένος διὰ τῆς χάριτος, χωρὶς τὴν ταυτότητα κατὰ τὴν οὐσία», ὑπάρχουν μερικοὶ ποὺ διδάσκουν ὅτι ἐμεῖς μετέχομε καὶ τῆς ἰδίας της ὑπερουσίου οὐσίας καὶ ἰσχυρίζονται ὅτι μποροῦν νὰ τὴν ὀνομάζουν αὐθεντικῶς, καὶ μιμούμενοι τὸν ἀρχέκακο ὄφι, παρερμηνεύουν καὶ διαστρέφουν τὰ λόγια τῶν ἁγίων, ὅπως ἐκεῖνος τὰ τοῦ Θεοῦ.

Ἀλλὰ ἐμεῖς, ἀφοῦ ἐλάβαμε δύναμι ἀπὸ τὸν Κύριο νὰ πατοῦμε ἐπάνω σε ὄφεις καὶ σκορπιοὺς καὶ σὲ κάθε δύναμι τοῦ ἐχθροῦ, ἀφοῦ συντρίψωμε εὔκολα κάθε μηχανὴ καὶ παγίδα του, εἴτε κατὰ τῆς εὐσεβείας εἴτε κατὰ τῆς εὐσεβοῦς διαγωγῆς καὶ φανοῦμε νικηταὶ ἐναντίον τοῦ σὲ ὅλα, θὰ ἐπιτύχωμε τοὺς οὐράνιους καὶ ἄφθαρτους στεφάνους τῆς δικαιοσύνης, μέσα στὸν Χριστό, τὸν ἀδέκαστο κριτὴ καὶ δοτήρα τῶν ἀνταμοιβῶν.

Σ’ αὐτὸν πρέπει κάθε δόξα, τιμὴ καὶ προσκύνησις, μαζὶ μὲ τὸν ἄναρχο Πατέρα του καὶ τὸ πανάγιο καὶ ἀγαθὸ καὶ ζωοποιὸ Πνεῦμα, τώρα καὶ πάντοτε καὶ στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Γένοιτο.

Τετάρτη 24 Ιουλίου 2019

Ποιός κάνει Σχίσμα;




Μέγας Βασίλειος

†  Ἀφοῦ δὲ μίαν φορὰν ἐσχίσθησαν ἀπὸ τὸ ὅλον σῶμα τῆς Ἐκκλησίας ἔχασαν αὐτὸκαὶ δὲν εἰμποροῦν πλέον νὰ βαπτίσουν ἄλλους, ἤ νὰ χειροτονήσουν ἤ ἁπλῶς νὰ δώσουν χάριν, τὴν ὁποίαν διὰ τοῦ σχίσματος ἐστερήθησαν, ὅθεν καὶ οἱ ὑπ’ αὐτῶν βαπτιζόμενοι λογίζονται ὅτι ὑπὸ λαϊκῶν ἐβαπτίσθησαν (Ἑρμηνεία α΄. Κανόνος). «Ὥσπερ μέλος τὶἀποκοπὲν τοῦ σώματος παύει μετέχον τῆς ζωτικῆς δυνάμεως, οὕτω καὶ πᾶς τιςἀποσχιζόμενος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ δὲν μετέχει τῆς χάριτος τοῦΠαναγίου Πνεύματος, ἥν ἔλαβεν ἐν τῷ βαπτίσματι» (Ἐκ τοῦ ἱεροῦ Πηδαλίου).
Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου.
Ὅτι πρέπει τὰ γνήσια τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τέκνα νὰ ἀποφεύγωμεν τοὺς ἐν δόλῳ τὴν ὀρθοδοξίαν νοθεύοντας, διὰ νεωτερισμῶν κληρικοὺς.
† «Κακὸν μὲν ἡ ἀναρχία πανταχοῦ καὶ πολλοῖς ὑπόθεσις συμφορῶν καὶ ἀρχὴἀταξίας καὶ συγχύσεως· κακὸν δὲ οὐχ ἧττον καὶ ἀπείθεια τῶν ἀρχομένων. Ἀλλ’ ἴσως ἐρεῖτις ἡμῖν, ὅτι ἔσται καὶ τρίτον κακόν, ὅταν ὁ ἄρχων ᾖ κακός.
Οἶδα κἀγὼ καὶ οὐ μικρὸν τοῦτο κακόν· ἀλλὰ καὶ τῆς ἀναρχίας πολλῷ κάκιον. Κρεῖττον γὰρ ὑπὸ μηδενὸς ἄρχεσθαι,ἤ ὑπὸ κακοῦ ἄγεσθαι. Ὁ μὲν γὰρ πολλάκις μὲν ἐσώθη, πολλάκις δὲ ἐκινδύνευσεν· οὗτος δὲ πάντως κινδυνεύσει εἰς βάραθρα ἀγόμενος. Πῶς οὖν ὁ Παῦλος φησίν, πείθεσθε τοῖςἡγουμένοις ἡμῶν καὶ ὑπείκετε; ἀνωτέρω εἰπὼν «ὧν ἀναθεωροῦντες τὴν ἔκβασιν τῆςἀναστροφῆς μιμεῖσθε τὴν πίστιν» τότε εἶπε πείθεσθε τοῖς ἡγουμένοις ἡμῶν καὶ ὑπείκετε. Τὶ οὖν φησί; ὅταν πονηρὸς ἧ, μὴ πειθώμεθα; Πονηρὸς πῶς λέγεις; εἰ μὲν πίστεως πονηρὸςἕνεκεν, φεῦγε καὶ παραιτοῦ, μὴ μόνον ἄν ἄνθρωπος ἧ, ἀλλὰ κἄν ἄγγελος ἐξ οὐρανοῦκατιών. Εἰ δὲ βίου ἕνεκεν μὴ περιεργάζου. Ἐπεὶ καὶ τὸ μὴ κρίνετε, ἵνα μὴ κριθῆτε, περί βίου ἐστίν, οὐ περί πίστεως»  (λόγος 34ος).

Ἁγίου Νικηφόρου.
(Τὴν ἐκκλησίαν τοῦ Θεοῦ ἀποτελοῦν οἱ εὐσεβεῖς ὁσονδήποτε ὀλίγοι καὶ ἄν μείνουν. Οἱ ἀκολουθοῦντες τὴν καινοτομίαν, ἔξω τῆς Ἐκκλησίας εἶναι).
† «Εἰ δὲ διαμένουσιν ἐν τῇ αἱρέσει, καὶ ἴσως καὶ ἑτέρους τινὰς ἀμαθεστέρους καὶἁπλουστέρους δυνηθῶσιν ἀποβουκολῆσαι, κἄν ὀχλαγωγήσωσι καὶ πλῆθος συνάγωσινἔξω τῶν ἱερῶν τῆς Ἐκκλησίας περιβόλου εἰσίν. Εἰ δὲ καὶ πάνυ ὀλίγοι ἐν τῇ Ὀρθοδοξίᾳ καὶΕὐσεβείᾳ διαμένουσιν, οὗτοι εἰσὶν Ἐκκλησία καὶ τὸ κῦρος καὶ ἡ προστασία τῶνἐκλησιαστικῶν θεσμῶν ἐναὐτοῖς κεῖται. Κἄν κακοπαθῆσαι αὐτοῖς ὑπὲρ τῆς εὐσεβείας δεήσει, ὅπερ ἐστιν εἰς καύχημα αἰώνιον καὶ ψυχικῆς σωτηρίας πρόξενον...»

Τῆς ἁγίας ἑβδόμης οἰκουμενικῆς Συνόδου.

† «... Ἡμεῖς τῇ ἀρχαίᾳ θεσμοθεσίᾳ τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας ἐπακολουθοῦμεν,ἡμεῖς τοὺς θεσμοὺς τῶν Πατέρων φυλάττομεν, ἡμεῖς τοὺς πρσθέτοντας τι ἤ ἀφαιροῦνταςἐκ τῆς ἁγίας Ἐκκλησίας ἀναθεματίζομεν».

Δοσίθεου Ἰεροσολύμων.
† Τέσσαρα μεγάλα θηρία ἐγεννησεν ὁ ΙΣΤ αἰών : Τὴν αἴρεσιν τοῦ Λούθηρου, τὴν αἴρεσιν τοῦ Καλβίνου, τὴν αἴρεσιν τῶν Γιεζουβιτών καὶ τὴν αἴρεσιν τοῦ νέου Καλενδαρίου.

Τῆς ἁγίας ἑβδόμης οἰκουμενικῆς Συνόδου.
† «... Ἡμεῖς τῇ ἀρχαίᾳ θεσμοθεσίᾳ τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας ἐπακολουθοῦμεν,ἡμεῖς τοὺς θεσμοὺς τῶν Πατέρων φυλάττομεν, ἡμεῖς τοὺς πρσθέτοντας τι ἤ ἀφαιροῦνταςἐκ τῆς ἁγίας Ἐκκλησίας ἀναθεματίζομεν».

Τῆς ἁγίας ἕκτης οἰκουμενικῆς Συνόδου.
† «Ὁρίζομεν ἑτέραν Πίστιν μηδενὶ ἐξεῖναι προφέρειν, ἥγουν συγγράφειν ἤσυντιθέναι ἤ φρονεῖν ἤ διδάσκειν ἑτέρως τοὺς δὲ τολμῶντας τοῦτο ποιεῖνἀναθεματίζομεν».

Τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων ΚΑΝΩΝ 45ος.
Ὅποιος Ἐπίσκοπος, ἤ Πρεσβύτερος, ἤ Διάκονος ἤθελε συμπροσευχηθῆ μονάχα, ἀλλ'ὄχι καὶ νὰ συλλειτουργήση μὲ αἴρετικούς ἄς ἀφορίζεται. Επειδή ὅποιος μὲ τοῦςἀφορισμένους συμπροσεύχεται (καθώς τοιούτοι εἶναι οἱ αἰρετικοί) πρέπει νὰσυναφορίζεται καὶ αὐτός, κατά τὸν 10ον Κανόνα τῶν Ἀγ.Αποστόλων. Εἰ δὲ καὶἐσυνχώρησεν εἰς τοῦς αἰρετικούς αὐτούς νὰ ἐνεργήσουν κανένα λειτούργημα ὡσάν Κληρικοί, ἄς καθαίρηται ἐπειδή ὅποιος Κληρικός συλλειτουργήσει μὲ καθηρημένους, (καθώς τοιούτοι εἶναι οἱ αἰρετικοί κατὰ τὸν β΄. καὶ δ΄. τῆς γ΄.) συγκαθαιρεῖται καὶ αὐτός κατὰ τὸν 11ον κανόνα τῶν Ἀποστόλων.

Κανών 33ος τῆς ἐν Λαοδικεία Τοπικής Συνόδου.
Διορίζει οὔτος ὁ Κανών νὰ μὴ συμπροσευχώμεθα οὔτε μὲ τοὺς αἰρετικοὺς, ἤτοι τοὺς σφάλλοντας περὶ τὴν πίστιν, οὔτε μὲ τοὺς σχισματικοὺς, ἤτοι τοὺς κατὰ τὴν πίστιν μὲνὀρθοδόξους ὄντας, χωριζομένους δὲ ἀπὸ τὴν καθολικὴν Ἐκκλησίαν διὰ τινας παραδόσεις καὶ ἔθιμα ἰάσιμα, κατὰ τὸν α΄. τοῦ Μεγ.Βασιλείου.

Κανών 37ος τῆς ἐν Λαοδικεία Τοπικής Συνόδου.
Κατὰ τὸν Κανόνα τοῦτον δὲν πρέπει νὰ λαμβάνει τινὰς Χριστιανὸς ὀρθόδοξος τὰδῶρα ὁποῦ στέλλουσιν εἰς αὐτούς οἱ Ἰουδαίοι καὶ αἰρετικοί, ὄταν ἔχουν τὰς ἐορτάς των,ἀλλά οὔτε νὰ συνεορτάζη ὅλως αὐτοῖς.

Τοῦ Ἁγίου Αὐγουστίνου.
Ὅτι οἱ τὸ Σχῖσμα δημιουργήσαντες διὰ τῆς ἐπιβολῆς τοῦ νέου Ἡμερολογίουὁδηγοῦσιν εἰς αἵρεσιν.

† «Οἱ δὲ σχισματικοὶ σχισματοαιρετικοὶ εἰσίν, καθότι δὲν εἶναι κανὲν Σχῖσμα εἰμὴπρότερον αἵρεσιν ἀναπλάσσῃ, ἵνα ὀρθῶς δόξῃ τῆς Ἐκκλησίας χωρισθῆναι. Τὸ Σχῖσμα κακῶς διαμένον γίνεται αἵρεσις ἤ καταφέρεται εἰς αἵρεσιν, ὅτι καὶ τοὺς σχισματικοὺς οὐχἡ διάφορος πίστις ποιεῖ ἀλλ’ ἡ διαρηχθεῖσα τῆς κοινωνίας συντροφία». (Ἐπιστολὴ ρα΄ κεφ. ια΄ εἰς τὸ κατὰ Ματθαῖον).



Τῆς ἁγίας 3ης Οἰκουμενικῆς Συνόδου 3ος κανών.
Ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται οἱ ἱερεῖς νὰ μνημονεύωσι καὶ νὰ ὑπακούωσιν εἰς τοὺςἀποστάτας καινοτόμους ἀρχιερεῖς οὐδὲ οἱ λαϊκοί.
† «Τοῖς ἀποστασήσασιν ἢ ἀφισταμένοις Ἐπισκόποις μηδόλως ὑπόκεισθαι κατὰμηδένα τρόπον».
«Εἶ τις ἀκοινωνήτῳ κἄν ἐν οἴκῳ συνεύξηται ἀφοριζέσθω», καὶ ἀλλαχοῦ «ὁἀκοινωνήτως κοινωνῶν ἀκοινώνητος ἔσται, ὡς συγχέων τὸν κανόνα τῆς Ἐκκλησίας» πάλιν «ὁ αἱρετικὸν δεχόμενος τοῖς αὐτοῖς ἐγκλήμασιν ὑπόκειται». Οὐκ ἔστι τοῦτο θεμιτὸν οὐκ ἔστιν ἀλλ’ οὐδὲ μνημονεύσομεν καὶ τοῦτο παρὰ τοῦ πονηροῦ, ὅς σκότος ὧν τὸ φῶςὑποκρίνεται, ὡς νῦν γε, τὴν ἕνωσιν προβαλλόμενος «μνημόσυνον» τὴν μετ’ αὐτῶνἀπώλειαν τοῦ παντὸς τοῦ σώματος τῆς Ἐκκλησίας δολιεύεται καὶ φανερῶς μὴ πείθεινἔχων πρὸς τοῦτο, ἀδήλως ἐπιχειρεῖ, ἵνα ἐν ἑνί τρόπῳ ἀνοίξη θύραν καὶ κορυφώσῃ κακίαν.
Ἐπιστολὴ ε΄ Συνοδικὴ (Ἰουστίνου).
† «Ὡρίσθη παρὰ τῶν ἁγίων Πατέρων χρῆναι καὶ μετὰ θάνατον ἀναθεματίζεσθαι τοὺς εἴτε εἰς κανόνας εἴτε εἰς Πίστιν ἁμαρτήσαντας».

Ἁγίου Ἰγνατίου τοῦ Θεοφόρου.
† «Πᾶς ὁ λέγων παρὰ τὰ διατεταγμένα κἄν ἀξιόπιστος ἤ κἄν νηστεύῃ καὶπαρθενεύῃ κἄν σημεῖα ποιῇ κἄν προφητεύῃ, λύκος σοι φαινέσθω ἐν προβάτου δορᾷ, προβάτων φθορὰν κατεργαζόμενος».

Τοῦ Ἁγίου Φωτίου.
† «Καὶ γὰρ ἐστιν ὄντως τὰ Κοινὰ πᾶσιν φυλάττειν ἐπάναγκες καὶ πρὸ γε τῶν ἄλλων τὰ περὶ Πίστεως· ἔνθα καὶ τὸ παρεκλῖναι μικρὸν ἁμαρτεῖν ἐστὶν ἁμαρτία τὴν πρὸς θάνατον». (Ἐπιστολὴ πρὸς τὸν Ρώμης Νικόλαον).

Τοῦ Ἀγ. Γερμανοῦ τοῦ υἱοῦ Πατριάρχου Κ/πόλεως.
† «Ἐπισκήπτομαι πᾶσι τοῖς ἐν Κύπρῳ λαϊκοῖς, ὅσοι τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας ἐστὲτέκνα γνήσια, φεύγειν ὅλῳ ποδὶ ἀπὸ τῶν ὑποπεσόντων ἱερέων τῇ Λατινικῇ ὑποταγῇ καὶμηδὲ εἰς Ἐκκλησίαν τούτοις συνάγεσθαι, μηδὲ εὐλογίαν ἐκ τῶν χειρῶν αὐτῶν λαμβάνειν τὴν τυχοῦσαν· κρεῖσσον γὰρ ἐστὶν ἐν τοῖς οἴκοις ὑμῶν τῷ θεῷ προσεύχεσθε κατὰ μόνας, ἤἐπ’ ἐκκλησίαις συνάγεσθε μετὰ τῶν Λατινοφρόνων, εἰ δὲ οὐν τὴν αὐτὴν ὑφέξεται μετ’ αὐτῶν κόλασιν. Ἤ οὐχὶ τὰ τῶν ἐπὶ κοσμικῶν κρίσεων τοῦτο γίνεσθε  σύνηθες; Ἄν γὰρ τις συλλαλῇ ἀνδροφόνῳ ἤ ληστῇ ἤ προδότῃ τὴν αὐτὴν ἐκείνῳ ὑφίσταται κόλασιν».

Τοῦ Ἁγίου Βασιλείου τοῦ Μεγάλου.
† «Πᾶς ὁ δυνάμενος λέγων τὴν ἀλήθειαν καὶ μὴ λέγων αὐτήν, κατακριθήσεται ὑπὸτοῦ θεοῦ, καὶ ταῦτα ἔνθα πίστις ἐστὶ τὸ κινδυνευόμενον, καὶ τῆς ὅλης Ἐκκλησίας τῶνὈρθοδόξων ἡ Κρηπὶς τὸ γὰρ ἐφησυχάζειν ἐν τοῖς τοιούτοις, ἀρνήσεως ἴδιον, τὸ δὲ ἐλέγχεινὁμολογίας εἰλικρινοῦς».

Τοῦ Ἁγίου Μελετίου τοῦ ὁμολογητοῦ.
† «Μὴ πείθεσθε Μονάζουσαν μηδὲ τοῖς Πρεσβυτέροις,
ἐφ’ οἷς ἀνόμως λέγουσι κακίστως εἰσηγοῦνται,
καὶ τὶ φημὶ Μονάζουσι καὶ τὶ τοῖς πρεσβυτέροις;
Μηδ’ Ἐπισκόποις εἴκετε τὰ μὴ λυσιτελοῦντα,
πράττειν καὶ λέγειν καὶ φρονεῖν δολίως παραινοῦσιν».

«Τὶς εὐσεβὴς σιγήσει τὶς ὅλως ἠρεμήσει;
καὶ γὰρ τὴν συγκατάθεσιν σιωπὴ σημαίνει
καὶ τοῦτο δείκνυσι σαφῶς ὁ Πρόδρομος Κυρίου,
καὶ Μακκαβαῖοι σὺν αὐτῷ μικρὰς νομοθεσίας,
προκινδυνεύοντες στερρῶς μέχρις αὐτοθανάτου
καὶ μήτε τὸ βραχύτατον τοῦ νόμου παριδόντες
ἐπαινετὸς ὁ πόλεμος γνωρίζεται πολλάκις
καὶ μάχη κρεῖττον δείκνυται ψυχοβλαβοῦς εἰρήνης.
Βέλτιον γὰρ ἀνθίστασθαι τοῖς οὐ καλῶς φρονοῦσιν
ἡ τούτοις ἐπακολουθεῖν κακῶς ὁμονοοῦντας,
χωριζομένους τοῦ θεοῦ καὶ τούτοις ἑνουμένους».

Τοῦ Ἁγίου Μελετίου τοῦ ὁμολογητοῦ.
† «Τὸ τὴν ἀλήθειαν σιγᾷν κίνδυνος ὄντως μέγας,
καὶ κόλασις αἰώνιος καὶ βόθρος ἀπωλείας,
οὐ δίκαιον, οὐ θεμιτόν, οὐ πρέπον εὐσεβέσιν
ὅλως σιγᾷν, ἔνθα θεοῦ τοὺς νόμους ἀθετοῦσι,
οἱ τὴν ἀπάτην σπεύδοντες συστῆσαι καὶ τὴν πλάνην».


Ἐκ τοῦ Ἁγίου Ἀντωνίου.
† «Οὐδεὶς γὰρ ἡμῶν κρίνεται διατὶ δαιμόνια οὐκ ἐξέβαλεν, ἤ διατὶ οὐκ ἔσχε πρόγνωσιν, ἀλλ’ ἕκαστος κριθήσεται, εἰ τὴν πίστιν τετήρηκε καὶ τὰς Ἐντολὰς καὶΠαραδόσεις γνησίως ἐφύλαξεν».

Τοῦ Ἁγίου Ἰσιδώρου τοῦ Πηλουσιώτου.
†  «... Τὸ πάλαι ὑπὲρ τῶν προβάτων ἀπέθνησκον οἱ Ποιμένες, νῦν δὲ μᾶλλον αὐτοὶἀναιροῦσι τὰ πρόβατα· τότε νηστείαις τὸ σῶμα ἐσωφρόνιζον, νῦν δὲ τρυφαῖς παρασκευάζουσι σκιρτᾷν. Τότε τὰ ἑαυτῶν τοῖς δεομένοις διένειμον, νῦν δὲ τὰ τῶν πενήτων σφετερίζονται. Τότε τὴν ἀρετὴν ἤσκουν, τὺν δὲ τοὺς τὴν ἀρετὴν ἀσκούνταςἐξοστρακίζουσι. Τότε οἱ φιλάρετοι πρὸς τὴν ἱερωσύνην ὑπήγοντο, νῦν δὲ οἱ φιλάργυροι. Τότε οἱ ἀκτημωσύνῃ ἐναμβρυνόμενοι, νῦν δὲ οἱ πλεονεξίᾳ ἑκουσίως χρηματιζόμενοι. Τότε οἱ πρὸ ὀφθαλμοῦ ἔχοντες τὸ θεῖον δικαστήριον νῦν δὲ οἱ μηδὲ εἰς ἔννοιαν τοῦτο λαμβάνοντες. Τότε οἱ τύπτεσθαι, νῦν δὲ οἱ τύπτειν ἕτοιμοι».


Ἐκ τῶν διατάξεων τῶν Ἁγ. Ἀποστόλων Κεφαλ. 19.
† Ἀκούσατε οἱ Ἐπίσκοποι καὶ ἀκούσατε οἱ λαϊκοί, ὥς φησιν ὁ θεός, κρινῶ κριὸν πρὸς κριόν, καὶ πρόβατον πρὸς πρόβατον καὶ πρὸς τοὺς ποιμένας λέγει· κριθήσεσθαι ἕνεκεν τῆς ἀπειρίας αὐτῶν καὶ τῆς εἰς τὰ πρόβατα διαφθορὰς, τουτέστιν, ἐπίσκοπον πρὸςἐπίσκοπον κρινῶ καὶ λαϊκὸν πρὸς λαϊκὸν καὶ ἄρχοντα πρὸς ἄρχοντα· λογικὰ γὰρ τὰπρόβατα καὶ οἱ κριοὶ οὗτοι, ἀλλ’ οὐκ ἄλογα, ἵνα μὴ εἴπῃ ὁ λαϊκός, ὅτι ἐγὼ πρόβατον εἰμὶκαὶ οὐ ποιμὴν καὶ οὐδένα λόγον ἐμαυτοῦ πεποίημαι· ὁ ποιμὴν ὄψεται, καὶ αὐτὸς μόνος εἰσπραχθήσεται τὴν περὶ ἐμοῦ δίκην· ὥσπερ γὰρ τῷ καλῷ ποιμένι τὸ μὴ ἀκολουθοῦν πρόβατον λύκοις ἔκκειται εἰς διαφθοράν, οὕτω τῷ πονηρῷ ποιμένι τὸ ἀκολουθοῦν πρόβατον πρόδηλον ἔχει τὸν θάνατον, ὅτι κατατρώξεται αὐτοῦ, διὸ φευκτέον ἀπὸ τῶν φθορέων ποιμένων.

Τοῦ Ἁγίου Βασιλείου τοῦ Μεγάλου.
† «Δεῖ τῶν ἀκροατῶν τοὺς πεπαιδευμένους τὰς γραφὰς δοκιμάζειν τὰ παρὰ τῶν διδασκάλων λεγόμενα καὶ τὰ μὲν σύμφωνα ταῖς γραφαῖς δέχεσθαι τὰ δὲ ἀλλότριαἀποβάλλεν. Καὶ τοῦς τοιούτοις (ἀλλοτρίοις) διδάγμασιν ἐπιμένοντας ἀποστρέφεσθαι σφοδρότερον».

Ἁγ. Ἰωάννου Χρυσοστόμου.
† «Τὸ Εὐαγγέλιον τοῦ Χριστοῦ ἐπὶ τῆς κεφαλῆς τίθεται, ἵνα μάθῃ ὁ χειροτονούμενοςὅτι τὴν ἀληθινὴν τοῦ Εὐαγγελίου Τιάραν λαμβάνει, καὶ ἵνα μάθῃ ὅτι καὶ ἡ πάντων ἐστὶκεφαλή, ἀλλ’ ὑπὸ τούτους  πράττει τοὺς νόμους, πάντων κρατῶν καὶ ὑπὸ τῶν νόμων κρατούμενος, πάντα νομοθετῶν καὶ ὑπὸ τοῦ νόμου νομοθετούμενος

Τρίτη 23 Ιουλίου 2019

Εγωίσμός

Ο ΕΓΩΙΣΜΟΣ ΠΟΥ ΤΥΦΛΩΝΕΙ...
ΘΕΜΑΤΑ ΑΥΤΟΓΝΩΣΙΑΣ , ΛΟΓΟΙ ΠΑΤΕΡΩΝ
«Μην λέγεις πως είσαι ταπεινός, μέσα είναι το γουρουνόπουλο της υπερηφανείας. Με βλέπεις και εμέ με τούτα τα γένεια; Όλο υπερηφάνεια είναι γεμάτα, και ο Θεός να μας την ξεριζώσει από την καρδιά μας.  Ο χριστιανός χρειάζεται δύο πτέρυγες δια να πετάξει, να πηγαίνει στον Παράδεισο, με την αγάπην και την ταπείνωσιν».                     (Κοσμάς ο Αιτωλός Διδαχή Α 1)
«Κάποιον αδελφό που υπερηφανευόταν τον συμβούλευσε πνευματικά ένας πάρα πολύ γνωστικός γέροντας. Αυτός τότε τυφλωμένος από το πάθος τού είπε: «Συγχώρησέ με, πάτερ, δεν είμαι υπερήφανος». Και ο πάνσοφος γέροντας αποκρίθηκε:  «Και ποια απόδειξη σαφέστερη από αυτή θα μπορούσες, τέκνο μου, να μας δώσεις για το πάθος σου, από αυτό του είπες, Δεν είμαι υπερήφανος;» (Κλίμαξ Ιωάννου Σιναϊτη εκδ. ΕΠΕ σελ. 353)
«Ο καθένας είναι ο πρώτος και ο πιο μεγάλος κόλακας του εαυτού του» (Πλούταρχος στο Σταλαγμοί αρχαίας σοφίας)
- Ο εγωισμός φέρνει την δικαιολογία…
«Ω αδελφοί μου, τι κάνει η υπερηφάνεια; Ω τι κατορθώνει η ταπεινοφροσύνη; Ποια ανάγκη υπήρχε για όλους αυτούς τους κύκλους; Διότι αν είχε ταπεινωθεί (ο Αδάμ) και υπακούσει το Θεό από την αρχή και είχε φυλάξει την εντολή, δεν επρόκειτο να ξεπέσει.  Πάλι μετά την ασχημοσύνη τού έδωσε αφορμή να μετανοήσει και ελεηθεί. Αλλά ο τράχηλός του έμεινε υψηλός. Διότι ήλθε κοντά του λέγοντας· «Αδάμ, πού είσαι;» αντί για το, από ποιά δόξα σε ποιά εντροπή ήλθες; Στη συνέχεια τον ερωτά. «γιατί αμάρτησες; γιατί απείθησες;» προτρέποντας τον ειδικά να πει «συγχώρεσε». Και πού είναι το «συχγώρεσε»; Πουθενά ταπείνωσις, πουθενά μετάνοια, αλλά το αντίθετο.  Και αυτός αντιλέγει. «Η γυναίκα που μου έδωσες», και δεν λέγει η γυναίκα μου με ενέπαιξε, αλλά «η γυναίκα που μου έδωσες», σαν να έλεγε κανείς η συμφορά που έφερες στην κεφαλή μου. Έτσι συμβαίνει, αδελφέ· όταν ο άνθρωπος δεν έχει στο πρόγραμμά του το να μέμφεται τον εαυτό του, δεν διστάζει να κατηγορεί τον ίδιο το Θεό.Έπειτα έρχεται προς εκείνη (την Εύα) και της λέει· «γιατί και εσύ δεν εφύλαξες την εντολή;» σαν να της έλεγε ειδικώς, πες κι εσύ, συχγώρεσε, για να ταπεινωθεί η ψυχή σου και ελεηθείς. Και πάλι πουθενά το «συγχώρεσε». Και αυτή απομακρύνεται λέγοντας «το φίδι με απάτησε», σαν να έλεγε, αν αυτός αμάρτησε, τι έχω να κάνω εγώ.  Τι κάνετε, άθλιοι; Βάλετε μιά μετάνοια, αναγνωρίστε το πταίσμα σας, λυπηθείτε τη γύμνωσή σας. Κι όμως κανείς τους δεν αξιώθηκε να δώσει μομφή στον εαυτό του. Κανείς δε βρέθηκε να έχει μικρή έστω ταπείνωση».                    (αββάς Δωρόθεος ΕΠΕ σελ. 273-275)
«Δίκαιος εαυτού κατήγορος εν πρωτολογία» (Παροιμ. 18,17). Ο ευσεβής πρώτα κατηγορεί τον εαυτό του. Είναι δυνατόν ο ευσεβής να κατηγορεί τον άλλον; Αν τον κατηγορεί είναι ευσεβής; Όχι!... Η αδιάντροπη δικαιολογία είναι ίδιον των αμετανοήτων αμαρτωλών. Ο φονιάς ρίχνει την ευθύνη στο θυμό, ο κλέφτης στη φτώχεια, ο μοιχός στο πάθος του. Όμως όλα αυτά είναι ανόητες δικαιολογίες. Διότι: Υπάρχουν φτωχοί που δεν κλέβουν. Υπάρχουν άνθρωποι με επιθυμίες που δεν μοιχεύουν, κλπ άρα, ούτε η φτώχεια, ούτε η επιθυμία, ούτε ο θυμός σπρώχνουν τον άνθρωπο στην αμαρτία, αλλά η θέλησή του, η διάθεσή του.
Ο Δαβίδ είδε απέναντί του την γυναίκα του Ουρία να λούζεται γυμνή (Β Βασ. 11,12). Και ήρθε σε πειρασμό, και μοίχευσε με αυτήν. Όταν μετανόησε, ομολόγησε την αμαρτία του ωμά και καθαρά: «ημάρτηκα τω Κυρίω» (Β Βασ. 12.13). Θα μπορούσε βέβαια ο Δαβίδ να δικαιολογηθεί, και να πει: «Αμάρτησα γιατί είδα τη γυναίκα να ξεγυμνώνεται μπροστά μου. Γιατί λουζόταν μπρος στα μάτια μου». Ήξερε όμως πως αυτά ήταν ανόητες δικαιολογίες. Για αυτό και καταδίκασε τον εαυτό του, και έλαβε συγχώρεση από τον Κύριο. Και συ, αγαπητέ μου, πες στον Κύριο καθαρά το ήμαρτον» (Ιωάννης ο Χρυσόστομος)
«Όταν σε ελέγξει ο Πνευματικός και σου ειπεί, διατί να τα κάμης όλα αυτά; Τότε εσύ να μην ρίξεις την αφορμή σε άλλον τάχα, πως σε παρακίνησε, ούτε να προφασιστείς πως σε εσκέλισε ο Διάβολος, αλλά να κατηγορήσεις του λόγου σου και να πεις το κακό σου το κεφάλι σε όλα σου έφταιξε» (άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός, Διδαχή Α2)
ΑΒΒΑ ΙΣΑΚ ΣΥΡΟΥ
ΕΛΕΓΞΕ ΜΕ ΤΗΝ  ΔΥΝΑΜΗ ΤΩΝ ΑΡΕΤΩΝ ΣΟΥ....
Έλεγξε με τη δύναμι των αρετών σου εκείνους που δογματίζουν αντίθετα και όχι με την πειστικότητα των λόγων σου.
Με την πραότητα και την γαλήνη των χειλέων σου αποστόμωσε και κατασίγασε την αναίδεια των απειθών.
Έλεγξε τους ακολάστους με την ευγένεια της αναστροφής σου και τους αναίσχυντους κατά τις αισθήσεις με την συγκράτηση των οφθαλμών σου. Να θεωρής ξένον τον εαυτό σου όλες τις ημέρες της ζωής σου, όπου και αν εισέλθης, για να μπορέσης να λυτρωθής από τη ζημία που προκαλεί η παρρησία.
Νόμιζε τον εαυτό σου πάντοτε ότι δεν γνωρίζει τίποτε, για να αποφύγης την μομφή που επέρχεται από την υποψία ότι θέλεις να διαμορφώσης την γνώμη του άλλου.
Ευλόγει επιμόνως πάντοτε με το στόμα και δεν θα λοιδορηθής· διότι η λοιδορία γεννά λοιδορίαν και η ευλογία ευλογίαν.
Νόμιζε ότι για κάθε πράγμα χρειάζεσαι διδαχή, και θα ευρεθής σε όλη την ζωή σου σοφός.
Μη παραδώσης σε κανέναν ό,τι δεν παρέλαβες ακόμη, για να μη καταισχυνθής ο ίδιος και από την σύγκρισι της διαγωγής σου αποκαλυφθή το ψεύδος σου.
Αν ειπής σε κάποιον κάτι από τα χρειαζούμενα, να ομιλήσης σαν μαθητής και όχι σαν αυθέντης με αναίδεια.
Να κατακρίνης τον εαυτό σου από πριν και να δηλώσης ότι είσαι κατώτερός του, για να δείξης στους ακούοντας την αξία της ταπεινώσεως, να τους παρακινήσης ν’ ακούσουν τα λόγια σου και να τρέξουν προς την εφαρμογή, κι έτσι θα γίνης αξιότιμος εμπρός στα μάτια τους.
Ό,τι μπορείς σε τέτοια πράγματα, πες το με δάκρυα, για να ωφελήσης και τον εαυτό σου και τους ακροατάς σου, και η χάρις του Θεού να είναι μαζί σου.
ΤΟ ΥΨΟΣ ΤΗΣ ΤΑΠΕΙΝΟΦΡΟΣΥΝΗΣ!Η ΠΑΓΙΔΑ ΤΗΣ ΕΠΑΡΣΗΣ!

📷
«Γιατί ο ταπεινός ποτέ δεν πέφτει. Από πού να πέσει, αφού βρίσκεται κάτω από όλους; Ταπεινώνει πολύ τον άνθρωπο η υψηλοφροσύνη, ενώ η ταπεινοφροσύνη γίνεται ύψωση και τιμιότητα και αξίωμα».  (Όσιος Μακάριος, εκδ. ΕΠΕ σελ 353)
«Ας είναι παρούσα μαζί σου η ταπείνωση σε κάθε τόπο και σε όλα τα έργα που κάνεις˙ διότι, όπως το σώμα χρειάζεται το ένδυμα, είτε υπάρχει καύσωνας είτε παρουσιάστηκε υπερβολικό κρύο, έτσι η ψυχή χρειάζεται διαρκώς την ενδυμασία της ταπεινοφροσύνης. Η ταπεινοφροσύνη είναι απόκτημα καλό και εκλεκτό˙ και αυτό το ξέρουν όλοι όσοι έσυραν ανεπαίσχυντα τον ζυγό της. Προτίμησε, καλύτερα, να βαδίζεις γυμνός και ξυπόλητος, παρά να είσαι απογυμνωμένος από αυτή˙ διότι αυτούς που την αγαπούν τους σκεπάζει με την προστασία τους ο Κύριος.
Ανώφελη όλη η άσκηση, όλη η εγκράτεια, όλη η υπακοή, όλη η ακτημοσύνη και όλη η πολυμάθεια, όταν στερείται από την ταπεινοφροσύνη. Διότι, όπως είναι η ταπεινοφροσύνη αρχή και τέλος των αγαθών, έτσι είναι η υψηλοφροσύνη αρχή και τέλος των κακών. Είναι μάλιστα πανούργο και πολύμορφο αυτό το ακάθαρτο πνεύμα. Για αυτό και αγωνίζεται να εξουσιάζει όλους, και στον καθένα χωριστά, στον τρόπο με τον οποίο εργάζεται, στον ίδιο τρόπο στήνει την παγίδα. Τον σοφό παγιδεύει με τη σοφία, τον δυνατό με τη δύναμη, τον πλούσιο με τον πλούτο, τον όμορφο με την ομορφιά, τον γλυκόλογο με την ομιλία, τον καλλίφωνο με την καλλιφωνία, τον καλλιτέχνη με την καλλιτεχνία, τον έξυπνο με την εξυπνάδα». (Εφραίμ Σύρου Έργα, τομ. Β σελ 240-1, τομ. Α σελ 83)
«Μη θεωρείς σπουδαίο τον εαυτό σου προτού να ενοχληθείς από πειρασμό, διότι συνήθως, όταν έρθει ο πειρασμός, νικά και αυτούς ακόμη που νομίζουν ότι είναι σταθεροί. Νομίζω ότι προτού να ενοχληθείς από πειρασμό, δε γνωρίζεις διόλου τον εαυτό σου, ποιος είσαι ως προς τη δύναμη. Πρέπει λοιπόν να ασφαλίζεις το νου σου και να είσαι άγρυπνος στις επιθέσεις του Εχθρού. Όπως η φωτιά, στο χυτήριο, δοκιμάζει το χρυσάφι και το ασήμι ως προς τη γνησιότητα, έτσι στους πειρασμούς δοκιμάζονται οι ψυχές των ανθρώπων, έχοντας βοηθό τον Κύριο». (Οσίου Εφραίμ Σύρου, Έργα, τομ. Β σελ 242-3)
«Η φιλοδοξία. Εάν ανάψεις όλας τας αρετάς εντός σου ως μεγάλα κηρία, καλώς θα πράξεις˙ αν όμως παραλλήλως διατηρήσεις την φιλοδοξίαν, εκείνη ως ισχυρός άνεμος ταχέως θα σβήσει όλα τα αναμμένα κηρία. Ίσως συ εκ νέου να τα ανάψεις, όμως ο άνεμος εκ νέου θα τα σβήσει. Δια τούτο, σταμάτησε πρώτον τον άνεμον».
«Ας προσπαθούμε να μένουν έναυλα μέσα μας τα λόγια του Σωτήρος: « Εάν μη στραφητε και γενήσθε ως τα παιδία, ου μη εισέλθητε εις την βασιλείαν των ουρανών» ( Ματθ. Ιη΄ 3, 4 ), καθώς και τα λόγια του Αποστόλου: « Ως αρτιγέννητα βράφη το λογικόν γάλα επιποθήσατε, ίνα εν αυτώ αυξηθήτε εις σωτηρίαν» ( Α΄ Πέτρ. β΄ 2 ). Δηλαδή να είμαστε απλοί και καθαροί στην καρδιά.
Έχε νηπιακή απλότητα στις σχέσεις σου με τους ανθρώπους και με τον Θεό. Η απλότης της καρδιάς είναι το ύψιστο και πολυτιμότερο αγαθό του ανθρώπου. Ο ίδιος ο Θεός είναι τελείως απλός, γιατί είναι τελείως πνευματικός και τελείως αγαθός. Μην αφήνεις λοιπόν την καρδιά σου μοιρασμένη ανάμεσα στο καλό και στο κακό». (αγ. Ιωάννου της Κρονστάνδης, Η εν Χριστώ ζωή μου)

Κυριακή 21 Ιουλίου 2019

Είναι η αγιότητα προϋπόθεση της Αποτείχισης;






Σαν σήμερα πριν δύο χρόνια ακριβώς η σύνοδος στο Κολυμπάρι της Κρήτης θεσμοθέτησε «ΣΥΝΟΔΙΚΩ ΤΩ ΤΡΟΠΩ»!  την παναίρεση του οικουμενισμού στην Εκκλησία. Θλίψη διακατέχει τις καρδιές μας για το γεγονός αυτό.
   Στις μετέπειτα εξελίξεις στο χώρο της Ελλαδικής Εκκλησίας, εντοπίζουμε δύο«κομβικά» σημεία. Αφ’ ενός μεν το κείμενο «προς τον Λαό», του Φεβρουαρίου του 2017, το οποίο εκφράζει ανάγλυφα τις θέσεις της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος Εκκλησίας της Ελλάδος απέναντι στην σύνοδο της Κρήτης, και αφ’ ετέρου το «χρησμικό»κείμενο–απόφαση, της μεγάλης συνάξεως του Αγίου Όρους στις 17 Ιουνίου του 2017 το οποίο αγωνιωδώς προσπαθεί να «καλύψει» το ανακόλουθο της συνόδου της Κρήτης σε σχέση με την Αγιοπατερική παράδοση της Εκκλησίας.    

   Το οικουμενιστικό συνέδριο που διοργανώθηκε από την Θεολογική Σχολή του Α.Π.Θ πριν λίγες μέρες για τη Σύνοδο της Κρήτης, και η παρουσία μεταξύ των χορηγών του συνεδρίου μεγάλων Ιερών Μονών, αφήνει να διαφανεί κατά τρόπο απροκάλυπτο γιατί το Άγιο Όρος δεν ομιλεί… Γιατί τα μοναστήρια μας δεν αντιδρούν… Στο σημείο αυτό σας μεταφέρω ένα απόσπασμα από άρθρο του καθηγητού Σαράντου Ι. Καργάκου στην «Εστία»: Λέγει «Ἀμυκλαῖοι σιγῆ ἀπώλοντο». Κατά μία παράδοση, οἱ κάτοικοι τῶν Ἀμυκλῶν εἶχαν λάβει ὅλα τά ἀναγκαῖα μέτρα γιά τήν προάσπιση τῆς πόλης τους,ὅταν οἱ Δωριεῖς κατέλαβαν τήν Σπάρτη καί τήν Λακωνία. Νύκτα καί ἡμέρα ἦσαν ὑπό τά ὅπλα. Οἱ Δωριεῖς τῆς Σπάρτης τούς ἄφησαν ἐπί πολύ ἀνενόχλητους. Ἔτσι, οἱ Ἀμυκλαῖοι χαλάρωσαν σταδιακά καί, ἀκολούθως, ὁλικά τήν ἀμυντική τους ἐπαγρύπνηση. Καί κάποιο βράδυ, οἱ Δωριεῖς τῆς γειτονικῆς Σπάρτης μπῆκαν στήν πόλη τους ἀμαχητί καί τούς κατέσφαξαν. Τό πάθημα τῶν Ἀμυκλαίων ἔγινε παροιμιακό».
  Το ίδιο πάθημα περιμένει και όλους τους σημερινούς «Αμυκλαίους» της Εκκλησίας, εξ’ αιτίας του εφησυχασμού τους. Λέγει ο μακαριστός γέροντας Αθανάσιος Μυτιληναίος εν έτη 1994:«πρέπει νάχουμε ἐγρήγορση. Καὶ τὰ λέμε αὐτά, γιατὶ δὲν ξέρουμε αὔριο τί ἔρχεται. Ὄχι ἐπὶ θύραις, ἔχει μπεῖ μέσα ὁ ἐχθρός. Δὲν λέω τὶς αἱρέσεις μόνο, δὲν λέω ...πάμπολλα. Ἕνα θὰ πῶ μόνο,τὸν ΟἰκουμενισμόὉ ὁποῖος Οἰκουμενισμός, φορεῖς του ἔχει αὐτὴ τὴν στιγμὴ Πατριάρχες, Ἀρχιεπισκόπους, Ἐπισκόπους κ.ο.κ. Τὰ ἀκούσατε; Ὁ Οἰκουμενισμὸς ἔχει φορεῖς του: Πατριάρχες, Ἀρχιεπισκόπους, Ἐπισκόπους κ.ο.κ. Τὸ καταλάβατε; Πῶς λοιπόν, θὰ παίρνει τὸ μυαλό μας στροφές, ὅταν αὔριο θὰ μᾶς ποῦν –προοδευτικὰ ἐννοεῖται, μὲ τὴ μέθοδο τοῦ σαλαμιοῦ, λίγο-λίγο–  καὶ τοῦτο κι ἐκεῖνο. Δὲν θὰ ἀντιδράσουμε; Θὰ πιαστοῦμε στὸν ὕπνο; 
Ἀλλοίμονο σὲ κεῖνον ποὺ δὲν θὰ ἀντιδράσει».
  Μα η σημερινή κατάσταση δεν έχει αιτία μόνον τον εφησυχασμό. Προσωπική μας άποψη είναι ότι θα είχε μεγάλο ενδιαφέρον, να οργανώσουμε μία άλλη ημερίδα με θέμα:  «Υποταγή των πάντων στο θέλημα των σκοτεινών δυνάμεων».
   Περιμέναμε λοιπόν με αγωνία να δούμε τις επίσημες αντιδράσεις στα κακώς κείμενα των κειμένων της Κρήτης. Στην χρονική περίοδο της αναμονής διαπιστώσαμε «επώδυνα»ότι όλα «τὰ 'σκιαζε ἡ φοβέρακαὶ τὰ πλάκωνε ἡσκλαβιά…», και ελάχιστοι είχαν την διάθεση να δουν την Αλήθεια κατάματα. Μετά από έντονο και βασανιστικό προβληματισμό, με οδοδείκτη τα βήματα των Αγίων Πατέρων,  διαλέξαμε τον μαρτυρικό δρόμο της διακοπής του μνημοσύνου. Και βέβαια εκτός των άλλων έπρεπε να απολογηθούμε και στην αυστηρή παρατήρηση–ερώτηση των εθελοτυφλούντων ελεγκτών μας. Μας ρωτούσαν και μας ρωτούν:
 «Δηλαδή φθάσατε σε τέτοια  ύψη αγιότητας ώστε να προβείτε σε αποτείχιση;». Υψηλά ιστάμενο πρόσωπο μου έθεσε σε κατ’ ιδίαν συζήτηση που είχαμε τον «αποτρεπτικό προβληματισμό»: «Γίνε πρώτα Άγιος Θεόδωρος Στουδίτης και μετά έλα να μιλήσουμε»  Ο ίδιος ο Άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης λέγει επί λέξει: «Η εντολή του Κυρίου είναι να μη σιωπάμε τον καιρό που η πίστη μας βρίσκεται σε κίνδυνο. Ώστε, όταν για την πίστη ο λόγος, δεν μπορείς να πεις ποιος είμαι εγώ; ένας απλός ιερέας, άρχοντας, στρατιώτης, γεωργός, φτωχός. Δεν μου πέφτει λόγος και φροντίδα για αυτό το ζήτημα. Αλίμονο, οι λίθοι θα κράξουν και εσύ θα μείνεις σιωπηλός και χωρίς φροντίδα;». Βλέπουμε τους αγίους να φλέγονται μέσα στην αγωνία για την Αλήθεια της Πίστεως, και εμείς «κρυοκάρδιοι και απερίτμητοι τη συνειδήσει» αποτρέπουμε το ποίμνιο από το «να απαιτεί να ορθοτομείται ο Λόγος της Αληθείας». Η πλειονότητα των πνευματικών και των γερόντων και των εντός και των εκτός του Αγίου Όρους δυστυχώς είναι οπαδοί αυτής της αποτροπής.
    Βέβαια να πούμε ξεκάθαρα, ότι το ερώτημα δεν τίθεται από τους ερωτώντες για να απαντηθεί. Δεν θέλουν την απάντηση. Τίθεται για να δημιουργηθεί εκείνο το«συνειρμικό περιβάλλον»μέσα τους και γύρω τους ώστε και οι ίδιοι να δικαιολογήσουν την αδικαιολόγητη πατερικά στάση τους, και οι ακούοντες κληρικοί, μοναχοί και λαϊκοί να γίνουν διστακτικοί και αναποφάσιστοι απέναντι σε μια τέτοια «απονενοημένη»γι αυτούς, και για τους πολλούς δυστυχώς, απόφαση και στάση.
   Οι θέτοντες το ερώτημα ουσιαστικά μας λένε:«Κάποιος Ορθόδοξος Επίσκοπος ή Μητροπολίτης ή πρεσβύτερος μπορεί να εφαρμόσει στην πράξη τον 15ο κανόνα της ΑΒ συνόδου, μόνο ΑΝ φθάσει σε ύψη αγιότητας».
  Βέβαια θα ήταν αφελές να δεχθούμε κάτι τέτοιο, και λυπάμαι αλλά θα χαρακτηρίσω αφελείς και αυτούς που θέτουν τέτοιες προϋποθέσεις απέναντι στην μαρτυρική στάση και πορεία της αποτείχισης. 
    Λοιπόν το ερώτημα-προβληματισμός που μας θέτουν και οι εξ αριστερών και οι εκ δεξιών ιστάμενοι της πορείας της αποτείχισης, πάνω στον οποίο κτίζω αυτά που σας λέγω σήμερα, είναι προϊόν ενσυνειδήτου ή ασυνειδήτου πλάνης των ερωτώντων. Μάλλον το ερώτημα θα πρέπει να διαμορφωθεί έτσι ώστε, να μιλάμε πάνω σε ορθολογιστική βάση. Θα μπορούσαμε π.χ. να ρωτήσουμε: «Τι έκαναν οι άγιοι σε καιρό επικράτησης αιρέσεων στην Εκκλησία;».Και βέβαια με την ουσιώδη υποσημείωση ότι ουδείς άγιος εν ζωή γνωρίζει, πολύ δε περισσότερο διαφημίζει την αγιότητά του.
   Επιστρέφουμε λοιπόν το ερώτημα στους δολίως ή αδόλως ερωτώντες ως εξής διατυπωμένο.  Μήπως μπορούν να μας πουν έναν, «ΕΝΑΝ» άγιο, που σε καιρό αιρέσεως έμεινε με την αίρεση και παρότρυνε και το σώμα της Εκκλησίας να μείνει με την  αίρεση;  Μήπως μπορούν να αναφέρουν μία, «ΜΙΑ» σύνοδο τοπική ή οικουμενική, που σε καιρό αιρέσεως προτρέπει με τα κείμενά της να προσχωρήσουμε στην αίρεση και να καταστήσουμε τα αιρετικά δόγματα, δόγματα της Εκκλησίας; Μη γένοιτο.
    Η ανακόλουθη όμως, των Αγίων Πατέρων, σύνοδος του Κολυμπαρίου, επέβαλε  την αίρεση του οικουμενισμού θεσμικά μέσα στην Εκκλησία μας και ας ευχηθούμε και ας προσευχηθούμε ο Άγιος Τριαδικός Θεός, να επαναφέρει δια της Πανσόφου επεμβάσεώς Του, την ΤΑΞΗ μέσα στην Εκκλησία Του.
   Θα απαντήσουμε λοιπόν στους θέτοντας την ερώτηση του τίτλου της εισηγήσεως, με τους λόγους και την πολιτεία των αγίων. Έτσι θα τους βοηθήσουμε να ξεπεράσουν τον πειρασμό του εφησυχασμού. Είναι ηλίου φαεινότερον ότι το ερώτημα τίθεται για να μπορούν να κοιμούνται οι ίδιοι και οι γύρω τους… ήσυχοι.
  Πηγαίνουμε λοιπόν στην δια των αιώνων αναβλύζουσα «Ύδωρ ζων» πηγή των Αγίων Πατέρων.
Ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής μας λέγει: «Καὶ ἄλλο δὲ σκοπήσωμεν· Ὁ Θεὸς ἐκλεξάμενος, ἐξήγειρεν ἀποστόλους, καὶ προφήτας, καὶ διδασκάλους, πρὸς τὸν καταρτισμὸν τῶν ἁγίων· ὁ δὲ διάβολος, ψευδαποστόλους καὶ ψευδοπροφήτας, καὶ ψευδοδιδασκάλους κατὰ τῆς εὐσεβείας ἐκλεξάμενος ἐξήγειρεν, ὥστε καὶ τὸν παλαιὸν πολεμηθῆναι νόμον, καὶ τὸν εὐαγγελικόν.Ψευδαποστόλους δέ, καὶ ψευδοπροφήτας, καὶ ψευδοδισκάλους μόνους νοῶ τοὺς αἱρετικούς· ὧν οἱ λόγοι καὶ οἱ λογισμοὶ διεστραμμένοι εἰσίν.Ὣσπερ οὖν ὁ τοὺς ἀληθεῖς ἀποστόλους, καὶ προφήτας, καὶ διδασκάλους δεχόμενος, Θεὸν δέχεται·οὕτως καὶ ὁ τοὺς ψευδαποστόλους, καὶ ψευδοπροφήτας, καὶ ψευδοδιδασκάλους δεχόμενος, τὸν διάβολον δέχεται. Ὁ τοίνυν συνεκβαλὼν τοὺς ἁγίους τοῖς ἐναγέσι καὶ ἀκαθάρτοις αἱρετικοῖς (δέξασθε λέγοντα τὴν ἀλήθειαν), τῷ διαβόλῳ προφανῶς τὸν Θεὸν συγκατέκρινεν.» (βλ. Αγ. Μαξίμου του Ομολογητού. Περὶ τῶν πραχθέντων ἐν τῇ πρώτῃ ἐξορίᾳ, ἤτοι ἐν Βιζύῃ· τὰ παρὰ τοῦ Θεοδοσίου ἐπισκόπου Καισαρείας Βιθυνίας, καὶ αὐτοῦ διαλεχθέντα. Παρ Ι.)
  Ο άγιος Μάξιμος ο ομολογητής αυστηρός ταυτίζει την αποδοχή της αίρεσης με την αποδοχή του διαβόλου. Εκτός και αν υπάρχουν κάποιοι που έχουν την αφέλεια να πιστεύουν ότι ο οικουμενισμός δεν είναι αίρεση. Ή επειδή «έτσι τους συμφέρει» προσπαθούν αγωνιωδώς να δομήσουν επιχειρήματα για δήθεν διατάραξη της Εκκλησιαστικής τάξεως με την εφαρμογή του 15ουκανόνος της ΑΒ συνόδου. Μα σαφώς τους απαντάμε «Δεν είναι η αποτείχιση που φέρνει την ταραχή, αλλά η σύνοδος της Κρήτης η οποία θεσμοθέτησε την αίρεση του οικουμενισμού ως επικρατούσα, δυστυχώς, κατάσταση στην Εκκλησία.»
   Την εποχή λοιπόν του Αγίου Μαξίμου συγκλονίζει την Εκκλησία η αίρεση του Μονοθελητισμού.  Όλοι, οι τότε Πατριάρχες είχαν υποκύψει στην αίρεση αυτή.  Ο μόνος, που έμεινε ακλόνητος στην Ορθοδοξία ήταν ο μοναχός άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, με τους δύο μοναχούς μαθητές του.  Οι τρεις αυτοί μοναχοί και «μόνοι» διέκοψαν την «κοινωνία» με όλους τους Πατριάρχες. Διώχτηκαν φοβερά.  Οι διώκτες τους, έκοψαν το χέρι του αγίου Μαξίμου, για να μη γράφει, και τη γλώσσα, για να μην ομιλεί.  Τον αναθεμάτισαν και τον εξόρισαν στον Καύκασο, σε ηλικία 80 ετών.
   Όλα αυτά συνέβησαν είκοσι χρόνια προτού συνέλθει το 680 μ.Χ. η Στ΄ Οικουμενική Σύνοδος, η οποία καταδίκασε την αίρεση, αναθεμάτισε όλους τους τότε Πατριάρχες Ανατολής και Δύσεως, και δικαίωσε τον άγιο Μάξιμο με τους δύο μαθητές του μοναχούς!
    Οι απαρασάλευτες και αυστηρές θέσεις του Αγίου Μαξίμου του ομολογητού και των συν αυτώ, απέναντι στην αίρεση, που διαβάζουμε στους διαλόγους με τους διώκτες τους, δεν είναι αποτέλεσμα της επίγνωσης της αγιότητάς τους. Ακριβώς το αντίθετο συμβαίνει. Η αγιότητά τους κτίζεται πάνω στις θέσεις αυτές.

  Στον βίο του αγίου Υπατίου διαβάζουμε: «Ο άγιος Υπάτιος η μνήμη του εορτάζεται 17 Ιουνίου, Ηγούμενος της Μονής των Ρουφιανών στην Χαλκηδόνα, όταν πληροφορήθηκε τα αιρετικά φρονήματα του Νεστορίου, αμέσως έσβησε το όνομά του από τα δίπτυχα δια να μη μνημονεύεται εις τις Λειτουργίες. Ο ευλαβέστατος επίσκοπος Ευλάλιος είπε προς τον Υπάτιον: Γιατί έσβεσες το όνομά του πριν να ιδής τι θα γίνη; Ο όσιος απάντησε: Εγώ αφού έμαθα ότι μιλά άσχημα για τον Κύριόν μου, παύω την κοινωνίαν μαζί του και ούτε αναφέρω το όνομά του· δεν είναι πια επίσκοπος». Τότε ο Ευλάλιος του είπε με οργή: «Πήγαινε και διόρθωσε αυτό που έκανες, διότι μπορώ και να σε τιμωρήσω». Και ο Υπάτιος αποκρίθηκε: «Ό,τι θέλεις κάμε, διότι εγώ απεφάσισα τα πάντα να πάθω και με αυτήν την απόφασιν το έκανα αυτό» (πηγή:http://orthodox-voice.blogspot.com/2013/03/blog-post_373.html) Και πάλι ρωτάμε. H αίρεση που εισήγαγε στην Εκκλησία τότε ο Νεστόριος ήταν καταδικασμένη συνοδικά; Ήταν λοιπόν λάθος ο Άγιος Υπάτιος; Μήπως διέγνωσε αυτοεξεταζόμενος την αγιότητά του, και μετά προέβη στις ενέργειες που διαβάσαμε; Όχι βέβαια. Να ευχηθούμε να βρεθούν σήμερα τέτοιοι ηγούμενοι. Αν είχαμε στο Άγιο όρος δέκα τέτοιους ηγουμένους, που θα ακολουθούσαν το παράδειγμα του αγίου Υπατίου, θα είχε γίνει ήδη άλλη σύνοδος πανορθόδοξος η οποία θα είχε καταδικάσει και αναθεματίσει το Κολυμπάρι και τον οικουμενισμό, οδηγώντας και πάλι το σκάφος της Εκκλησίας στο γαλήνιο λιμανάκι των Ορθόδοξων Δογμάτων.
   Από τον βίο του Αγίου Κυρίλλου. «Το 428 Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως ήταν ο Νεστόριος, ο οποίος δεν έπαυσε την «κοινωνία» με τον Ευτυχή, όταν κήρυξε από τον άμβωνα της αγίας Σοφίας ότι η Παναγία πρέπει να ονομάζεται «Χριστοτόκος» και όχι Θεοτόκος»! Την αντικανονική αυτή στάση του Νεστορίου οι πιστοί θεώρησαν ως συμφωνία του με τις κακοδοξίες του Ευτυχή, όπως και πράγματι ήταν.  Οι πιστοί αμέσως έφυγαν απ’ το ναό και δεν εκκλησιάζονταν σε καμιά εκκλησία, επειδή μνημονεύονταν ο Νεστόριος.  Ακόμα δεν είχε συνέλθει καμιά Σύνοδος να καταδικάσει τον Ευτυχή και το Νεστόριο, με τους οπαδούς τους, που κοινωνούσαν μαζί τους. 
   Ο άγιος Κύριλλος, Πατριάρχης Αλεξανδρείας, με επιστολές του, προς τον κλήρο και το λαό της Πόλης, τους παρότρυνε προς τούτο. Ύστερα από τρία χρόνια, το έτος 431 μ.Χ. συνήλθε η Γ΄ Οικουμενική Σύνοδος, η οποία δικαίωσε τον άγιο Κύριλλο, και όσους είχαν πάψει το «μνημόσυνο» του Νεστόριου, και καταδίκασε το Νεστόριο! (πηγή:http://agiooros.org/viewtopic.php?f=4&t=3133)

  Θα ήταν αφελές να πιστεύουμε ότι η στάση του ποιμνίου απέναντι στην αίρεση του Νεστορίου και του Ευτυχούς, και η στάση του Αγίου Κυρίλλου, ήταν αποτέλεσμα του ελέγχου που έκαναν στους εαυτούς τους και αποφάσισαν ότι έφθασαν σε ύψη αγιότητας γι αυτό και έπρεπε να προβούν σε αποτείχιση. Προς σύγκριση του τότε και του σήμερα, σας μεταφέρω τους λόγους (Τοῦ Θεοφιλεστάτου ἘπισκόπουΧριστουπόλεως κ. Μακαρίου) από την εισήγησή του  στο 8ο συνέδριο θεολογίας που έγινε πριν λίγες μέρες όπως είπαμε πιο πάνω, στην Θεσσαλονίκη.Λέγει ο Θεοφιλέστατος:«...Πρόσωπα, ὁμάδες, κληρικοί, μοναχοί, λαϊκοί, ὀργανώσεις καί συνάξεις δέν ἔχουν κανένα δικαίωμα καί καμμία αὐθεντία νά κρίνουν τί εἶναι αἵρεση καί νά χαρακτηρίσουν ποιός εἶναι αἱρετικός…». Ακούσατε; Άρα λοιπόν κατά τον θεοφιλέστατο άκυρος ο άγιος Κύριλλος, άκυρο και το άγιο εκείνο ποίμνιο που κράτησε την καθαρότητα της Ορθοδόξου Πίστεως. Αφήνουμε τον θεοφιλέστατο στη κρίση του λαού. Αν και όταν ο λαός αυτός ξυπνήσει από τον βαθύ ύπνο της αδιαφορίας.
    Από τον βίο του Αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού.Την εποχή της εικονομαχίας (754 – 842 ) ο άγιος Ιωάννης Δαμασκηνός πολεμά την αίρεση αυτή. Δεν έχει καμία «κοινωνία» με εικονομάχους επισκόπους.  Το 754 η Οικουμενική Σύνοδος στην Ιέρεια τον αναθεμάτισε.  Μετά τριάντα τρία χρόνια, συνήλθε ή Ορθόδοξη Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδος, η οποία αποκήρυξε την Σύνοδο της Ιέρειας, ως αιρετική, καταδίκασε τους εικονομάχους και δικαίωσε τον μοναχό Ιωάννη Δαμασκηνό! (πηγή:http://agiooros.org/viewtopic.php?f=4&t=3133)
 Και πάλι ρωτάμε: Πού διαφαίνεται ότι ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός κρατάει την σκληρή, αλλά μόνη ορθή στάση της αποκοπής από την αίρεση, έχοντας την βεβαιότητα ότι είναι άγιος;
Και συνεχίζουμε χωρίς σχόλια.
   Ο άγιος Γερμανός. Την εποχή της Φραγκοκρατίας στην Κύπρο, οι Λατίνοι επίσκοποι είχαν διώξει τους Ορθόδοξους επισκόπους και επέβαλαν με τη βία το «μνημόσυνό» τους στις Ορθόδοξες Εκκλησίες και τα μοναστήρια.. Οι Ορθόδοξοι δεν εκκλησιάζονταν στους ναούς τους, επειδή μνημονεύονταν οι Λατίνοι επίσκοποι. Τότε μάλιστα μαρτύρησαν με φρικτά βασανιστήρια από τους Λατίνους οι δεκατρείς οσιομάρτυρες μοναχοί της Καντάρας. Ο άγιος Γερμανός, που τότε ήταν Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, σε γράμμα του στους Ορθοδόξους της Κύπρου, λέγει: «Όσοι της καθολικής (= της Ορθόδοξης) εκκλησίας εστέ τέκνα γνήσια, φεύγειν όλω ποδί τη Λατινική υποταγή, και μηδέ ευλογίαν εκ των χειρών αυτών λαμβάνειν την τυχούσαν. Κρείσσον γαρ εστί εν τοις οίκοις υμών προσεύξασθαι κατά μόνας, ή επ’ εκκλησίαις συνάγεσθε μετά Λατινοφρόνων» (πηγή:http://agiooros.org/viewtopic.php?f=4&t=3133)
  Ο άγιος Μάρκος ο Ευγενικός. Την ψευδοσύνοδο της Φλωρεντίας (1439) δεν υπόγραψε ο άγιος Μάρκος ο Ευγενικός, ο οποίος δεν δέχτηκε να μνημονεύει το νέο Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Μητροφάνη, που ήταν Λατινόφρονας. Δεν δέχτηκε «κοινωνία» ούτε με κανένα άλλο επίσκοπο, που είχε «κοινωνία» με το Μητροφάνη. Η σύνοδος της Φλωρεντίας συγκλήθηκε ως «Οικουμενική» Σύνοδος και οι αποφάσεις της ήταν νόμος του κράτους. Τις αποφάσεις της ακύρωσε και καταδίκασε η Πανορθόδοξη Σύνοδος Κωνσταντινουπόλεως του έτους 1484 μ.Χ.

Η τελευταία του υποθήκη, προτού πεθάνει ήταν: «Εκφεύγειν άπασι τρόποις την κοινωνίαν αυτού (του πατριάρχου) και μήτε συλλειτουργείν αυτού, μήτε αρχιερέα τούτον, αλλά λύκον και μισθωτόν ηγείσθε» (πηγή:http://agiooros.org/viewtopic.php?f=4&t=3133)
Ο Γεννάδιος Σχολάριος. Ο Γεννάδιος Σχολάριος υπήρξε μαθητής του αγίου Μάρκου Ευγενικού και πρώτος Πατριάρχης μετά την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως. Σχετικά με το «μνημόσυνο» του επισκόπου από τους πιστούς γράφει ο Γεννάδιος: «Η πνευματική κοινωνία των ομοδόξων, και η τελεία υποταγή προς τους γνησίους ποιμένας εκφράζεται με το μνημόσυνο. Οι Σύνοδοι και οι άλλοι Πατέρες ορίζουν, ότι αυτών που αποστρεφόμεθα το φρόνημα, (αυτών) πρέπει να αποφεύγουμε και την κοινωνία» ( βλ. Γενναδίου Σχολαρίου, Γράμμα προς τους εκκλησιαστικούς... περιοδικό Ο όσιος Γρηγόριος Αγίου Όρους, αριθμ.21, σελ.23 ). (πηγή:http://agiooros.org/viewtopic.php?f=4&t=3133)
  Τέλος ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς πέραν της δικής του εμπράκτου απορρίψεως της αιρέσεως προ συνοδικής κρίσεως, δια της διακοπής του μνημοσύνου του Πατριάρχη Καλέκα λέγει: «Η ομολογία της ορθής πίστεως δεν αποτελεί την οροφή αλλά το έδαφος, τη βάση  επί της οποίας στηρίζει ο καθείς τον προσωπικό του αγώνα για μετάνοια και  κάθαρση.»

    Θα ήταν αφελές να ισχυρισθούμε ότι οι προαναφερόμενοι άγιοι Πατέρες έδρασαν και αποφάνθηκαν έχοντες επίγνωση της αγιότητός τους;
  Στο σημείο αυτό ας μου επιτρέψει ο πολύ αγαπητός μου και σεβαστός αγωνιστής π. Γεώργιος Μεταλληνός να χρησιμοποιήσω ένα μικρό μέρος από την δική του τοποθέτηση, σε εκδήλωση μνήμης   ΓΙΑ ΤΟ ΓΕΡΟΝΤΑ ΦΙΛΟΘΕΟ ΖΕΡΒΑΚΟ. Λέγει λοιπόν ο π. Γεώργιος:
  Δεν νοείται όμως αγιότητα χωρίς αγώνα υπέρ της πίστεως, της Ορθοδοξίας, δηλαδή, χωρίς ομολογία ορθόδοξη και έλεγχο της παραχάραξης της πίστεως, και μάλιστα από τούς ποιμένες, πού με την χειροτονία τους έχουν ταχθεί φύλακες και υπερασπιστές της, όπως οι Επίσκοποι. Είναι δυνατόν να μην αντιδρά ό πνευματικός άνθρωπος της Ορθοδοξίας στην διαστρέβλωση και κατάφωρη προδοσία της πίστεώς μας, όπως είναι ό Οικουμενισμός και οι συνιστώσες του, Βαπτισματική και Μεταπατερική Θεολογία;
 Ή άσκηση μόνη, όσον αυστηρή και υψηλή και αν είναι, δεν σώζει, χωρίς ορθή πίστη - Ορθοδοξία, αλλά εκφυλίζεται εύκολα σε ινδουισμό και γκουρουϊσμό. Και στην εσχατολογική εποχή μας, της πολτοποιήσεως των πάντων στην χοάνη της μασονοσιωνιστικής παγκοσμιοποίησης, προέχει ό υπέρ Ορθοδοξίας αγώνας, πού συνδέεται πάντα με τον δημόσιο έλεγχο της πλάνης και των φορέων της (Πατριαρχών, Ίεραρχών καθηγητών και λοιπών αιρετιζόντων) για την στήριξη και ενίσχυση του αγωνιζομένου ορθοδόξου πληρώματος Αυτό κάνουν σε κάθε εποχή οι αληθινοί πνευματικοί Πατέρες. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις ή άσκηση στις ερήμους και τις οπές της γης διακόπτεται από μαρτυρικές και ομολογητικές εξόδους στην μαστιζόμενη από την αιρετική πλάνη κοινωνία. Μέγιστο παράδειγμα, μετά τον ελεγκτή του παρανομούντος Ηρώδη, Πρόδρομο Ιωάννη, ό ηγέτης της ασκήσεως Μέγας Αντώνιος. Δύο φορές εγκατέλειψε τοπικά την έρημο, μεταφέροντάς την, ως άλλης μορφής αγώνα κατά του διαβόλου, στην Αλεξάνδρεια: πρώτα κατά τον διωγμό του Μαξιμίνου (311) και σε πολύ μεγάλη ηλικία το 338 (ήταν περίπου 90 ετών), για να συμπαρασταθεί με το πνευματικό του ανάστημα, στον Μ. Αθανάσιο και στους αγωνιζόμενους κατά του Αρειανισμού Ορθοδόξους.
  Λοιπόν αγαπητοί εν Κυρίω σύνεδροι, μετά από όσα ακούσαμε και συγχωρέστε με αν σας κούρασα, μπορούμε πλέον συμπερασματικά να πούμε.
   Αλίμονο αν περιμένουμε να κατακτήσουμε την προϋπόθεση της αγιότητας για να ομολογήσουμε περί της Αληθείας της Πίστεώς μας. Αν συνέβαινε αυτό ούτε Οικουμενικές συνόδους θα είχαμε, μα ούτε και ομολογητές αγίους και μάρτυρες της πίστεως. Ας κρατήσουμε λοιπόν βαθειά μέσα στις καρδιές μας τα παρακάτω λόγια. «Η Αλήθεια της ορθοδοξίας κρατήθηκε γιατί κάποιοι δεν περίμεναν να γίνουν άγιοι για να προβούν σε ομολογία υπέρ της Ορθοδόξου πίστεως, αλλά ακολούθησαν την φωνή της καρδιάς τους».

  Αυτή την φωνή ακολουθήσαμε και εμείς. Δόξα τω Θεώ. Αμήν

Άγιος Παΐσιος ο Μέγας και οι Οικουμενιστές

Στις σελ.266-268 ἀναφέρει την περίπτωση τοῦ Μοναχοῦ που εἶπε στο Ἐβραῖο "ἲσως εἶναι ἒτσι καθώς σύ λέγεις" και εὐθύς ἒχασ...