Παρασκευή 14 Ιουνίου 2019

Η υποταγή στον Θεό


ΠΕΡΙ ΑΠΟΤΑΓΗΣ ΤΟΥ ΜΑΤΑΙΟΥ ΒΙΟΥ
ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΣΙΝΑΙΤΟΥ
1. Το «από Θεού άρχεσθαι» είναι ορθόν καί πρέπον, εφ' όσον απευθύνομαι πρός υπηρέτας του Θεού.
Αυτού λοιπόν του αγαθού και υπεραγαθού και παναγάθου Θεού και βασιλέως μας, ο οποίος ετίμησε όλα τα λογικά όντα πού εδημιούργησε με το δώρο του αυτεξουσίου, άλλοι είναι φίλοι Του και άλλοι γνήσιοι δούλοι Του.


Άλλοι είναι αχρείοι δούλοι Του και άλλοι τελείως αποξενωμένοι απ' Αυτόν.
Υπάρχουν τέλος και αυτοί πού είναι εχθροί Του, καίτοι είναι αδύνατοι και ανίσχυροι.
2. Φίλους κατ' εξοχήν του Θεού, ώ ιερέ φίλε, εμείς οι αμόρφωτοι θεωρούμε τις νοερές και ασώματες δυνάμεις των αγγέλων. Γνησίους δούλους του Θεού εκείνους που εξετέλεσαν και εκτελούν το πανάγιο θέλημά Του ακούραστα καί χωρίς καμμία παράλειψι.
Αχρείους δούλους ονομάζουμε αυτούς που αξιώθηκαν μέν να λάβουν το άγιον Βάπτισμα, δεν εφύλαξαν όμως γνήσια τίς πρός τόν Θεόν υποσχέσεις τους.
Ως ξένους και εχθρούς του Θεού θα εννοήσωμε αυτούς που είναι αβάπτιστοι ή δεν έχουν ορθή πίστι.
Αντίπαλοι τέλος του Θεού είναι εκείνοι οι οποίο όχι μόνον απέκρουσαν και απέρριψαν από την ζωή τους το θέλημα του Κυρίου, αλλά και πολεμούν με πάθος αυτούς πού το τηρούν.


3. Επειδή όμως για κάθε μία από τις κατηγορίες των ανθρώπων που αναφέραμε, χρειάζεται να γίνει ιδιαίτερος και ανάλογος πρός την κάθε περίπτωση λόγος, για μας δέ τους αμαθείς δεν είναι συμφέρον επί του παρόντος να τα αναπτύξωμε όλα αυτά, εμπρός λοιπόν ας απλώσωμε με αδιάκριτο υπακοή το ανάξιο χέρι μας πρός τους γνησίους δούλους του Θεού, οι οποίοι μας επίεσαν με την ευσέβειά τους και μας εβίασαν με την εμπιστοσύνη τους, ώστε να υπακούσωμε στην προσταγή τους. 
Και αφού δεχθούμε από την ιδική τους σοφία την πέννα και την βυθίσωμε στο νοητό μελάνι, που είναι η σκυθρωπή και συγχρόνως χαρωπή ταπεινοφροσύνη, ας την σύρωμε επάνω στις λείες και λευκές καρδιές τους, σάν σε χαρτί, μάλλον δέ σάν σε πλάκες πνευματικές, καί αναγράφοντας τα θεία λόγια ας ειπούμε τα εξής:
4. Ο Θεός είναι, για όσους θέλουν, η ζωή και η σωτηρία τους, όλων, και των πιστών και των απίστων, και των δικαίων και των αδίκων, και των ευσεβών και των ασεβών, και των απαθών και των εμπαθών, και των μοναχών και των κοσμικών, και των σοφών και των αγραμμάτων, και των υγιών και των ασθενών, και των νέων και των ηλικιωμένων.


Είναι κάτι παρόμοιο με την ακτινοβολία του φωτός, με την θέα του ηλίου και με την εναλλαγή των εποχών (τα οποία προσφέρονται εξ ίσου σε όλους τους ανθρώπους). Και δεν μπορεί να είναι διαφορετικά, διότι «δεν υπάρχει προσωποληψία στον Θεόν» (Πρὸς Κολοσσαεῖς Κεφ. 3.25).
5. Άνθρωπος ασεβής είναι μία ύπαρξις λογική και θνητή, η οποία θεληματικά αποφεύγει την ζωή, και τον Δημιουργό της, πού υπάρχει αιώνια, τον θεωρεί ως ανύπαρκτο.
6. Παράνομος είναι αυτός πού με την κακή του σκέψι διαστρέφει τον νόμο του Θεού και πού νομίζει ότι πιστεύει, ενώ έχει επιθυμίες και αντιλήψεις αντίθετες προς τον Θεόν.
7. Χριστιανός είναι η απομίμησις του Χριστού, όσο είναι δυνατόν στον άνθρωπο, και στα λόγια και στα έργα και στην σκέψι. Πιστεύει δε ορθά και αλάνθαστα στην Αγία Τριάδα.
8. Θεοφιλής είναι εκείνος που απολαμβάνει όλα τα φυσικά και αναμάρτητα δώρα του Θεού, συγχρόνως όμως δεν αμελεί, όσο μπορεί, να επιτελεί το αγαθό.
9. Εγκρατής είναι αυτός που ζη μέσα στους πειρασμούς και τις παγίδες και τους θορύβους του κόσμου και αγωνίζεται με όλη του την δύναμι να μιμηθή την ζωή εκείνων πού είναι απηλλαγμένοι από τους θορύβους του κόσμου.
10. Μοναχός είναι τάξις και κατάστασις των ασωμάτων αγγέλων πού κατορθώνεται μέσα σε υλικό και ρυπαρό σώμα. Μοναχός είναι εκείνος πού είναι αφοσιωμένος μόνο στις εντολές και στους λόγους του Θεού και τις εφαρμόζει σε κάθε χρόνο και τόπο και πράγμα. Μοναχός είναι μία συνεχής βία της ανθρώπινης φύσεως και μία αδιάκοπη φυλακή των αισθήσεων. Μοναχός είναι εξαγνισμένο σώμα και καθαρό στόμα και φωτισμένος νους. Μοναχός είναι καταλυπημένη ψυχή, πού είναι απησχολημένη με την συνεχή μνήμη του θανάτου, και όταν είναι ξύπνια και όταν κοιμάται.
11. Αναχώρησις από τον κόσμον είναι το να μισήσης με την θέλησί σου πράγματα επαινετά και να αρνηθής την φύσι, για να επιτύχης τα υπέρ φύσιν.
12. Όλοι όσοι εγκατέλειψαν πρόθυμα τα βιοτικά, το έπραξαν αναμφιβόλως ή για την μέλλουσα βασιλεία ή για τα πολλά τους αμαρτήματα ή για την αγάπη του Θεού. Εάν κανείς από τους τρεις αυτούς σκοπούς δεν τους παρακίνησε, τότε η αναχώρησίς τους είναι παράλογος. Παρ' όλα αυτά ο καλός μας Αγωνοθέτης περιμένει να ιδή ποιο θα είναι το τέρμα του δρόμου.
13. Όποιος εξήλθε από τον κόσμο για να σκορπίση το φορτίο των αμαρτιών του, ας μιμήται εκείνους πού κάθονται εμπρός στους τάφους έξω από την πόλι, (όπως οι αδελφές του Λαζάρου Μάρθα και Μαρία), και ας μη σταματήση τα θερμά και πύρινα δάκρυα και τους αφώνους ολολυγμούς της καρδίας του, ώσπου να ιδή και αυτός τον Ιησούν, ότι ήλθε και απεκύλισε τον λίθο της πωρώσεως από την καρδία του και ελευθέρωσε τον νου μας, σαν άλλο Λάζαρο, από τα δεσμά των αμαρτιών και διέταξε τους υπηρέτας Του αγγέλους: «Λύσατέ τον από τα πάθη και αφήστε τον να πορευθή προς την μακαρία απάθεια». Εάν δεν πράξη έτσι, τότε δεν εκέρδησε τίποτε με την αναχώρησί του από τον κόσμο.
14. Όσοι θέλομε να φύγωμε από την Αίγυπτο και να ελευθερωθούμε από την τυραννία του Φαραώ, έχομε οπωσδήποτε και εμείς ανάγκη ενός Μωϋσέως, ο οποίος θα είναι μεσίτης μας προς τον Θεόν και οδηγός μας μετά τον Θεόν. Αυτός θα ίσταται μεταξύ της πράξεως και της θεωρίας και θα υψώνη προς χάριν μας τα χέρια του προς τον Θεόν. Έτσι καθοδηγούμενοι από αυτόν θα επιτύχωμε να διαβούμε την θάλασσα των αμαρτημάτων και θα κατατροπώσωμε τον Αμαλήκ των παθών.
Εκείνοι δε που εστηρίχθηκαν στις ιδικές τους δυνάμεις και ενόμισαν πώς δεν έχουν ανάγκη από κανένα οδηγό, οπωσδήποτε απατήθηκαν.
15. Εκείνοι που εξήλθαν από την Αίγυπτο είχαν ως οδηγό τον Μωϋσή, και αυτοί που έφυγαν από τα Σόδομα άγγελο.
Και οι μέν πρώτοι ομοιάζουν προς εκείνους πού θεραπεύουν τα πάθη της ψυχής με την φροντίδα και τις οδηγίες ανθρώπου-ιατρού. Αυτοί είναι όσοι εξέρχονται από την Αίγυπτο.
Οι δεύτεροι ομοιάζουν προς εκείνους πού επιθυμούν να καθαρισθούν από τα ακάθαρτα και άθλια πάθη της σαρκός. Γι' αυτό και χρειάζονται άγγελο-ιατρό, δηλαδή ισάγγελο άνθρωπο θα έλεγα, για να τους βοηθήση. Διότι στην προχωρημένη σήψι των τραυμάτων χρειαζόμεθα πολύ έμπειρο ιατρό.
16. Βία πράγματι και συνεχείς οδύνες πρέπει να έχουν όσοι επιχειρούν να ανεβούν στον ουρανό με το σώμα τους. Και μάλιστα στις αρχές της μοναχικής ζωής, μέχρις ότου οι φιλήδονες τάσεις και η σκληρότης της καρδίας μεταστραφούν με τη βαθειά λύπη και το πένθος σε αγάπη προς τον Θεόν και σε αγνότητα.
17. Μόχθος, πραγματικός μόχθος, και πολλή και αφανής πικρία μας περιμένουν, και ιδίως τους αμελείς, έως ότου κατορθώσουμε τον λαίμαργο και «φιλομάκελλον κύνα», δηλαδή τον νου μας, να τον κάνουμε φίλο της προσοχής και της καθαρότητος, με την βοήθεια της απλότητος, της πολλής αοργησίας και της επιμελείας. 
Όμως ας έχωμε θάρρος εμείς οι εμπαθείς και αδύνατοι και με πίστι αδίστακτη ας παρουσιάσωμε με το δεξιό μας χέρι και ας εξομολογηθούμε στον Χριστόν την ασθένεια και την αδυναμία της ψυχής μας. 
Έτσι θα λάβωμε οπωσδήποτε την βοήθειά Του και μάλιστα περισσότερο απ' όσο το αξίζομε. Αρκεί μόνο να βυθίζωμε συνεχώς τον εαυτό μας στον βυθό της ταπεινοφροσύνης. 
18. Ας γνωρίζουν καλά όλοι όσοι αρχίζουν τον σκληρό και πιεστικό, αλλά και ελαφρό συγχρόνως αγώνα, ότι ήλθαν να πηδήσουν σαν μέσα στο πυρ (των πειρασμών και των θλίψεων), εφ' όσον εξεκίνησαν με την διάθεσι να κατοικήση μέσα τους το άϋλο θεϊκό πύρ. Γι' αυτό προηγουμένως πρέπει να εξετάζη καλά καθένας τον εαυτό του και έπειτα να πλησιάζη για να γευθή τον άρτο με τα πικρά χόρτα και να πιή το γεμάτο δάκρυα ποτήρι της μοναχικής ζωής, μη τυχόν η επιπολαία κατάταξίς του στο στράτευμα των μοναχών γίνη αιτία της καταδίκης του. 
19. Εφ' όσον και όλοι όσοι εβαπτίσθηκαν δεν θα σωθούν, δεν χρειάζεται να εξηγηθώ με περισσότερα λόγια[1]. Όλα πρέπει να τα απαρνηθούν, όλα να τα καταφρονήσουν, όλα να τα περιγελάσουν, όλα να τα αποτινάξουν όσοι προσέρχονται στην μοναχική πολιτεία, για να βάλουν έτσι στερεό θεμέλιο. 
20. Καλό τρίδομο και τρίστυλο θεμέλιο είναι η ακακία, η νηστεία και η σωφροσύνη. Όλοι οι εν Χριστώ νήπιοι απ' αυτά ας αρχίζουν, παίρνοντας παράδειγμα τα νήπια. 
Διότι αυτά δεν έχουν καμμία κακία και πονηρία, ούτε επιθυμία και κοιλία αχόρταγη, ούτε σάρκα πού φλογίζεται και αποθηριώνεται, όσο όμως προχωρούν στην αύξησι της τροφής τους παρουσιάζεται, όπως φαίνεται, και η πύρωσις της σαρκός. 
21. Είναι πραγματικά βδελυκτό και επικίνδυνο να αποχαυνωθή ο παλαιστής μόλις αρχίση η πάλη. Έτσι δείχνει σε όλους ότι εύκολα θα τον σφάξη ο εχθρός. 
22. Είναι οπωσδήποτε ωφέλιμο το αποφασιστικό και ορμητικό ξεκίνημα, και για αργότερα, όταν τυχόν παρουσιασθή αμέλεια και αδράνεια. 
Διότι την ψυχή που άρχισε με ανδρεία τον αγώνα και έπειτα τον εχαλάρωσε, την κεντά σαν κεντρί η ανάμνησις του πρώτου ζήλου, πράγμα πού πολλές φορές αναπτέρωσε και έσωσε αρκετούς, αυτοί έμοιασαν έτσι με αετούς που ανανεώθηκαν τα πεσμένα τους πτερά. 
23. Όταν η ψυχή προδώση τον εαυτό της και χάση την μακαρία και πολυπόθητη θέρμη πού είχε στην αρχή, ας ερευνήση επιμελώς να εξακριβώση από ποια αιτία την εστερήθηκε, και εναντίον αυτής της αιτίας ας αναλάβη όλο τον πόλεμο και τον ζήλο της. Διότι δεν υπάρχει άλλη θύρα από την οποία να επιστρέψη η θέρμη, παρά μόνο αυτή από την οποία έφυγε. 
24. Αυτός που απαρνήθηκε τον κόσμο από τον φόβο (της κολάσεως) είναι όμοιος με το θυμίαμα πού ενώ καίεται, στις αρχές αναδίδει ευωδία, στο τέλος όμως καπνίζει[2]. Εκείνος πού τον απαρνήθηκε με την ελπίδα μελλοντικού μισθού, καταντά μια μυλόπετρα, που γυρίζει συνεχώς στο ίδιο μέρος. Όποιος όμως αναχώρησε από τον κόσμο για την αγάπη του Θεού, ευθύς εξ αρχής έχει μέσα του φλόγα, η οποία αν τυχόν πέση σε ξύλα ή σε δάσος, αυξάνει υπερβολικά και συνεχώς επεκτείνεται προς τα εμπρός. 
25. Μερικοί κτίζουν πλίνθους επάνω στους λίθους. Άλλοι στερεώνουν στύλους επάνω στο χώμα. Και άλλοι, αφού εβάδισαν ολίγο πεζοί και ζεστάθηκαν τα νεύρα και οι κλειδώσεις τους, επροχώρησαν έπειτα γρηγορώτερα. Όποιος έχει νου, ας εννοήση τις συμβολικές αυτές εικόνες[3]. 
26. Ας τρέξωμε πρόθυμα, συναισθανόμενοι ότι μας εκάλεσε ο Θεός και Βασιλεύς, μήπως και τα χρόνια της ζωής μας είναι ολίγα, οπότε θα ευρεθούμε χωρίς καρπούς την ημέρα του θανάτου μας και θα πεθάνωμε από την πείνα. Ας ευαρεστήσωμε τον Κύριον, όπως οι στρατιώτες στον βασιλέα. Οπωσδήποτε μετά την επιστράτευσι, μας ζητείται η ακριβής εκπλήρωσις των υποχρεώσεών μας. 
27. Ας φοβηθούμε τον Κύριον όπως τα θηρία. Διότι εγνώρισα ανθρώπους που επήγαιναν να κλέψουν, και τον Θεόν δεν τον εφοβήθηκαν, μόλις όμως άκουσαν στο μέρος εκείνο τα γαυγίσματα των σκύλων αμέσως ωπισθοχώρησαν. Έτσι αυτό πού δεν επέτυχε ο φόβος του Θεού, το κατόρθωσε ο φόβος των θηρίων! 
28. Ας αγαπήσωμε τον Κύριον, όπως αγαπούμε και σεβόμεθα τους φίλους μας. Είδα πολλές φορές ανθρώπους πού ελύπησαν τον Θεόν και δεν ανησύχησαν καθόλου γι' αυτό. Όταν όμως συνέβη να πικράνουν αγαπητά τους πρόσωπα, έστω και σε κάτι μικρό, έκαναν το πάν, εχρησιμοποίησαν κάθε τέχνασμα, εσκέφθηκαν κάθε τρόπο, υπεβλήθησαν σε κάθε θλίψι, ωμολόγησαν το σφάλμα τους, και παρεκάλεσαν είτε αυτοπροσώπως είτε με φίλους είτε με δώρα, προκειμένου να αποκαταστήσουν την πρώτη αγάπη τους. 
29. Οπωσδήποτε στην αρχή της μοναχικής μας ζωής, με κόπο και πικρία εργαζόμεθα τις αρετές. Έπειτα όμως, όταν προχωρήσωμε, δεν θα αισθανώμεθα καθόλου λύπη, ή ολίγη, στην εξάσκησί τους. Όταν δε τέλος αφανισθή το θνητό μας φρόνημα και κυριαρχήση στην ψυχή μας η προθυμία, τότε πλέον θα τις εργαζώμεθα με όλη μας την χαρά και τον ζήλο και τον πόθο και την θεϊκή φλόγα. 
30. Όσο είναι αξιέπαινοι αυτοί που ευθύς εξ αρχής με χαρά και προθυμία καλλιεργούν τις αρετές και εκτελούν τις εντολές, τόσο ελεεινοί είναι εκείνοι πού εχρόνισαν στην άσκησι και όμως με κόπο ακόμη τις εξασκούν, εάν βέβαια τις εξασκούν. 
31. Ας μην αποστρεφώμεθα ούτε να κατακρίνωμε «τας περιστατικάς αποταγάς»[4]. Διότι εγνώρισα ανθρώπους λιποτάκτες, οι οποίοι χωρίς να το θέλουν συναντήθηκαν με τον βασιλέα που είχε βγη έξω και από την στιγμή εκείνη έγιναν δορυφόροι του, τον ακολούθησαν στο παλάτι και εδείπνησαν μαζί του. 
32. Είδα σπόρο πού έπεσε τυχαία στο έδαφος και όμως έκανε εξαιρετικό και πολύ καρπό, καθώς πάλι και τα αντίθετο. 
33. Είδα έναν άνθρωπο (πού είχε κάποια βλάβη στην όρασί του) να μπαίνει στο ιατρείο για κάποια άλλη ανάγκη, να τον κρατά ολίγο περισσότερο ο ιατρός με την φιλοφροσύνη του, με αποτέλεσμα να καθαρισθή και να απαλλαγή από την ομίχλη πού σκέπαζε τα μάτια του. Έτσι μερικά ακούσια και τυχαία περιστατικά πού συνέβησαν σε μερικούς είχαν αποτελέσματα βεβαιότερα και ουσιαστικώτερα από ό,τι μερικά εκούσια. 
34. Κανείς ας μη θεωρήση τον εαυτό του ανάξιο για την μοναχική πολιτεία, προφασιζόμενος το βάρος και το πλήθος των αμαρτιών του και ας μη νομίζη ότι ταπεινώνει έτσι τον εαυτό του, ενώ στην ουσία φοβείται μη στερηθή τις ηδονές του κόσμου. Όλα όσα λέγει είναι «προφάσεις εν αμαρτίαις» (Ψαλμ. Ρμ'4). Διότι εκεί όπου ακριβώς υπάρχει βαθειά και σαπισμένη πληγή, εκεί χρειάζεται και μεγαλυτέρα θεραπεία, για να καθαρισθή. Άλλωστε στο ιατρείο δεν πηγαίνουν οι υγιείς! 
35. Εάν ο επίγειος βασιλεύς μας προσκαλούσε να καταταγούμε στον στρατό του, να τον υπηρετούμε και να πολεμούμε στο πλευρό του, δεν θα καθυστερούσαμε ούτε θα προφασιζόμεθα τίποτε. Αλλά θα τα εγκαταλείπαμε όλα και με προθυμία θα τρέχαμε κοντά του. 
Ας προσέξωμε λοιπόν μήπως, ενώ μας προσκαλεί ο Βασιλεύς των βασιλέων και Κύριος των κυρίων και Θεός των θεών στην ουρανία παράταξι των μοναχών, αρνηθούμε την πρόσκλησι από οκνηρία και ραθυμία, και σταθούμε έτσι αναπολόγητοι εμπρός στο μέγα και φοβερό βήμα της Κρίσεως. 
36. Μπορεί βέβαια να βαδίζη κανείς, ενώ είναι δεμένος με τις υποθέσεις του κόσμου και με βαρειές - σαν σιδερένιες αλυσίδες - φροντίδες, αλλά θα βαδίζη με δυσκολία. Όπως και εκείνοι που έχουν σιδερένια δεσμά στα πόδια τους βαδίζουν πολλές φορές, αλλά συνεχώς σκοντάφτουν και πληγώνονται. 
37. Ο άγαμος πού ευρίσκεται στον κόσμο και είναι δεμένος μόνο με τα πράγματα του κόσμου ομοιάζει με αυτόν που έχει τις χειροπέδες. Για τούτο και όταν αποφασίση να τρέξη προς τον μοναχικό βίο δεν εμποδίζεται. Ενώ αυτός πού ήλθε σε γάμο ομοιάζει με εκείνον πού τον έχουν δέσει «χειροπόδαρα». 
38. Μερικοί κοσμικοί πού ζούσαν αμελώς με ερώτησαν: «Πώς μπορούμε εμείς πού ζούμε με συζύγους και είμαστε περικυκλωμένοι με τόσες κοινωνικές υποχρεώσεις ν' ακολουθήσωμε την μοναχική ζωή»; Και τους απήντησα: «Όσα καλά μπορείτε, να τα κάνετε, κανένα να μη περιγελάσετε, κανένα να μη κλέψετε, σε κανένα να μην ειπήτε ψέματα, κανένα να μη περιφρονήσετε, κανένα να μη μισήσετε. Να μη παραλείπετε τον εκκλησιασμό, να δείχνετε συμπόνια στους πτωχούς, κανένα να μη σκανδαλίσετε. Σε ξένο πράγμα και σε ξένη γυναίκα να μην πλησιάσετε. Αρκεσθήτε στην ιδική σας γυναίκα (Λουκ. Γ'14). Εάν ζήτε έτσι, «ού μακράν έστε της βασιλείας των ουρανών»» (Μάρκ. Ιβ'34). 
39. Ας τρέξωμε με χαρά και με φόβο στον καλόν αγώνα, χωρίς να φοβούμεθα τους εχθρούς μας. Διότι αυτοί παρατηρούν την όψι της ψυχής μας, έστω και αν εμείς δεν τους βλέπωμε. Και όταν ιδούν την όψι της ψυχής μας αλλαγμένη από τον φόβο, τότε επιτίθενται δριμύτερα εναντίον μας, επειδή αντελήφθηκαν οι δόλιοι ότι φοβηθήκαμε. Γι' αυτό λοιπόν ας τους επιτεθούμε με ανδρεία. Διότι κανείς δεν θέλει να πολεμή εναντίον εκείνου που μάχεται με ζήλο. 
40. Ο Κύριος φερόμενος με συγκατάβασι ελάφρυνε τον αγώνα των αρχαρίων για να μη κουρασθούν ευθύς εξ αρχής και γυρίσουν αμέσως στον κόσμο. Γι' αυτό «χαίρετε εν Κυρίω πάντοτε» (Φιλιπ. Δ'4) όλοι οι δούλοι του Θεού, αφού αντιληφθήτε το πρώτο αυτό δείγμα της αγάπης του Δεσπότου. Χαίρετε ακόμη, αφού σκεφθήτε ότι Αυτός σας έχει προσκαλέσει στον αγώνα της μοναχικής ζωής. 
41. Αλλά και τούτο φαίνεται ότι κάνει πολλές φορές ο Θεός: Βλέποντας ανδρείες ψυχές, επιτρέπει τους πολέμους ευθύς εξ αρχής, με την επιθυμία να τις στεφανώση σύντομα. 
42. Αποκρύπτει ο Κύριος από αυτούς που ζουν στον κόσμο την δυσκολία –ή μάλλον την ευκολία- του μοναχικού αγώνος. Διότι αν την εγνώριζαν, κανείς δεν θα απεφάσιζε να γίνη μοναχός. 
43. Πρόσφερε με προθυμία στον Χριστόν τους κόπους της νεότητός σου και θα απολαύσης στο γήρας σου πλούτον απαθείας. Αυτά που συναθροίζονται στην νεανική ηλικία τρέφουν και παρηγορούν κατά το γήρας όσους έχουν εξασθενήσει. 
Ας κοπιάσωμε με ζήλο, όσο είμαστε νέοι, ας τρέξωμε γρήγορα, διότι η ώρα του θανάτου είναι άγνωστη. 
44. Έχομε εχθρούς πού είναι πραγματικά πονηροί, σκληροί, δόλιοι, πανούργοι, δυνατοί, άυπνοι, αόρατοι, άυλοι. Στα χέρια τους κρατούν φωτιά και θέλουν να κάψουν τον ναό του Θεού με την φλόγα τους. 
45. Κανείς όσο είναι νέος, ας μη παραδεχθή τους εχθρούς του δαίμονας, που του λέγουν: «Μη λυώσης το σώμα σου με την πολλή άσκησι, για να μην αδυνατήσης και αρρωστήσης». Διότι, στην σημερινή μάλιστα εποχή, δύσκολα θα ευρεθή άνθρωπος πού θα προτιμήση να θανατώση την σάρκα του, το πολύ πολύ ίσως να στερήση τον εαυτό του από τα πολλά και ηδονικά φαγητά. Ο σκοπός του δαίμονος είναι να επιτύχη, ώστε η αρχή του μοναχικού μας σταδίου να γίνη με νωθρότητα και πολλή ραθυμία, οπότε και το τέλος του αγώνος θα είναι παρόμοιο και ανάλογο προς την αρχή του. 
46. Περισσότερο απ' όλα, όσοι θέλουν να υπηρετήσουν πραγματικά τον Χριστόν πρέπει να εξετάσουν και να πράξουν το εξής: Να διαλέξουν με την καθοδήγησι των πνευματικών Πατέρων και με την επίγνωσι του εαυτού τους, τους τόπους και τους τρόπους και τις καταστάσεις και τα εργόχειρα πού θα τους ταιριάζουν. 
Τα κοινόβια δεν είναι για όλους, επειδή μπορεί να βλάψουν αυτούς που είναι λαίμαργοι. Ούτε πάλι τα ησυχαστήρια είναι για όλους, επειδή μπορεί να βλάψουν τους θυμώδεις. Καθένας ας εξετάση καλά ποιο πάθος έχει, (και αναλόγως ας κάνη την επιλογή). 
47. Σε τρεις γενικές ασκητικές κατηγορίες περιλαμβάνεται όλη η μοναχική ζωή: Στον ηρωϊκό ερημητισμό, στην άσκησι με άλλον ένα ή το πολύ δύο, και στην υπομονητική ζωή του Κοινοβίου. «Μη εκκλίνης –λέει ο Εκκλησιαστής- είς τά δεξιά ή είς τά αριστερά, άλλ' οδώ βασιλική πορεύθητι» (Παροιμ. Δ' 27). Διότι ο μεσαίος τρόπος από τους τρεις πού αναφέραμε, φαίνεται να ταιριάζη στους περισσοτέρους. 
Επειδή, όπως λέγει η Γραφή, «αλλοίμονο στον ένα, διότι αν πέση» σε ακηδία, ή ύπνο, ή ραθυμία, ή απόγνωσι,«δεν έχει άνθρωπο να τον σηκώση» (Εκκλ. Δ' 10). Όπου όμως ευρίσκονται «δύο ή τρεις συνηγμένοι είς το εμόν όνομα, εκεί είμι έν μέσω αυτών» είπε ο Κύριος (Ματθ. Ιη' 20). 
48. Ποιος άραγε θα είναι ο πιστός και φρόνιμος μοναχός, ο οποίος την πρώτη θέρμη θα την κρατήση άσβεστη, και δεν θα παύση μέχρι της στιγμής του θανάτου του, να προσθέτη κάθε ημέρα φωτιά στην φωτιά, θέρμη στην θέρμη, πόθο στον πόθο και προθυμία στην προθυμία; Βαθμίς πρώτη! Σύ πού ανέβηκες σ' αυτήν, «μη στραφής είς τά οπίσω». 
[1] Και όσοι δηλαδή εκάρησαν μοναχοί - η κουρά θεωρείται ως δεύτερο βάπτισμα - και δεν επέδειξαν εν συνεχεία βίο ενάρετο και συνεπή προς την ομολογία τους, δεν θα τύχουν σωτηρίας. 
[2]Ο θεάρεστος δηλαδή ζήλος που παρατηρείται στην αρχή, μεταβάλλεται αργότερα σε καπνό αμελείας και ψυχρότητος. 
[3] Οι πρώτοι φαίνεται ότι είναι όσοι εξεκίνησαν με καλές και στερεές βάσεις, αλλά αργότερα αμέλησαν και υποβάθμισαν κάπως την πνευματική τους ζωή – οι λίθοι αντικατεστάθησαν με πλίνθους. Οι δεύτεροι, όσοι ξεκίνησαν με ζήλο να ανεγείρουν υψηλό οικοδόμημα, αλλά δεν εξασφάλισαν στερεά θεμέλια ούτε εχρησιμοποίησαν εκλεκτά οικοδομικά υλικά. Οι τρίτοι, όσοι εξεκίνησαν χωρίς ζήλο και υψηλές προοπτικές, αλλά αργότερα εθερμάνθηκαν και εσημείωσαν ταχεία πρόοδο. 
[4] «Περιστατικαί αποταγαί» ονομάζονται οι περιπτώσεις κατά τις οποίες τυχαία και απρόβλεπτα γεγονότα οδηγούν κάποιον στη μοναχική ζωή. Ας αναφέρωμε ένα παράδειγμα: Ένα πρόσωπο αντιμετωπίζει κάποιο σοβαρό κίνδυνο και αναγκάζεται να καταφύγη σε μία Μονή σαν σε τόπο ασφαλείας. Εκεί υπάρχει το ενδεχόμενο να αγαπήση την θεοφιλή ζωή των μοναχών και να αποφασίση να την ασπασθή.

Η χαρά της ζωης

Η ΑΛΗΘΙΝΗ ΕΥΤΥΧΙΑ

ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΗΣ ΚΡΟΣΤΑΝΔΗΣ



Νὰ θυμᾶσαι πάντα ὅτι ἡ ζωή σου καὶ ἡ εὐτυχία εἶναι δῶρα τοῦ Θεοῦ...

Νὰ θυμᾶσαι πάντα ὅτι ἡ ζωή σου καὶ ἡ εὐτυχία εἶναι δῶρα τοῦ Θεοῦ...Νὰ περνᾶς τὴ ζωή σου ἐδῶ ἔτσι, ὥστε κάθε στιγμὴ νὰ εἶσαι ἕτοιμος νὰ τὴν ἀφήσεις.

Ποτέ σου νὰ μὴν ἐπιτρέψεις οἱ ἀπολαύσεις νὰ σὲ κάνουν νὰ ξεχάσεις τὸν ἑαυτό σου καὶ τὸ Θεό. 

Νὰ θυμᾶσαι πάντα ὅτι ἡ ζωή σου καὶ ἡ εὐτυχία εἶναι δῶρα τοῦ Θεοῦ, δῶρα ποὺ δέ σοῦ ἀξίζουν. Ἁμαρτία εἶναι ὅταν δὲν ἀπολαμβάνουμε σωστὰ αὐτὰ τὰ δῶρα, ὅπως καὶ ὅταν ξεχνᾶμε ὅτι ὅλα ὅσα ἔχουμε στὴ ζωή μας εἶναι δῶρα τοῦ Θεοῦ.Πάτερ Ἐπουράνιε! Ἂς μὴν ξεχνάω ποτὲ ὅτι ὅλα αὐτὰ ποὺ ἔχω εἶναι δικά Σου.

Καὶ αὐτὰ τὰ δῶρα ποὺ συνεχῶς μοῦ χαρίζεις, ἂς μὲ κάνουν νὰ Σὲ ἀγαπήσω περισσότερο καὶ ὄχι νὰ ἀπομακρυνθῶ ἀπὸ Σένα. Ἂν κάποτε θὰ μὲ ἐπισκεφθεῖ ἡ δυστυχία δῶσε μου νὰ στραφῶ πάλι σὲ Σένα μὲ μετάνοια καὶ ἀγάπη. 



ΑΓΙΟΥ ΜΑΚΑΡΙΟΥ ΤΟΥ ΑΙΓΥΠΤΙΟΥ

 1. Οἱ ψυχὲς ποὺ ἀγαποῦν τὸν Θεὸ καὶ τὴν ἀλήθεια, δὲν ὑποφέρουν οὔτε τὴν παραμικρὴ ἐλάττωση τοῦ ἔρωτά τους πρὸς τὸν Κύριο. Ἀλλὰ καρφωμένες ὁλοκληρωτικὰ στὸ σταυρό Του αἰσθάνονται μέσα τους τὴν Πνευματικὴ προκοπή. Πληγωμένες λοιπὸν ἀπὸ τὸν πόθο Του, κι ἄν ἀκόμη ἀξιωθοῦν Θεία μυστήρια καὶ μετάσχουν εὐφροσύνης καὶ Χάριτος, δὲν ἔχουν πεποίθηση στὸν ἑαυτό τους, οὔτε νομίζουν ὅτι εἶναι τίποτε. Ἀλλὰ ὅσο ἀξιώνονται πνευματικὰ χαρίσματα τόσο ἐπιζητοῦν τὰ οὐράνια. Καὶ ὅσο περισσότερη προκοπὴ αἰσθάνονται, τόσο πιὸ λαίμαργες γίνονται γιὰ τὰ θεῖα. Καὶ ἐνῶ εἶναι πνευματικὰ πλούσιες, κάνουν σὰν νὰ εἶναι φτωχές. «Ὅσοι μὲ τρῶνε θὰ πεινάσουν κι' ἄλλο, καὶ ὅσοι μὲ πίνουν θὰ διψάσουν κι' ἄλλο», λέει ἡ Θεία Γραφή.

2. Αὐτοῦ τοῦ εἴδους οἱ ψυχὲς ἀξιώνονται νὰ λάβουν τὴν τέλεια ἐλευθερία ἀπὸ τὰ πάθη καὶ ν' ἀποκομίσουν τὴν ἔλλαμψη καὶ τὴν κοινωνία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μὲ τὴν πληρότητα τῆς Χάρης. Ὅσες ὅμως εἶναι ὀκνηρές καὶ ἀποφεύγουν τοὺς κόπους καὶ δὲν ἐπιζητοῦν τὸν ἁγιασμὸ τῆς καρδιᾶς ἀπὸ αὐτὴ ἐδῶ τὴ ζωή, ὄχι ἐν μέρει, ἀλλὰ ὁλοκληρωτικά.

Αὐτὲς ἄς μὴ ἐλπίζουν νὰ κοινωνήσουν τὸ Ἅγιο Πνεῦμα καὶ ν' ἀπαλλαγοῦν ἀπὸ τὰ πάθη τῆς κακίας• αὐτὲς κι' ἄν ἀξιωθοῦν τὴ Θεία Χάρη, ἐπειδὴ ξεγελιοῦνται ἀπὸ τὴν κακία, ἀφήνουν κάθε πνευματικὴ φροντίδα, διότι ἀπολαμβάνουν ὀλίγη πνευματικὴ γλυκύτητα. Ἔτσι οἱ ψυχὲς αὐτὲς εἶναι εὔκολο νὰ πέσουν σὲ ἔπαρση, διότι δὲν ἀγωνίζονται νὰ φτάσουν τὴν τέλεια ἀπάθεια. Καὶ καθὼς ἀρκοῦνται στὴ λίγη αὐτὴ ἐνίσχυση τῆς Χάρης καὶ προκόβουν ὄχι στὴν ταπείνωση, ἀλλὰ στὴν ἔπαρση, ἀπογυμνώνονται κάποτε κι' ἀπὸ τὸ χάρισμα ποὺ ἔλαβαν. Γιατὶ ἡ ψυχή, ποὺ ἀγαπάει ἀληθινὰ τὸν Θεό, κι' ἄν ἀκόμη μυριάδες ἀρετὲς κατορθώσει, ἔχει τέτοια μετριοφροσύνη, σὰν νὰ μήν ἔχει ἀρχίσει ἀκόμη νὰ ζεῖ κατὰ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ καὶ νοιώθει ἀπληστία καὶ ἔρωτα γιὰ τὴ Θεία ἀγάπη ποὺ ἐμπνέει ὁ Δεσπότης Χριστός.

3. Στὰ πνευματικὰ αὐτὰ μέτρα οὔτε μονομιᾶς οὔτε εὔκολα μπορεῖ νὰ φτάσει κανείς, ἀλλὰ ἀφοῦ προηγηθοῦν πολλοὶ κόποι καὶ ἀγῶνες καὶ περάσουν χρόνια μὲ δοκιμασίες καὶ ποικίλους πειρασμούς, μέχρι τὸ τέλειο μέτρο τῆς ἀπάθειας. Ἔτσι, ἀφοῦ δοκιμασθεῖ μὲ πόνους καὶ κόπους καὶ ὑποφέρει μὲ γενναιοψυχία ὅλους τοὺς πειρασμούς ποὺ προξενεῖ ἡ κακία, ἀξιώνεται νὰ λάβει τὶς μεγάλες τιμές καὶ τὰ χαρίσματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ τὸν Θεϊκὸ πλοῦτο. Ἔπειτα γίνεται καὶ κληρονόμος τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν. 

Η ΚΑΘΑΡΗ ΚΑΡΔΙΑ ΓΙΝΕΤΑΙ ΘΡΟΝΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΠΕΝΤΑΠΟΛΕΩΣ



Τίποτα δεν είναι μεγαλύτερο από την καθαρή καρδιά, γιατί μια τέτοια καρδιά γίνεται θρόνος του Θεού. Και τι είναι ενδοξότερο από το θρόνο του Θεού; Ασφαλώς τίποτα. Λέει ο Θεός γι' αυτούς που έχουν καθαρή καρδιά: «Θα κατοικήσω ανάμεσά τους και θα πορεύομαι μαζί τους. Θα είμαι Θεός τους, κι αυτοί θα είναι λαός μου». (Β' Κορ. 6, 16). Ποιοι λοιπόν είναι ευτυχέστεροι απ' αυτούς τους ανθρώπους; Και από ποιο αγαθό μπορεί να μείνουν στερημένοι;

 Δεν βρίσκονται όλα τ' αγαθά και τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος στις μακάριες ψυχές τους; Τι περισσότερο χρειάζονται; Τίποτα, στ' αλήθεια, τίποτα! Γιατί έχουν στην καρδιά τους το μεγαλύτερο αγαθό: τον ίδιο το Θεό!

 Πόσο πλανιούνται οι άνθρωποι που αναζητούν την ευτυχία μακριά από τον εαυτό τους, στις ξένες χώρες και στα ταξίδια, στον πλούτο και στη δόξα, στις μεγάλες περιουσίες και στις απολαύσεις, στις ηδονές και σ' όλες τις χλιδές και ματαιότητες, που κατάληξή τους έχουν την πίκρα! Η ανέγερση του πύργου της ευτυχίας έξω από την καρδιά μας, μοιάζει με οικοδόμηση κτιρίου σε έδαφος που σαλεύεται από συνεχείς σεισμούς. Σύντομα ένα τέτοιο οικοδόμημα θα σωριαστεί στη γη...

 Αδελφοί μου! Η ευτυχία βρίσκεται μέσα στον ίδιο σας τον εαυτό, και μακάριος είναι ο άνθρωπος που το κατάλαβε αυτό. Εξετάστε την καρδιά σας και δείτε την πνευματική της κατάσταση.

 Μήπως έχασε την παρρησία της προς το Θεό; Μήπως η συνείδηση διαμαρτύρεται για παράβαση των εντολών Του; Μήπως σας κατηγορεί για αδικίες, για ψέματα, για παραμέληση των καθηκόντων προς το Θεό και τον πλησίον; Ερευνήστε μήπως κακίες και πάθη γέμισαν την καρδιά σας, μήπως γλίστρησε αυτή σε δρόμους στραβούς και δύσβατους...

Δυστυχώς, εκείνος που παραμέλησε την καρδιά του, στερήθηκε όλα τ' αγαθά κι έπεσε σε πλήθος κακών. Έδιωξε τη χαρά και γέμισε με πίκρα, θλίψη και στενοχώρια. Έδιωξε την ειρήνη και απόκτησε άγχος, ταραχή και τρόμο. Έδιωξε την αγάπη και δέχτηκε το μίσος. Έδιωξε, τέλος, όλα τα χαρίσματα και τους καρπούς του Αγίου Πνεύματος, που δέχτηκε με το βάπτισμα, και οικειώθηκε όλες τις κακίες εκείνες, που κάνουν τον άνθρωπο ελεεινό και τρισάθλιο.

Αδελφοί μου! Ο Πολυέλεος Θεός θέλει την ευτυχία όλων μας και σ' αυτή και στην άλλη ζωή. Γι' αυτό ίδρυσε την αγία Του Εκκλησία. Για να μας καθαρίζει αυτή από την αμαρτία, να μας αγιάζει, να μας συμφιλιώνει μαζί Του, να μας χαρίζει τις ευλογίες του ουρανού.

Η Εκκλησία έχει ανοιχτή την αγκαλιά της, για να μας υποδεχθεί. Ας τρέξουμε γρήγορα όσοι έχουμε βαριά τη συνείδηση. Ας τρέξουμε και η Εκκλησία είναι έτοιμη να σηκώσει το βαρύ φορτίο μας, να μας χαρίσει την παρρησία προς το Θεό, να γεμίσει την καρδιά μας με ευτυχία και μακαριότητα...

Πατήρ Σάββας Λαυριώτης για την Αποτείχιση

Αποτείχιση Πατήρ Σάββας λαυριώτης

ἐντολὴ γὰρ Κυρίου μὴ σιωπᾶν ἐν καιρῷ κινδυνευούσης πίστεως· λάλει
γάρ, φησί, καὶ μὴ σιώπα· καί, ἐὰν ὑποστέλληται, οὐκ εὐδοκεῖ ἡ ψυχή μου ἐν αὐτῷ·
καί, ἐὰν οὗτοι σιωπήσωσιν, οἱ λίθοι κεκράξονται. ὥστε, ὅτε περὶ πίστεως ὁ λόγος,
οὐκ ἔστιν εἰπεῖν· "ἐγὼ τίς εἰμι; ἱερεύς; ἀλλ' οὐδαμῶς· ἄρχων; καὶ οὐδ' οὕτως·
στρατιώτης; καὶ ποῦ; γεωργός; καὶ οὐδ' αὐτὸ τοῦτο· πένης, μόνον τὴν ἐφήμερον
τροφὴν ποριζόμενος· οὐδείς μοι λόγος καὶ φροντὶς περὶ τοῦ προκειμένου". οὐά, οἱ λίθοι κράζουσι, καὶ σὺ σιωπηλὸς καὶ ἄφροντις; ἡ ἀναίσθητος φύσις θεὸν ἐπακήκοεν,
καὶ αὐτὸς λαιλαπιστής; ὃ μὴ ἐμψύχωται μηδὲ ἐν κριτηρίῳ λελογοθέτηται, δεδοικὸς
οἱονεὶ τὸ πρόσταγμα, φωνοβολεῖ, καὶ σύ, ὁ μέλλων εὐθύνεσθαι ὑπὸ θεοῦ ἐν καιρῷ
ἐτάσεως καὶ περὶ ἀργοῦ ῥήματος, κἂν ἐπαίτης εἶ, διδόναι λόγον, λέγεις ἀλογῶν "τίς
μοι ἐν τούτῳ φροντίς";


Ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης


PG 99,1231





Οι άγιοι πατέρες, διαχρονικά, έκαναν πράξη τα όσα ορίζει ο ΙΕ΄ κανόνας της Πρωτοδευτέρας Συνόδου. Ο κανόνας αυτός μας λέει  το εξής εξαιρετικά σημαντικό. Όσοι χωρίζονται πριν από συνοδική απόφαση από επίσκοπο που κηρύττει δημόσια και γυμνή τη κεφαλή κατεγνωσμένη αίρεση και δεν τον μνημονεύουν στην Θεία Λειτουργία, δεν επιφέρουν σχίσμα, διότι χωρίζονται από ψευδοδιδάσκαλο. Όχι μόνο δεν αποκόπτονται από την Εκκλησία αλλά είναι και γνήσια μέλη της και άξιοι τιμής από αυτήν διότι την προφυλάσσουν από σχίσματα.
Σύμφωνα λοιπόν με τον κανόνα αυτό, επιβάλλεται απομάκρυνση από αιρετικώς φρονούντες ποιμένες ώστε να διατηρηθεί ακέραιη η ενότητα της Πίστεως.

Η αντιμετώπιση του θανάτου . Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος

Πολλά πράγματα θέλουμε να μαθαίνουμε και να κατανοούμε, προπαντός όμως τον καιρό που θα γίνει η συντέλεια του κόσμου. Ο απόστολος Παύλος, για να περιορίσει την άκαιρη αυτή πολυπραγμοσύνη μας, γράφει σε μιαν επιστολή του: «Σχετικά με το χρόνο του ερχομού του Κυρίου, αδελφοί, δεν χρειάζεται να σας γράψω, γιατί κι εσείς το ξέρετε πολύ καλά, ότι η ημέρα του Κυρίου θα έρθει απροειδοποίητα, όπως ο κλέφτης τη νύχτα» (Α' Θεσ. 5:1-2).

Τί θα κερδίσουμε, δηλαδή, αν γνωρίζουμε πότε θα γίνει η Δευτέρα Παρουσία του Χριστού; Πέστε μου. Ας υποθέσουμε ότι θα γίνει ύστερ' από είκοσι χρόνια ή τριάντα ή εκατό. Ποια σημασία μπορεί να έχει αυτό για μας; Μήπως για τον καθένα μας η συντέλεια δεν έρχεται με το τέλος της ζωής του; Γιατί, λοιπόν, πο­νοκεφαλιάζεις και βασανίζεσαι για το τέλος του κόσμου;

Δυστυχώς, όμως, όπως συμβαίνει και σε πολλές άλλες περιπτώσεις, στις οποίες αδιαφορούμε για τα ζητήματα που μας αφορούν άμεσα και καταπιανόμα­στε με τα ζητήματα των άλλων, παραμελούμε τις δικές μας υποθέσεις και φροντίζουμε για τις ξένες, έτσι και σε τούτη την περίπτωση· αντί ο καθένας μας να ενδιαφέρεται για το δικό του τέλος, θέλουμε να μάθουμε με λεπτομέρειες πώς και πότε θα έρθει το κοινό τέλος όλων μας.

Αν θέλετε να πληροφορηθείτε, γιατί είναι άγνωστο στον καθένα μας το τέλος της ζωής του και γιατί ο θάνατος έρχεται ξαφνικά, όπως ο κλέφτης τη νύχτα, θα σας το πω, καθώς μάλιστα νομίζω ότι σωστά γίνεται έτσι. Αν, λοιπόν, ο καθένας μας ήξερε τη χρονική στιγμή του θανάτου του, κανείς μας δεν θα φρόντιζε να κάνει ενάρετα έργα, όσο θα ζούσε, αλλά, γνωρίζοντας ποια θα ήταν η τελευταία μέρα της ζωής του, αφού πρώτα θα έκανε αμέτρητα κακά, θα μετανοούσε λίγο πριν κλείσει για πάντα τα μάτια του και θα έφευγε για την άλλη ζωή απαλλαγμένος από τις αμαρτίες του.

Αν δηλαδή τώρα, που ο φόβος από την άγνοια του χρόνου του θανάτου συγκλονίζει τις ψυχές μας, αφού περάσουμε όλη μας τη ζωή μέσα στην αμαρτία, μόλις στις τελευταίες μας στιγμές αποφασίζουμε οι περισσότεροι να μετανοήσουμε, εφόσον βέβαια προλάβουμε, ποιος από μας θα φρόντιζε για την αρετή, αν ξέραμε σίγουρα το πότε θα πεθάνουμε; Τίποτα δεν θα διστάζαμε να πράξουμε ως την ημέρα εκείνη. Από τους εχθρούς μας θα παίρναμε εκδίκηση, όσους θέλαμε θα σκοτώναμε, τα άγρια πάθη της ψυχής μας θα ικανοποιούσαμε σε βάρος των συνανθρώπων μας, και μετά, πριν πεθάνουμε, θα... μετανοούσαμε!

Πέρα απ’ αυτό, ούτε πράξεις αληθινής αυτοθυσίας θα υπήρχαν ούτε οι γενναιόψυχοι άνθρωποι θα είχαν καμιάν ανταμοιβή, γιατί, όταν θ' αντιμετώπιζαν τολμηρά και ατρόμητα τους διάφορους κινδύνους, θα αντλούσαν το θάρρος τους από τη βεβαιότητα ότι δεν ήρθε η ώρα να πεθάνουν. Και ο πιο δειλός ακόμα θα ριχνόταν αδίσταχτα στη φωτιά, έχοντας τη γνώση ότι δεν κινδυνεύει να πάθει κανένα κακό. Γιατί αυτός που γνωρίζει ότι μπορεί να χάσει τη ζωή του σε κάποιον κίνδυνο και εντούτοις δεν διστάζει να εκτεθεί στον κίνδυνο αυτό, αποδεικνύει με ασφάλεια τη γενναιότητα και την αυτοθυσία του.

Όποιος έχει πραγματικά φιλοσοφημένη σκέψη και κατευθύνεται από την ελπίδα των μελλοντικών αγαθών, ούτε και το θάνατο θα θεωρήσει σαν θάνατο. Ο δίκαιος, δηλαδή, που βαδίζει στο δρόμο του Θεού και καθημερινά περιμένει να μπει στη βασιλεία Του, δεν ταράζεται, δεν αναστατώνεται, δεν στενοχωριέται, όταν έρχεται αντιμέτωπος με το θάνατο, όταν λ.χ. αντικρίσει νεκρό κάποιον συγγενή ή φίλο του. Γιατί γνωρίζει ότι ο θάνατος, γι' αυτούς που έζησαν ενάρετα στη γη, δεν είναι παρά μετάθεση σε μια καλύτερη ζωή, ταξίδι για έναν καλύτερο τόπο, δρόμος που οδηγεί στα στεφάνια.

Γι' αυτό μπροστά στις πόλεις και στα χωριά υπάρχουν τα κοιμητήρια και οι τάφοι, για να μας θυμίζουν συνέχεια την ανθρώπινη θνητότητα. Έτσι, καθώς μπαίνουμε σε μια μεγάλη και πλούσια πόλη ή σ' ένα ωραίο και γραφικό χωριό, πριν δούμε τις ομορφιές και τα αξιοθέατά τους, βλέπουμε το τέλος και την κατάληξη κάθε ομορφιάς, κάθε πλούτου, κάθε δόξας.

Όταν, πάλι, ένας άνδρας και μια γυναίκα πα­ντρεύονται, υπογράφουν συχνά ένα συμβόλαιο, με το οποίο ρυθμίζουν από πριν την τύχη της περιουσίας τους σε περίπτωση θανάτου του ενός ή του άλλου: «Αν ο σύζυγος πεθάνει πριν από τη σύζυγο, θα γίνει τούτο. Αν η σύζυγος πεθάνει πριν από το σύζυγο, θα γίνει τούτο και τούτο». Καλά-καλά δεν γνωρίστηκαν ακόμα, καλά-καλά τη ζωή τους δεν άρχισαν, και το θάνατο σκέφτονται. Πολλές φορές, μάλιστα, το συμβόλαιο αναφέρει τι θα γίνει, αν πεθάνει το παιδί, που θα γεννήσουν: «Αν το παιδί, που θα γεννηθεί, πεθάνει, θα γίνει αυτό κι αυτό». Ακόμα δεν φάνηκε ο απόγονος, και εκδόθηκε η απόφαση του θανάτου του!

Τί θέλω να πω με όλα αυτά; Ότι, πηγαίνοντας στο συμβολαιογραφείο για τη σύνταξη ενός συμβολαίου, ο καθένας γνωρίζει πως ο θάνατος θα επισκεφθεί κάποια στιγμή τον ίδιο ή έναν δικό του άνθρωπο. Το θεωρεί απόλυτα φυσιολογικό και αναπόφευκτο. Όταν, όμως, έρθει ο θάνατος, ξεχνάει όσα έγραψε και άλλα λέει. «Έπρεπε να πάθω εγώ τέτοιο πράγμα;», φωνάζει με θρήνους και αναστεναγμούς ο άντρας που χή­ρεψε. «Περίμενα να με βρει τέτοια συμφορά και να χάσω τη γυναίκα μου;». Τί λες, άνθρωπέ μου; Όταν ήσουνα, ή μάλλον νόμιζες πως ήσουνα, μακριά από το θάνατο, ήξερες καλά τους φυσικούς νόμους· τώρα που έπαθες τη συμφορά, τους ξέχασες; Ίσως να πήρε ο Θεός τη γυναίκα σου, επειδή θέλει να σε οδηγήσει στην εγκράτεια, επειδή σε θεωρεί ικανό για μεγαλύ­τερους αγώνες, για ανώτερη πνευματική ζωή, και γι' αυτό σε ελευθέρωσε από τον συζυγικό δεσμό.

Κι εσύ πάλι, η γυναίκα, που έχασες τον άντρα σου, γιατί κλαις; Μήπως επειδή έχασες τον προστάτη σου κι έμεινες έρημη στον κόσμο; Ποτέ μην πεις κάτι τέτοιο. Γιατί δεν έχασες το Θεό, που είναι ο πραγματικός προστάτης όλων μας. Αφού έχεις βοηθό το Θεό, δεν έχεις ανάγκη από κανέναν άλλο. Μήπως, και όταν ζούσε ο άντρας σου, ο Θεός δεν ήταν που σας τα έδινε όλα; Αυτό να σκέφτεσαι και να λες, όπως ο Δαβίδ: «Ο Κύριος είναι το φως μου και ο σωτήρας μου, ποι­όν θα φοβηθώ; Ο Κύριος είναι ο υπερασπιστής της ζωής μου, τί θα με κάνει να δειλιάσω;» (Ψαλμ. 26:1). Τώρα πια Αυτός, «ο πατέρας των ορφανών και συ­μπαραστάτης των χηρών» (Ψαλμ. 67:6), θα φροντίζει για σένα περισσότερο απ’ όσο φρόντιζε πριν.

Βλέπεις, λοιπόν, ένα συγγενή σου να φεύγει απ’ αυτόν τον κόσμο; Μην τρομάζεις, μη θρηνείς, μη συντρίβεσαι. Συγκεντρώσου στον εαυτό σου, εξέτασε τη συνείδησή σουκαι σκέψου ότι σε λίγο καιρό σε περιμένει κι εσένα το ίδιο τέλος.

«Μα ο νεκρός», θα μου πεις, «σαπίζει, γίνεται σκόνη». Ακριβώς γι' αυτό πρέπει να χαίρεσαι περισσότερο. Όταν θέλει κανείς να ξαναχτίσει ένα σπίτι, που πάλιωσε και έγινε ετοιμόρροπο, αφού πρώτα βγάλει τους ενοίκους, το κατεδαφίζει και το φτιάχνει πιο καλό. Και όταν γίνεται αυτό, οι ένοικοι δεν λυπούνται, επειδή βγήκαν από το παλιό σπίτι, αλλά μάλλον ευχα­ριστημένοι είναι. Δεν τους νοιάζει, βλέπεις, για την κατεδάφιση, που βλέπουν με τα μάτια τους, γιατί συλ­λογίζονται τη νέα και ωραία οικοδομή, που θα ανεγερθεί, κι ας μην τη βλέπουν ακόμα. Το ίδιο κάνει και ο Θεός. Όταν πρόκειται να διαλύσει το σώμα μας, βγάζει πρώτα την ψυχή, που κατοικεί μέσα σ' αυτό, όπως θα την έβγαζε από ένα παλιό και ετοιμόρροπο σπίτι, για να την εγκαταστήσει πάλι με μεγαλύτερη δόξα στο νέο σπίτι, που θα οικοδομήσει. Και ο Αδάμ, όταν δημιουργήθηκε, δεν είδε ότι πλάστηκε από χώμα. Ο Θεός, δηλαδή, δεν έπλασε την ψυχή πρώτη, για να μη δει τη δημιουργία του σώματος. Γι' αυτό η ψυχή δεν γνώριζε την ευτέλεια του σώματος. Όταν, όμως, γίνει η κοινή ανάσταση, τότε η ψυχή θα βρεθεί σ' ένα νέο άφθαρτο σώμα, όχι πια στο παλιό χωμάτινο ένδυμά της.

Ο νεκρός, κι αν δεν βλέπει τον εαυτό του, βλέπει όμως εκείνους που πέθαναν πιο μπροστά να γίνονται σκόνη, και διδάσκεται πολλά. Για κοίτα πόσο μαζεμένοι και συγκρατημένοι είναι μπροστά στους νεκρούς ακόμα και οι πιο περήφανοι, ακόμα και οι πιο απόκοτοι άνθρωποι! Ακούγεται η λέξη «θάνατος», και η καρδιά όλων σπαρταράει από το φόβο. Και φιλοσοφούμε γύρω από τους τάφους και σκεφτόμαστε που καταλήγουμε και φλυαρούμε για τη ματαιότητα των εγκοσμίων, αλλά, μόλις απομακρυνθούμε, ξεχνάμε την ευτέλειά μας.

Να, για παράδειγμα, όταν βρεθεί κανείς στην κηδεία ενός φίλου του, γυρίζει στο διπλανό του και του λέει λόγια σαν και τούτα: «Αλήθεια, πόσο ταλαίπωροι είμαστε! Πόσο ασήμαντη είναι η ζωή μας! Τί γινόμαστε, άραγε, μετά το θάνατο; Αυτό πρέπει να σκεφτόμαστε και να μην κακολογούμε, να μην αδικούμε, να μη μνησικακούμε...». Φαίνεται να μιλάει με τόση ειλικρίνεια, ώστε, καθώς τον ακούς, δεν αμφιβάλλεις ότι την ίδια κιόλας στιγμή θ' απαρνηθεί ολότελα την κακία του και θ' αρχίσει να ζει ενάρετα. Μα, αλίμονο, μετά την κηδεία θα ξεχάσει και το φόβο του και τα λόγια του, και θα συνεχίσει να ζει στην αμαρτία, όπως πρώτα.

Ας ξαναγυρίσουμε, όμως, στο θέμα μας. Πες μου, για ποιο λόγο κλαις με τόσο πόνο αυτόν που πέθανε; Γιατί ήταν κακός; Ε, λοιπόν, όχι μόνο δεν πρέπει να κλαις, αλλά και να ευχαριστείς το Θεό, που σταμάτησε πια η κακία του. Μήπως, απεναντίας, ήταν καλός; Και στην περίπτωση αυτή πρέπει να χαίρεσαι, γιατί πέθανε «πριν η κακία αλλάξει τη σύνεσή του ή η δολιότητα της αμαρτίας εξαπατήσει την ψυχή του» (Σοφ. Σολ. 4:11). Ήταν μήπως νέος; Και γι' αυτό ακόμα ευχαρίστησε το Θεό και δόξασέ Τον, γιατί τον πήρε κοντά Του. Όπως εκείνους που πηγαίνουν για ν' αναλάβουν κάποιο αξίωμα, τους κατευοδώνουμε με χαρά και ικανοποίηση, έτσι πρέπει ν' αποχαιρετάμε κι αυτούς που φεύγουν από τούτη τη ζωή, γιατί πηγαίνουν κοντά στο Θεό, όπου θ' απολαμβάνουν μεγάλη τιμή και ευτυχία.

Δεν λέω, βέβαια, ότι δεν πρέπει να λυπόμαστε για το χωρισμό από τ' αγαπημένα μας πρόσωπα, που πεθαίνουν, αλλά να μη λυπόμαστε περισσότερο απ’ όσο πρέπει. Γιατί θα παρηγορηθούμε αρκετά, αν σκεφτούμε ότι ο άνθρωπος, που χάσαμε, ήταν θνητός, όπως όλοι μας. Με το ν' αγανακτούμε, δεν δείχνουμε τίποτ' άλλο, παρά πως ζητάμε πράγματα ασυμβίβαστα με την ανθρώπινη φύση.

Γεννήθηκες άνθρωπος, επομένως θνητός. Γιατί, λοιπόν, υποφέρεις με κάτι τόσο φυσικό, όπως ο θάνατος; Μήπως λυπάσαι, επειδή, για να ζήσεις, πρέπει να τρως; Μήπως επιδιώκεις να ζήσεις χωρίς τροφή; Τότε γιατί επιδιώκεις να μην πεθάνεις; Όσο φυσικό είναι το να τρως, άλλο τόσο και το να πεθάνεις. Αφού είσαι θνητός, μη ζητάς να γίνεις αθάνατος· γιατί αυτό το πράγμα καθορίστηκε και νο­μοθετήθηκε μια μόνο φορά και για πάντα. Ας μη μοιάζουμε στους ληστές, που θέλουν να κάνουν δικά τους όσα ανήκουν σε άλλους. Έτσι, όταν ο Θεός παίρνει από μας χρήματα ή τιμή ή δόξα, ακόμα και το σώμα ή και την ψυχή, παίρνει αυτά που Του ανήκουν. Και το παιδί σου ακόμη αν πάρει, δεν παίρνει ουσιαστικά το παιδί σου, αλλά το δικό Του πλάσμα.



Αφού, λοιπόν, εμείς δεν ανήκουμε στον εαυτό μας, πώς θα ανήκουν σ' εμάς όσα ανήκουν σ' Εκείνον; Αν η ψυχή σου δεν είναι δική σου, πώς είναι δικά σου τα χρήματά σου; Και αν δεν είναι δικά σου, πώς ξοδεύεις άσκοπα ή άπρεπα αυτά που ανήκουν σε άλλον; Μη λες, «Τα δικά μου ξοδεύω, από τα δικά μου διασκεδάζω»· γιατί ξοδεύεις και διασκεδάζεις με τα ξένα. Και τα αποκαλώ ξένα, γιατί ο Θεός θεωρεί δικά σου όσα σου έδωσε, για να τα μοιράσεις στους φτωχούς. Τότε μόνο τα ξένα γίνονται δικά σου. Αν τα ξοδέψεις για τον εαυτό σου, τότε τα δικά σου γίνονται ξένα.

Δεν βλέπεις ότι τα σώματά μας τα υπηρετούν τα χέρια; Δεν βλέπεις ότι το στόμα μασάει την τροφή, πριν τη δεχθεί το στομάχι; Μήπως το στομάχι λέει, «Αφού δέχτηκα την τροφή, δικαιωματικά τα κατέχω όλα»; Τα μάτια πάλι, μήπως, επειδή αυτά δέχονται το φως, το κρατάνε μόνο για τον εαυτό τους και δεν το θέτουν στην υπηρεσία όλου του σώματος; Ή μήπως τα πόδια, επειδή μόνο αυτά βαδίζουν, τον εαυτό τους μόνο μετακινούν και όχι το σώμα ολόκληρο; Αλλά και από τους επαγγελματίες, αν θελήσει ο καθένας να μην παραχωρήσει και σε άλλους την ωφέλεια από το επάγγελμά του, όχι μόνο εκείνους, αλλά και τον εαυτό του θα ζημιώσει. Ακόμα και οι φτωχοί, αν ήταν τόσο κακοί όσο εσείς, οι πλούσιοι, που τίποτ' άλλο δεν σκέφτεστε παρά το πως θ' αυξήσετε τα κέρδη σας, και δεν έδιναν από το υστέρημά τους στους πιο φτωχούς και αναγκεμένους, γρήγορα θα σας έριχναν κι εσάς στη φτώχεια.

«Μα έχασα το μονάκριβο παιδί μου», θα πει ίσως κάποιος, «που πάνω του στήριζα τόσες ελπίδες». Και τί μ' αυτό; Ευχαρίστησε το Θεό, που πήρε το παιδί σου, και τότε δεν θα είσαι κατώτερος από τον Αβρα­άμ, που οδήγησε το γιο του Ισαάκ στο βουνό για να τον θυσιάσει, ύστερ' από θεία εντολή. Όπως εκείνος αγόγγυστα πρόσφερε το μονάκριβο παιδί του στο Θεό, έτσι πρόσφερέ το κι εσύ, και δεν θα πάρεις μικρότερη αμοιβή. Μην κλαις, μη βαρυγγωμάς, μην αναστενάζεις. Πες ό,τι είπε και ο μακάριος Ιώβ, όταν έχασε όλα του τα παιδιά: «Ο Κύριος μου τα έδωσε, ο Κύριος μου τα πήρε. Όπως φάνηκε καλό στον Κύ­ριο, έτσι κι έγινε. Ας είναι τ' όνομά Του δοξασμένο παντοτινά» (Ιώβ 1:21). Έτσι αποστόμωσε και τη γυναίκα του, λέγοντάς της μάλιστα και τούτα τα λόγια, που προκαλούν το θαυμασμό μας: «Αν δεχτήκαμε από τα χέρια του Κυρίου τα αγαθά, δεν θα υπομείνουμε και τις συμφορές;» (Ιώβ 2:10). Έτσι να σκέφτεσαι κι εσύ, καθώς μάλιστα το παιδί σου δεν έπεσε στα χέρια εχθρού ή κακούργου, αλλά πήγε κοντά στο Θεό, που φροντίζει γι' αυτό περισσότερο από σένα και που γνωρίζει το συμφέρον του καλύτερα από σέ­να. Κοίτα πόσα παιδιά, που βρίσκονται στη ζωή, έκαναν μαρτυρική τη ζωή των γονιών τους.

«Τα καλά παιδιά δεν τα βλέπεις;», θα με ρωτήσεις. Και σου απαντώ: Τα βλέπω κι αυτά, η κατάσταση όμως του δικού σου παιδιού είναι πιο σίγουρη από τη δική τους. Μπορεί τώρα να είναι καλά, το τέλος τους όμως είναι άγνωστο. Εσύ δεν φοβάσαι πια για το παιδί σου, μήπως πάθει τίποτα ή μήπως πάρει στραβό δρόμο. Γι' αυτό, σου το ξαναλέω, μη θρηνείς. Να δοξολογείς μόνο τον Κύριο, όπως έκανε ο Ιώβ.

«Και πώς να μη θρηνώ», θα πεις, «που δεν είμαι πια πατέρας;». Τί λόγια είναι τούτα; Μήπως έχασες το παιδί σου; Μάλλον τώρα το έκανες δικό σου και το έχεις πιο σίγουρα. Δεν έπαψες να είσαι πατέρας. Είσαι μάλιστα κάτι παραπάνω -όχι πια πατέρας ενός θνητού πλάσματος, μα ενός αθάνατου όντος! Μη νομίζεις ότι έχασες πραγματικά το παιδί σου, επειδή δεν είναι κοντά σου. Όπως θα συνέχιζε να είναι παιδί σου, αν είχε μεταναστεύσει σε μακρινή χώρα, έτσι και τώρα, που έφυγε για τον ουρανό. Βλέποντας, λοιπόν, τα μάτια του κλειστά, το στόμα του άφωνο και το σώμα του ακίνητο, μη σκέφτεσαι: «Αυτό το στόμα δεν μιλάει πια, αυτά τα μάτια δεν βλέπουν πια, αυτά τα πόδια δεν βαδίζουν πια». Αλλά να σκέφτεσαι: «Αυτό το στόμα θα πει καλύτερα λόγια, αυτά τα μάτια θα δουν ωραιότερα πράγματα, αυτά τα πόδια θα περπατήσουν στον ουρανό, αυτό το σώμα θ’ αναστηθεί άφθαρτο και θα πάρω πίσω το παιδί μου λαμπρότερο».

«Αλλά δεν γνωρίζω που πήγε», ίσως θα μου πεις. Πώς δεν το γνωρίζεις; Είτε θεάρεστα έζησε είτε όχι, εί­ναι γνωστό που θα πάει. «Γι' αυτό ακριβώς κλαίω», θα εξηγήσεις, «γιατί έφυγε φορτωμένο με αμαρτίες». Μα κι αν δεν είχε αμαρτίες, μήπως δεν θα έκλαιγες και δεν θα βαρυγγωμούσες; Τώρα παραπονιέσαι στο Θεό και Του λες: «Γιατί μου πήρες το παιδί μου γεμάτο αμαρτίες;». Τότε θα Του έλεγες: «Γιατί μου πήρες ένα τόσο καλό παιδί;». Και στις δυο περιπτώσεις, όμως, πρέπει να χαίρεσαι. Αν το παιδί ήταν αμαρτωλό, γιατί έπαψε πια ν' αμαρτάνει και δεν πρόσθεσε μεγαλύτερο βάρος κακίας στην ψυχή του. Ενώ μάλιστα δεν μπορούσες να το βοηθήσεις όσο ζούσε, γιατί δεν άκουγε τις συμβουλές σου, τώρα μπορείς να το βοηθήσεις· όχι με δάκρυα και θρήνους, αλλά με προσευχές και ελεημοσύνες και προσφορές.

Αυτά καθορίστηκαν από τους αγίους αποστόλους όχι τυχαία, αλλά με το φωτισμό του Αγίου Πνεύματος. Ο ιερέας, μπροστά στο ιερό θυσιαστήριο, όταν τελεί τα φρικτά Μυστήρια του Χριστού, μνημονεύει όχι μόνο τους ζωντανούς, αλλά και τους νεκρούς, οπότε οι ψυχές ανακουφίζονται. Και όταν εμείς κάνουμε γι' αυτούς προσφορές στην εκκλησία ή ελεημοσύνες στους φτωχούς, τους προξενούμε κάποια παρηγοριά, όσο αμαρτωλοί κι αν ήταν. Αν πάλι το παιδί σου ήταν καλό και ενάρετο, πολύ περισσότερο δεν πρέπει να λυπάσαι. Γιατί, όπως ο καθαρός κι ολόλαμπρος ήλιος ανεβαίνει στον ουρανό, έτσι και η καθαρή ψυχή, που εγκαταλείπει το σώμα, ανεβαίνει ολόλαμπρη, με τη συνοδεία αγγέλων, στο βασίλειο του Θεού.

Δεν είναι κακό, λοιπόν, το να πεθάνει κανείς. Τότε για ποιο λόγο φοβόμαστε το θάνατο;Γιατί δεν μας έχει κυριέψει ο έρωτας της ουράνιας βασιλείας, γιατί δεν μας έχει φλογίσει ο πόθος των μελλοντικών αγαθών. Αν είχε συμβεί αυτό, όλα τα αγαθά της γης θα τα περιφρονούσαμε. Όποιος φοβάται πάντα την κόλαση, δεν θα φοβηθεί ποτέ το θάνατο. Να μην έχετε, λοιπόν, τη σκέψη μικρού παιδιού, αλλά την ακακία μικρού παιδιού. Τα μικρά παιδιά φοβούνται τις αγριωπές αλλ' ακίνδυνες μάσκες, δεν φοβούνται όμως την επικίνδυνη φωτιά. Έτσι, αν τα κρατάει κανείς κοντά σ' ένα αναμμένο λυχνάρι, χωρίς να το σκεφτούν, ακουμπάνε το χέρι τους στη φλόγα και καίγονται.
Θέλετε να σας πω και άλλη αιτία, για την οποία φοβόμαστε το θάνατο; Γιατί δεν ζούμε ενάρετη ζωή και δεν έχουμε καθαρή συνείδηση. Αλλιώς ο θάνατος δεν θα μας τρόμαζε. Απόδειξέ μου ότι θα κληρονομήσω τη βασιλεία των ουρανών και σφάξε με τώρα κιόλας. Θα σου χρωστάω μάλιστα και χάρη για τη σφαγή μου, αφού θα με στείλεις γρήγορα σ' εκείνα τα αγαθά. «Αλλά φοβάμαι να πεθάνω άδικα», ίσως θα μου πεις. Ώστε ήθελες να πεθάνεις δίκαια; Και ποιος είναι τόσο ταλαίπωρος, που, ενώ μπορεί να πεθάνει άδικα, προτιμάει να πεθάνει δίκαια;

Αν πρέπει να φοβόμαστε θάνατο, πρέπει να φοβόμαστε εκείνον που μας βρίσκει δίκαια. Όποιος πεθαίνει άδικα, μοιάζει στους αγίους. Γιατί οι περισσότεροι απ’ αυτούς που ευαρέστησαν το Θεό, θανατώθηκαν άδικα. Και πρώτος ο Άβελ. Δεν δολοφονήθηκε γιατί έφταιξε στον Κάιν, αλλά γιατί τίμησε το Θεό. Και ο Θεός παραχώρησε να γίνει αυτός ο φόνος γιατί αγαπούσε τον Άβελ ή γιατί τον μισούσε; Ολοφάνερα γιατί τον αγαπούσε και ήθελε να του προσφέρει πιο λαμπρό στεφάνι, λόγω της άδικης σφαγής του.



Βλέπεις που δεν πρέπει να φοβάσαι μήπως πεθάνεις άδικα, αλλά μήπως πεθάνεις φορτωμένος με αμαρτίες; Ο Άβελ πέθανε άδικα, μα ο Κάιν πέρασε την υπόλοιπη ζωή του έχοντας την κατάρα του Θεού, στενάζοντας και τρέμοντας ακατάπαυστα. Ποιός από τους δύο ήταν πιο μακάριος; Εκείνος που έπαψε να ζει μέσα στη αρετή ή αυτός που έζησε μέσα στην αμαρτία; Εκείνος που άδικα πέθανε ή αυτός που δίκαια τιμωρήθηκε;

Ας μην κλαίμε, λοιπόν, αδιάκριτα όλους όσοι πεθαίνουν, αλλά εκείνους που πεθαίνουν έχοντας πολλές αμαρτίες. Σ' αυτούς πρέπουν τα δάκρυα και οι θρήνοι. Γιατί ποιά ελπίδα έχουν, αφού δεν είναι πια δυνατό να καθαριστούν από τις αμαρτίες τους; Όσο βρίσκονταν στην παρούσα ζωή, υπήρχε ελπίδα να μετανοή­σουν. Εκεί που πήγαν, όμως, δεν κερδίζει κανείς τίποτα με τη μετάνοια.

Ας τους κλαίμε, ναι, όχι όμως με τρόπο υστερικό και άπρεπο, όχι τραβώντας τα μαλλιά μας, ξεσκίζοντας το πρόσωπό μας, ουρλιάζοντας και τσιρίζοντας, αλλά με σεμνότητα, αφήνοντας τα δάκρυα να κυλούν ήρεμα από τα μάτια μας. Αυτό ωφελεί κι εμάς. Γιατί, πενθώντας έτσι τον νεκρό, πολύ περισσότερο θα προσπαθήσουμε να μην πέσουμε και οι ίδιοι σε παρόμοια αμαρτήματα. Με το τράβηγμα των μαλλιών και τις κραυγές ο νους σκοτίζεται, ενώ με το ήρεμο πένθος διατηρεί τη διαύγειά του και μπορεί να φιλοσοφήσει ωφέλιμα γύρω από το θάνατο.

Μ' αυτόν τον τρόπο να φιλοσοφείς όχι μόνο όταν πεθαίνει κάποιος γνωστός σου, μα κι όταν βλέπεις έναν άγνωστο νεκρό να οδηγείται με πομπή μέσ' από τους δρόμους στην τελευταία του κατοικία και να συνοδεύεται από τα ορφανά παιδιά του, τη χήρα γυναίκα του, τους συγγενείς και τους φίλους του, όλους κλαμένους και συντετριμμένους. Να συλλογίζεσαι τότε πως η ζωή και τα πράγματα του κόσμου τούτου δεν έχουν καμιάν αξία και καμιά διαφορά από τις σκιές και τα όνειρα.

Κοίτα, πόσα κάστρα και παλάτια βασιλιάδων, ηγεμόνων και αρχόντων είναι σωριασμένα σε ερείπια! Σκέψου, πόση δύναμη και πόσο πλούτο είχαν κάποτε! Τώρα έχουν ξεχαστεί και τα ονόματά τους. Λέει η Γραφή: «Πολλοί άρχοντες έχασαν την εξουσία τους και κάθισαν στο χώμα· κι ένας άσημος, που κανείς δεν φανταζόταν ότι θα γίνει βασιλιάς, φόρεσε στέμμα» (Σοφ. Σειρ. 11:5).

Δεν σου φτάνουν αυτά; Συλλογίσου τότε, ποιά είναι η αξία σου όταν κοιμάσαι; Μήπως δεν μπορεί κι ένα ζωύφιο να σε θανατώσει; Ναι, πολλοί πέθαναν έτσι στον ύπνο τους. Αλήθεια, από μια κλωστή κρέμεται η ζωή μας! Κόβεται η κλωστή και τελειώνουν όλα.

Έτσι να φιλοσοφείς και να μη σαγηνεύεσαι από την ομορφιά, τα πλούτη, τη δόξα, τις απολαύσεις. Ένα μόνο να σε απασχολεί: Που τελειώνουν όλα αυτά. Θαυμάζεις όσα βλέπεις εδώ στη γη; Πιο αξιοθαύμαστα, όμως, είναι εκείνα που αναφέρονται στις άγιες Γραφές.

Δείξε μου έναν αγέρωχο άρχοντα ή έναν λαμπροντυμένο πλούσιο, όταν ψήνεται από τον πυρετό, όταν ψυχομαχεί, και τότε θα σε ρωτήσω: «Πού είναι εκείνος, που περνούσε από την αγορά καμαρωτός και περήφανος με ακολούθους και σωματοφύλακες; Πού είναι εκείνος, που φορούσε πανάκριβα ρούχα; Πού είναι η χλιδή της ζωής του, η πολυτέλεια των συμποσίων του, οι υπηρέτες, οι παρατρεχάμενοι, τα γέλια, οι ανέσεις, οι σπατάλες;» Όλα έφυγαν και πέταξαν. Τί απέγινε το σώμα, που απολάμβανε τόση ηδονή; Πλησίασε στον τάφο και κοίτα τη σκόνη, τη σαπίλα, τα σκουλήκια. Κοίτα και στέναξε πικρά. Και μακάρι το κακό να περιοριζόταν σε τούτη τη σκόνη, που βλέπεις. Από τον τάφο και τα σκουλήκια φέρε τη σκέψη σου στο ακοίμητο σκουλήκι της άλλης ζωής, στο τρίξιμο των δοντιών, στο αιώνιο σκοτάδι, στην άσβεστη φωτιά, στις πικρές και αφόρητες εκείνες τιμωρίες, που δεν θα έχουν τέλος. Εδώ, στη γη, και τα καλά και τα κακά κάποτε, αργά ή γρήγορα, τελειώνουν εκεί, όμως, και τα δύο διαρκούν αιώνια. Και διαφέρουν ως προς την ποιότητα από τα καλά και τα κακά του κόσμου τούτου τόσο, που δεν είναι δυνατό να εκφράσει κανείς με λόγια.

Τί έγιναν, λοιπόν, όλα εκείνα τα μεγαλεία; Τί έγιναν τα χρήματα και τα κτήματα; Ποιος άνεμος φύσηξε και τα πήρε και τα σκόρπισε; Τί θέλει, πάλι, κι αυτή η ανώφελη δαπάνη για την κηδεία, που και τον νεκρό δεν ωφελεί και τους οικείους του ζημιώνει; Ο Χριστός αναστήθηκε γυμνός από τον τάφο. Ας μη γίνεται, λοιπόν, η κηδεία αφορμή ικανοποιήσεως της μανίας μας για επίδειξη. Ο Κύριος είπε: «Πείνασα και μου δώσατε να φάω· δίψασα και μου δώσατε να πιω· ήμουνα γυμνός και με ντύσατε» (Ματθ. 25:35-36).

Όμως δεν είπε: «Ήμουνα νεκρός και με θάψατε». Γιατί, αν μας παραγγέλλει να μην έχουμε τίποτα περισσότερο από ένα σκέπασμα, όταν ζούμε, πολύ περισσότερο όταν πεθάνουμε. Ποιαν απολογία θα δώσουμε στο Θεό, λοιπόν, όταν ξοδεύουμε τεράστια ποσά για να κηδέψουμε ένα νεκρό σώμα, τη στιγμή που ο Χριστός, με τη μορφή των φτωχών συνανθρώπων μας, τριγυρνάει πεινασμένος και γυμνός, κι εμείς αδιαφορούμε γι' αυτό;

Όλα όσα σας λέω, βέβαια, είναι ανώφελα για κείνους που έχουν ήδη πεθάνει. Ας τ' ακούσουν, όμως, οι ζωντανοί και ας συνέλθουν, ας λογικευτούν, ας διορθωθούν. Όπου νά 'ναι θα έρθει και η δική τους ώρα. Δεν θ' αργήσουν να βρεθούν κι αυτοί, δεν θ' αργήσουμε να βρεθούμε όλοι μας, μπροστά στο φοβερό Κριτήριο, όπου θα δώσουμε λόγο για τις πράξεις μας.

Ας αγωνιστούμε, λοιπόν, να γίνουμε καλύτεροι, εγκαταλείποντας την αμαρτία και ακολουθώντας την αρετή, για να μη χάσουμε τη βασιλεία των ουρανών, για ν' αποκτήσουμε τα άφθαρτα αγαθά, που έχει ετοιμάσει για μας ο φιλάνθρωπος Κύριος.

Από το βιβλίο «Θέματα ζωής» / Κείμενα του Αγίου Ιωάννου του Χρυσόστομου. Τόμος Α’, σελ. 106-121. ηλ. πηγή κειμένου: alopsis.gr, επιμέλεια: www.sophia-ntrekou.gr / αέναη επΑνάσταση
ΛΟΓΟΙ ΠΕΡΙ ΠΙΣΤΕΩΣ

ΤΙ ΛΕΝΕ ΟΙ ΘΕΟΦΟΡΟΙ ΠΑΤΕΡΕΣ



Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος στὴν ὁμιλία του γιὰ τὴν Σαμαρείτιδα λέει σχετικὰ γιά τὴν πίστη «Ἡ Πίστις εἶναι μήτηρ τῶν ἀγαθῶν καὶ φάρμακον τῆς σωτηρίας. Χωρὶς αὐτὴν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κατανοήσωμεν τὰ μεγάλα δόγματα.

Ἀλλὰ ὅπως ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐπιχειροῦν νὰ διαπλεύσουν τὸ πέλαγος χωρὶς πλοῖον μόνον ἐπ᾽ ὀλίγον ἠμποροῦν νὰ κολυμβήσουν χρησιμοποιοῦντες χεῖρας καὶ πόδας, ἀλλὰ ἀφοῦ προχωρήσουν μακρύτερα, ταχέως βυθίζονται ἀπὸ τὰ κύματα, ἔτσι ὁμοιάζουν καὶ ἐκεῖνοι ποὺ χρησιμοποιοῦν τοὺς ἰδικοὺς των συλλογισμοὺς καὶ οἱ ὁποῖοι ναυαγοῦν πρὶν μάθουν κάτι.

Εἶναι αὐτοὶ διὰ τοὺς ὁποίους ὁ Παῦλος λέγει ὅτι "Αὐτοὶ ἐναυάγησαν περὶ τὴν πίστιν". Διά νὰ μὴ πάθωμεν καὶ ἡμεῖς αὐτό, ἂς κρατοῦμεν τὴν ἱερὰν ἄγκυραν τῆς Πίστεως».1

Ὁ στάρετς Ἀμβρόσιος τῆς Ὄπτινα ἑρμηνεύοντας τό: «γίνεσθε οὖν φρόνιμοι ὡς οἱ ὄφεις καὶ ἀκέραιοι ὡς αἱ περιστεραί» σημειώνει: «Ὅπως λένε οἱ ἑρμηνευτές, ἡ σοφία τοῦ φιδιοῦ ἔγκειται στὸ γεγονὸς πὼς ὅταν δέχεται ἐπίθεση, τὸ πρῶτο ποὺ προσπαθεῖ νὰ προστατεύσει εἶναι τὸ κεφάλι του.

Καὶ ὁ χριστιανὸς σὲ περίοδο δυσκολιῶν καὶ συμφορῶν, τὸ πρῶτο ποὺ ὀφείλει νὰ προστατεύσει εἶναι ἡ πίστη του. Δεύτερο, ἡ σοφία τοῦ φιδιοῦ ἔγκειται στὸ γεγονὸς πὼς ὅταν θέλει νὰ ἀποβάλει τὸ παλιό του δέρμα περνάει μέσα ἀπὸ ἕνα στενὸ πέρασμα, διαφορετικὰ δὲν θὰ μπορέσει νὰ τὸ ἀλλάξει.

Τὸ ἴδιο πρέπει νὰ κάνει καὶ ὁ χριστιανὸς, ὅταν θέλει νὰ ἀποβάλει τὸν παλιὸ ἄνθρωπο. Πρέπει νὰ ἀκολουθήσει τὴ στενὴ ὁδό, σύμφωνα μὲ τὴν εὐαγγελικὴ διδαχή. Ἡ ἀκεραιότητα τοῦ περιστεριοῦ ἔγκειται στὴν καλωσύνη του καὶ στὴ συγχωρητικότητα, ποὺ δείχνει στὶς προσβολές, τὶς παρενοχλήσεις καὶ τὰ παρόμοια».2

Ὁ ἅγιος Ἰγνάτιος Μπριαντσανίνωφ κάνει τὶς ἑξῆς σκέψεις γιὰ τὴν πίστη «Ἡ πίστη στὸ Χριστὸ εἶναι ζωή. Ὅποιος τρέφεται μὲ τὴν πίστη, γεύεται ἤδη, στὴ διάρκεια τῆς ἐπίγειας πορείας του, τὴν αἰώνια ζωή, ποὺ ἑτοιμάστηκε γιὰ τοὺς δικαίους στὸ τέλος αὐτῆς τῆς πορείας. Ὁ Κύριος εἶπε: "Ὅποιος πιστεύει σὲ ἐμένα, αὐτὸς ἔχει αἰώνια ζωή".

Μὲ τὴν πίστη οἱ ἄνθρωποι τοῦ Θεοῦ ὑπέμειναν σκληρὲς δοκιμασίες. Μὲ τὴν πίστη δέχονταν τὶς θλίψεις καὶ τὶς στενοχώριες σὰν δῶρα τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ, δῶρα μὲ τὰ ὁποῖα Ἐκεῖνος τοὺς ἀξιῶσε νὰ γίνουν μιμητὲς καὶ μέτοχοι τῶν παθημάτων Του».3

Ὁ ἅγιος Μακάριος ὁ Αἰγύπτιος σὲ ὁμιλία του γιὰ τὴν ζωὴ τῶν χριστιανῶν λέει: «Πόσες θλίψεις ὑπέμειναν οἱ Πατέρες, πόσα ἔπαθαν γιὰ τὸν Θεό, πόσα ἀνδραγαθήματα ἔκαναν καὶ πόσο ἀγωνίσθηκαν, ὅλους αὐτοὺς τοὺς μακαρίζουμε καὶ θέλουμε νὰ ἀπολαύσουμε τὶς ἴδιες μὲ αὐτοὺς δωρεὲς καὶ τὰ ἴδια ἀξιώματα, ἐπιθυμοῦμε μὲ προθυμία νὰ λάβουμε τὰ ἔνδοξα ἐκεῖνα χαρίσματα, παρακάμπτοντας τοὺς κόπους καὶ τοὺς ἀγῶνες τους καὶ τὶς θλίψεις καὶ τὰ παθήματά τους· καὶ τὶς τιμὲς καὶ τὰ ἀξιώματά τους, ποὺ ἀπὸ τὸν Θεὸ ἔχουν ἀποκτήσει, θέλουμε μὲ προθυμία νὰ λάβουμε, τὴν κούραση, ὅμως, καὶ τοὺς κόπους καὶ τοὺς ἀγῶνες τους αὐτὰ δὲν θέλουμε νὰ τὰ ὑποστοῦμε.

Σοῦ λέγω αὐτὸ τὸ θέλει καὶ τὸ ἐπιθυμεῖ καθένας ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους καὶ οἱ ἄδικοι ἄνθρωποι θέλουν μὲ εὐκολία καὶ χωρὶς ἀγῶνες νὰ κερδίσουν τὴν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ.

Ἀλλὰ γι᾽ αὐτὸ τὸ λόγο ὑπάρχουν ἀνάμεσά μας πειρασμοὶ καὶ θλίψεις καὶ δοκιμασίες, γιὰ νὰ γίνουν φανεροὶ οἱ ἐκλεκτοί. Μερικοί, ἀφοῦ ἔφθασαν πράγματι μέχρι τὸν θάνατο, μὲ ὅλη τὴν ἐπιθυμία τους καὶ τὴν δύναμη ἀγάπησαν μόνο τὸν Κύριο.

Γι᾽ αὐτὸ καὶ δίκαια εἰσέρχονται στὴ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν, γιατί ἀρνήθηκαν τὸν ἑαυτό τους καὶ ἀγάπησαν τὸν Κύριο. Διότι μέσα στὶς θλίψεις καὶ τὰ παθήματα καὶ τὴν ὑπομονὴ καὶ τὴν Πίστη εἶναι κρυμμένες οἱ ὑποσχέσεις καὶ ἡ δόξα καὶ ἡ ἀποκατάσταση τῶν οὐρανίων ἀγαθῶν».4

Ὁ Μέγας Βασίλειος γράφει γιὰ τὴν Πίστη: «Ὅλα τὰ ἔργα Αὐτοῦ ἔχουν πίστη. Τίποτε νὰ μὴ σοῦ γίνει ἀφορμὴ ἀπιστίας. Νὰ μὴ πεῖς ὅτι ἀπὸ τὴν τύχη ἔγινε αὐτὸ καὶ αὐτομάτως φύτρωσε τὸ ἄλλο. Τίποτε δὲν ἔγινε χωρὶς τάξη, τίποτε χωρὶς σκοπό, τίποτε μάταια, τίποτε δὲν ἦλθε στὴν ὕπαρξη ἀπὸ τὴν τύχη. Ἡ κακὴ σύμπτωση, ἡ κακιὰ ὥρα, αὐτὰ τὰ λένε φωνὲς ἀμαθῶν».5

ΜΑΚΑΡΙΟΣ ΟΠΟΙΟΣ ΠΙΣΤΕΥΕΙ ΚΑΙ ΕΛΠΙΖΕΙ ΣΤΟΝ ΘΕΟ!

ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΠΕΝΤΑΠΟΛΕΩΣ



Πόσο ωραία, πόσο ευχάριστη, πόσο χαριτωμένη είναι η εικόνα εκείνου που ελπίζει στον Θεό που σώζει, στον Θεό των οικτιρμών, τον Θεό του ελέους, τον αγαθό και φιλάν­θρωπο Θεό.

Αληθινά μακάριος είναι ο άνθρωπος που ελπίζει στον Θεό! Ο Θεός είναι πάντα βοηθός του και δεν φοβάται ό,τι κακό κι αν του προξενήσει άνθρωπος. Ελπίζει στον Κύριο και πράττει τα αγαθά! Κάθε του ελπίδα την έχει εναποθέσει σ’ Αυτόν, και σ’ Αυτόν εξομολογείται με όλη του την καρδιά. Είναι το καύχημά του, είναι ο Θεός του και Τον επικαλείται μέρα και νύχτα. Το στόμα του ωραίο, αναπέμπει αίνους στον Θεό, τα χείλη του, πιο γλυκά από μέλι και κερί σαν ανοίγουν για να ψάλλουν στον Θεό· η δε γλώσ­σα του γεμάτη χάρη, κινείται προς δοξολογία Θεού.

Η καρδιά του είναι έτοιμη να Τον επικαλεσθεί, η διάνοια του έτοιμη να ανυψωθεί προς Αυτόν, η ψυχή του είναι προ­σηλωμένη στον Θεό και «η δεξιά του Κυρίου αντελάβετο αυτού». «Εν τω Κυρίω επαινεθήσεται η ψυχή αυτού». Ζητά και λαμβάνει από τον Θεό αυτό που ζητά η καρδιά του. Ζητά και βρίσκει όσα ποθεί. Κρούει και του ανοίγονται οι θύρες του ελέους.

Αυτός που ελπίζει στον Κύριο επαναπαύεται σε ήσυχα νερά. Ο δε Κύριος του δίνει πλούσια τα ελέη του. Η δεξιά του Κυρίου κατευθύνει την πορεία του και δάκτυλος Κυρί­ου τον καθοδηγεί στους δρόμους του.

Αυτός που ελπίζει στον Κύριο δεν αστοχεί. Η ελπί­δα του δεν πεθαίνει ποτέ. Ο Θεός είναι η προσδοκία του, η ακρότατη επιθυμία της καρδιάς του. Προς Αυτόν στε­νάζει η καρδιά του όλη την ημέρα: «Κύριε μην αργήσεις, σήκω, κάνε γρήγορα, έλα και απομάκρυνε από την ψυχή μου κάθε ανάγκη, εξάγαγε εκ φυλακής την ψυχή μου! Θα σε δοξολογήσω με όλη μου την καρδιά Κύριε. Σε Σένα θα απευθύνεται κάθε λόγος που θα βγαίνει απ’ το στόμα μου».

Αυτός που ελπίζει στον Κύριο, ευλογεί τον Ύψιστο, τον λυτρωτή του και αγιάζει «το όνομα το άγιον αυτού». Ελπί­ζει και από τα βάθη της καρδιάς του κραυγάζει προς τον Θεό: «Κύριε πότε ήξω και οφθήσομαι τω προσώπω σου;».

Αυτός που ελπίζει στον Κύριο, θα επικαλεσθεί τον Ύψιστο για να εισέλθει στο αγιαστήριό Του, για να δει και να χαρεί τα θαυμάσια Του· και ο Κύριος θα ακούσει τη φωνή της δέησής του.

Αυτός που ελπίζει στον Κύριο, απολαμβάνει άκρα ειρή­νη· γαλήνη επικρατεί στην καρδιά του και στην ψυχή του βασιλεύει πλήρης αταραξία. Όταν έχει βοηθό του τον Θεό, από τί να φοβηθεί; Από τί να δειλιάσει; Αν ξεσηκωθεί ενα­ντίον του πόλεμος, δεν πτοείται, γιατί ελπίζει στον Κύριο. Αν τον καταδιώξουν πονηροί δεν φοβάται, γιατί ξέρει ότι όλα είναι υπό τον έλεγχο του Κυρίου. 

Δεν ελπίζει στο τόξο του ούτε στη φαρέτρα του· ούτε εξαρτά τη σωτηρία του από τη ρομφαία, αλλά από τον Κύριο και Θεό του, που μπορεί να τον γλιτώσει από τα χέρια αυτών που τον πολεμούν, από την παγίδα του αμαρτωλού και από την καταιγίδα. Είναι πεπεισμένος για τη δύναμη του Κυρίου και «επί τον βραχί­ονα τον υψηλόν αυτού και ο Κύριος σώσει αυτόν».

Αυτός που ελπίζει στον Κύριο, βαδίζει ήρεμος στον αγώνα της ζωής του και διανύει τον δρόμο αυτό δίχως το άγχος των μερίμνων. Εργάζεται ακατάπαυστα το αγαθό, το ευάρεστο και τέλειο, τα δε έργα του τα ευλογεί ο Θεός. Σπέρνει ευλογημένα και λαμβάνει πλούσιους τους καρπούς των κόπων του. Έχει θάρρος στον Κύριο και δεν παρεκτρέπεται από τους πειρασμούς που τον κυκλώνουν. Στις δοκιμασίες της ζωής δεν παραιτείται, αλλά ελπίζει, δι­ότι εκεί που τα πράγματα φαίνονται αδύνατα, ο Θεός φα­νερώνει τη διέξοδο. Μέσω της πίστης προσδοκά και την ελπίδα της δικαιοσύνης.

Αυτός που ελπίζει στον Κύριο δεν ελπίζει σε χρήματα, ούτε στο μέγεθος της δύναμής του, αλλά επαναπαύεται στη βοήθεια που θα του παράσχει ο Θεός.

Αυτός που ελπίζει στον Κύριο, είναι γεμάτος πίστη και αγάπη προς τον Θεό, ζει έχοντας θάρρος στην αγαθή του συνείδηση, εμφανίζεται με την παρρησία γιου απέναντι στον ουράνιο Πατέρα του και Τον επικαλείται για να έλθει η βασιλεία Του στη γη και το θέλημά Του να πραγματώνε­ται στη γη όπως και στον ουρανό.

Αυτός που ελπίζει στον Κύριο, είναι αφοσιωμένος ολο­κληρωτικά σ’ Εκείνον και υψώνει την καρδιά του στον αγαθό και αθάνατο Θεό. Ζητά απ’ Αυτόν το ύψιστο αγαθό και την αθανασία στη βασιλεία των Ουρανών, και ο Θεός τον εισακούει.

Μακάριος ο άνθρωπος που ελπίζει στον Κύριο!

Υπερηφάνεια


ΣΥΝΟΜΙΛΙΕΣ ΜΕ ΤΟΥΣ ΠΑΤΕΡΕΣ ΤΗΣ ΕΡΗΜΟΥ
ΑΒΒΑ ΚΑΣΣΙΑΝΟΥ
ΓΙΑ ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΤΗΣ ΥΠΕΡΗΦΑΝΕΙΑΣ
ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΝ


Κεφάλαιο 9· Πῶς θά μπορέσουμε νά νικήσουμε τήν ὑπερηφάνεια.
Θά μπορέσουμε νά ξεφύγουμε ἀπό αὐτή τήν παγίδα τοῦ Πονηροῦ καί Παγκάκιστου δαίμονα ἄν, γιά κάθε μιά ἀπό αὐτές τίς ἀρετές, στίς ὁποῖες ἔχουμε τήν ἐντύπωση ὅτι ἔχουμε σημειώσει πρόοδο, μαζί μέ τόν ᾿Απόστολο, λέμε· «Μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ εἶμαι ἐκεῖνο πού εἶμαι… δέν κοπίασα ἐγώ, ἀλλά ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ πού εἶναι μαζί μου μέ ἐνίσχυε» (Α´ Κορ. 15, 10) καί «ὁ Θεός εἶναι ἐκεῖνος πού ἐργάζεται μέσα σας καί τό νά θέλετε καί τό νά ἐνεργεῖτε σύμφωνα μέ τήν ἀγαθή του θέληση» (Φιλ. 2, 13). 

῾Ο ῎Ιδιος ὁ δημιουργός τῆς σωτηρίας μας ἐπίσης λέει· «᾿Εκεῖνος πού μένει ἑνωμένος μ᾿ ἐμένα καί ἐγώ μ᾿ ἐκεῖνον, αὐτός θά φέρει πολύ καρπό, γιατί χωρίς ἐμένα δέν μπορεῖτε νά κάνετε τίποτε» (᾿Ιωάν. 15, 5). ῾Ο δέ Ψαλμωδός λέει· «᾿Εάν δέν θελήσει ὁ Κύριος νά κτίσει τήν οἰκία, μάταια κοπιάζουν οἱ οἰκοδόμοι· ἄν ὁ Κύριος δέν περιφρουρήσει τήν πόλη, μάταια ἀγρυπνοῦν οἱ φύλακες. ῎Αν ὁ Κύριος δέν σᾶς προστατεύει, μάταια ξυπνᾶτε νωρίς τό πρωί γιά τήν ἐργασία σας» (Ψαλμ. 126, 1-2). Γιατί «τό ἔργο δέν ἐξαρτᾶται ἀπό τή θέληση ἤ ἀπό τήν προσπάθεια τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλά ἀπό τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ» (Ρωμ. 9, 16).
Κεφάλαιο 10· Δέν μποροῦμε νά γίνουμε τέλειοι καί νά φθάσουμε στή μακαριότητα μέ τίς δικές μας δυνάμεις.
Πράγματι, κανένας ἄνθρωπος, ὅσο μεγάλο ζῆλο ἤ πόθο κι ἄν αὐτός διαθέτει, δέν μπορεῖ –ἐνόσω τουλάχιστον αὐτός βρίσκεται ἀκόμα στό σῶμα, τό ὁποῖο εἶναι ἀντίπαλος τοῦ πνεύματος– νά ἔχει θέληση ἱκανή νά τόν ὁδηγήσει στήν τόσο ὑψηλή κορυφή τῆς τελειότητας καί νά λάβει τό βραβεῖο τῆς καθαρότητας. Γιά νά ἀξιωθεῖ αὐτός νά φθάσει μέ μεγάλο κόπο σ᾿ αὐτό πού ἐπιθυμεῖ καί πρός τό ὁποῖο τρέχει, θά πρέπει νά ἔχει σκέπη καί συνεργό του τή Χάρη καί τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Γιατί «κάθε ἀγαθή προσφορά στόν ἄνθρωπο καί κάθε τέλειο δῶρο εἶναι ἐκ τοῦ οὐρανοῦ, καί κατεβαίνει ἀπό τόν Θεό, ἀπό τόν πατέρα τῶν φώτων» (᾿Ιάκ. 1, 17). «Ποιό χάρισμα», λέει, «ἔχεις πού δέν τό πῆρες ἀπό τόν Θεό; ῞Ολα ἀπό τόν Θεό τά ἔχεις. Γιατί λοιπόν, καυχιέσαι σάν νά μήν τά ἔχεις πάρει;»; (Α´ Κορ. 4, 7).


Κεφάλαιο 11· ῾Η περίπτωση τοῦ Ληστῆ, τοῦ προφήτη Δαυίδ, ἀλλά καί τῆς κλήσης τοῦ κάθε ἀνθρώπου, δείχνουν ξεκάθαρα ὅτι ἡ σωτηρία μας εἶναι ἔργο τῆς Θείας Χάρης.
῎Αν, γιά παράδειγμα, φέρουμε στό νοῦ μας, ἐκεῖνον τό Ληστή, ὁ ὁποῖος μέ μιά μόνο ὁμολογία μπῆκε στόν Παράδεισο (Λουκ. 23, 40 κ.ἑ.), θά καταλάβουμε ὅτι δέν εἶναι ὁ τρόπος τῆς ζωῆς του αὐτός πού τοῦ ἐξασφάλισε αὐτή τήν τόσο μεγάλη μακαριότητα, ἀλλά ὅτι αὐτή τοῦ παραχωρήθηκε ὡς δωρεά τοῦ οἰκτίρμονος καί ἐλεήμονος Θεοῦ. ῎Αν ἀναλογισθοῦμε ἐπίσης, τά δύο τόσο σοβαρά παραπτώματα τοῦ βασιλιᾶ Δαυίδ, πού σβήστηκαν μέ ἕνα μόνο λόγο μετάνοιας, θά δοῦμε ὅτι, καί σ᾿ αὐτή τήν περίπτωση, ἡ ἀξία τῶν κόπων του δέν ἰσοδυναμοῦσε μέ τήν ἀπολαβή τῆς συγχώρησης τῶν ἁμαρτιῶν του, ἀλλά ὅτι καί σ᾿ αὐτόν ἐπάνω ξεχύθηκε πλούσια ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ. 

Αὐτή ἡ Θεία Χάρη, τήν ῾Οποία ὁ Δαυίδ ἔλαβε, λόγω τῆς βαθιάς μετάνοιας καί συντριβῆς του, ἐξαφάνισε τό μεγάλο ὄγκο τῶν ἁμαρτιῶν του, μέ τήν εἰλικρινή ὁμολογία μιᾶς μόνο λέξης μετάνοιας, «ἁμάρτησα» (Β´ Βασ. 12, 13).
᾿Επίσης, ἄν ἐξετάσουμε τήν προέλευση τῆς κλήσης καί τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου, βλέπουμε ὅτι δέν σωζόμαστε, σύμφωνα μέ τόν ᾿Απόστολο, μέ τίς δικές μας δυνάμεις, ἤ ἀπό τά καλά ἔργα μας, ἀλλά ἀπό τή Χάρη καί τή δωρεά τοῦ Θεοῦ· «Μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ», λέει ὁ ᾿Απόστολος, «ἔχετε σωθεῖ διά μέσου τῆς πίστεως. ῾

Η σωτηρία σας δέν προῆλθε ἀπό σᾶς, εἶναι δωρεά τοῦ Θεοῦ. Δέν σωθήκατε μέ τά δικά σας ἔργα, γιά νά μήν μπορεῖ κανείς νά καυχηθεῖ» (᾿Εφεσ. 2, 8-9). ῞Ολο τό ἔργο τῆς τελείωσης λοιπόν, «δέν ἐξαρτᾶται ἀπό τή θέληση ἤ ἀπό τήν προσπάθεια τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλά ἀπό τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ» (Ρωμ. 9, 16), ὁ ῾Οποῖος μᾶς χαρίζει τή νίκη πάνω στά πάθη. Γιατί, ἡ ἀξία τῶν κόπων μας καί ἡ ἐνάρετη ζωή μας δέν ἔχει αὐτή τή δύναμη. Οὔτε ἡ δική μας ἡ φιλοπονία καί ἐπιμέλεια ἐπαρκεῖ γιά νά ἀνυψωθοῦμε στή δυσκολοπάτητη κορυφή τῆς καθαρότητας καί στήν ἀπόλαυση τῆς ἐλευθερίας ἀπό τό σαρκικό φρόνημα. Καμία σωματική ἄσκηση καί κακουχία, καμία συντριβή τῆς καρδιᾶς δέν εἶναι ἀρκετή γιά τήν ἀπόκτηση αὐτῆς τῆς αὐθεντικῆς καί γνήσιας καθαρότητας τοῦ ἐσωτερικοῦ ἀνθρώπου.

 ῾Η καθαρότητα δέν εἶναι δυνατόν νά ἀποκτηθεῖ μόνο μέ τόν ἀνθρώπινο κόπο καί τήν προσπάθεια, δηλαδή χωρίς τήν ἐνίσχυση καί τή σκέπη τῆς Χάρης τοῦ Θεοῦ. Αὐτή τήν τόσο μεγάλη ἀρετή τῆς καθαρότητας τήν κατέχουν οἱ ἅγιοι ῎Αγγελοι. Γιατί καί αὐτή εἶναι ἀρετή πού χαρακτηρίζει μόνο τούς οἰκιστές τῆς Οὐράνιας πολιτείας. Κάθε καλό εἶναι δωρεά τῆς Χάρης τοῦ πολυεύσπλανου Κυρίου, ὁ ῾Οποῖος παραχώρησε αὐτή τήν ἄπειρη μακαριότητα στήν ἀδύναμη θέλησή μας καί αὐτή τήν ὑπέρμετρη δόξα στήν ἀσθενή καί ἐφήμερη πορεία τῆς ζωῆς μας.
Κεφάλαιο 12· Οἱ κόποι τῆς παρούσας ζωῆς δέν εἶναι ἄξιοι νά συγκριθοῦν μέ τή μέλλουσα μακαριότητα, τήν ὁποία μᾶς ὑπόσχεται ὁ Θεός.
Πράγματι, ἡ διάρκεια αὐτῆς τῆς ζωῆς ἐκμηδενίζεται, ἄν τή συγκρίνει κανείς μέ τήν αἰώνια καί ἀτελείωτη μελλοντική δόξα. Καί ὅλοι οἱ κόποι καί οἱ ὀδύνες ἁπαλύνονται, σβήνουν σάν καπνός καί σκορπίζονται σάν στάχτη, μπροστά στή θεωρία αὐτῆς τῆς ἄπειρης μακαριότητας.
Κεφάλαιο 13· Ποιά εἶναι ἡ διδασκαλία τῶν Γερόντων γιά τήν ἀπόκτηση τῆς καθαρότητας.
῏Ηρθε λοιπόν ἡ ὥρα νά σᾶς ἀναφέρω τή θεολογική τοποθέτηση καί τό συμπερασματικό λόγο τῶν ἁγίων Πατέρων. Γιατί οἱ Πατέρες δέν περιέγραψαν μόνο μέ ὡραῖα λόγια τό δρόμο πρός τήν τελείωση καί τήν ποιότητά της, ἀλλά, ἐπειδή εἶχαν φθάσει οἱ ἴδιοι βιωματικά σ᾿ αὐτή τήν κατάσταση, τή δίδαξαν καί τή μετέδωσαν, κατά τό μέτρο τῆς ἐμπειρίας τους, ἀφήνοντας ἔτσι στούς νεότερους παραδείγματα ζωντανά καί ἀληθινά. Οἱ Πατέρες λοιπόν λένε ὅτι κανείς δέν μπορεῖ νά καθαρισθεῖ τελείως ἀπό τά πάθη του, ἄν δέν ἔχει κατανοήσει ὅτι ὅλος ὁ κόπος καί ὅλες οἱ προσπάθειές του δέν ἀρκοῦν γιά τήν ἐπίτευξη μιᾶς τόσο μεγάλης τελειότητας. Καί, ἐπιπλέον, ἄν δέν ἀναγνωρίσει, ὄχι τόσο ἀπό τή διδασκαλία τῶν ἄλλων, ὅσο ἀπό τή δική του ἐσωτερική αἴσθηση καί ἀπό τή δύναμη τῆς προσωπικῆς του ἐμπειρίας, ὅτι δέν θά μπορέσει νά ἐγγίσει ποτέ τήν τελειότητα μέ τίς δικές του δυνάμεις. 

῎Αν ὅμως αὐτό τό ἐπιζητεῖ ἀληθινά, ἀσφαλῶς θά τοῦ χαρισθεῖ ὡς δωρεά τοῦ Θείου ἐλέους. Γιατί αὐτό δέν εἶναι κάτι ἁπλό καί συνηθισμένο, ἀλλά πρόκειται γιά τήν ὑψίστη κατάσταση τῆς λαμπρῆς κορυφῆς τῆς καθαρότητας καί τῆς ἀκεραιότητας. ῞Οσος ὅμως κι ἄν εἶναι ὁ κόπος πού καταβάλλει κανείς μέ νηστεῖες, ἀγρυπνίες, μελέτη τῶν Θείων Γραφῶν, παραμονή στήν ἔρημο καί ἀποταγή τοῦ κόσμου, δέν εἶναι ἀρκετός γιά νά τοῦ ἐξασφαλίσει τήν ἀπόκτηση αὐτοῦ τοῦ στεφάνου. ᾿Αληθινά, δέν μπορεῖ ποτέ ὁ προσωπικός κόπος ἤ ἡ ἀνθρώπινη ἐπιμέλεια νά ἀντισταθμίσει ἤ νά ἀναπληρώσει τή Θεία Δωρεά, τήν ὁποία παραχωρεῖ μόνο τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ σ᾿ αὐτόν πού πράγματι τό ἐπιθυμεῖ καί σέ ὅποιον ἀγωνίζεται φιλότιμα.
Κεφάλαιο 14· ῾Η βοήθεια τοῦ Θεοῦ δίνεται σ᾿ αὐτούς πού κοπιάζουν.
Μ᾿ αὐτό πού λέω δέν θέλω νά ἀπαξιώσω τίς ἀνθρώπινες προσπάθειες, οὔτε καί νά ἀποτρέψω κανέναν ἀπό τό νά εἶναι προσεκτικός καί ἐπίμονος στόν ἀσκητικό του ἀγώνα. ᾿Αλλά τό κάνω μόνο καί μόνο γιά νά πῶ ξεκάθαρα –καί αὐτό δέν εἶναι δικά μου λόγια, ἀλλά ἡ ὁμόφωνη γνώμη τῶν Γερόντων– ὅτι· ῎Αν καί, γιά τήν κατάκτηση τῆς τελειότητας εἶναι πολύ βοηθητικά αὐτά τά ἀνθρώπινα μέσα καί οἱ ἀσκητικές πρακτικές, ἐντούτοις κανείς δέν θά μποροῦσε μόνο μέ τήν ἄσκηση νά τήν πραγματώσει στήν πληρότητά της, χωρίς τή συνέργεια τῆς Χάρης. 

῞Οπως λέμε ξεκάθαρα ὅτι οἱ ἀνθρώπινες προσπάθειες ἀπό μόνες τους, χωρίς τή βοήθεια τῆς Χάρης τοῦ Θεοῦ, εἶναι ἀναποτελεσματικές καί δέν ἐπαρκοῦν γιά τήν ἐπίτευξη τῆς τελειότητας, κατά τόν ἴδιο τρόπο δηλώνουμε ἀπερίφραστα ὅτι ἡ εὐσπλαχνία καί ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ δέν ἐνεργοῦν ἀνεξάρτητα ἀπό τή βούληση καί ἀπό τίς ἀσκητικές καταθέσεις τοῦ ἀνθρώπου. Καί γιά νά χρησιμοποιήσουμε τό λόγο τοῦ ᾿Αποστόλου πού λέει «τό ἔργο τῆς σωτηρίας μας δέν ἐξαρτᾶται ἀπό τή θέληση ἤ ἀπό τήν προσπάθεια τοῦ ἀνθρώπου» (Ρωμ. 9, 16), λέμε κι ἐμεῖς ξεκάθαρα ὅτι ἡ τελειότητα παραχωρεῖται σ᾿ αὐτούς πού τήν ποθοῦν καί πού ἀγωνίζονται μέ ζῆλο καί φιλότιμο, γιά νά τήν ἀποκτήσουν. Γιατί ὁ Κύριος, μέ τό στόμα τοῦ Ψαλμωδοῦ, λέει· «῎Εδωσα τή βοήθειά μου σέ δυνατό ἄνθρωπο, τόν ἀνέδειξα ἐκλεκτό μεταξύ τοῦ λαοῦ μου» (Ψαλμ. 88, 20).

῾Η τελειότητα σύμφωνα μέ τό λόγο τοῦ Κυρίου, πού λέει, «ζητᾶτε καί θά σᾶς δοθεῖ, ἀναζητῆστε καί θά βρεῖτε, χτυπᾶτε καί θά σᾶς ἀνοίξει ἡ θύρα» (Ματθ. 7, 7), δίδεται ὡς δωρεά σ᾿ αὐτούς πού τή ζητοῦν καί τή βρίσκουν αὐτοί πού ψάχνουν ἐπίμονα γι᾿ αὐτήν. Γιατί ὁ Κύριος ἀνοίγει σ᾿ αὐτούς πού χτυποῦν. Τό γεγονός ὅμως τοῦ ὅτι ζητᾶμε, ψάχνουμε ἤ χτυπᾶμε δέν μᾶς παρέχει συγχρόνως κανένα δικαίωμα ἀπολαβῆς, ἄν ἡ εὐσπλαχνία τοῦ Θεοῦ δέν μᾶς δώσει αὐτό πού ζητᾶμε, ἄν δέν μᾶς ἀνοίξει τήν πόρτα τήν ὁποία χτυπᾶμε καί ἄν δέν μᾶς κάνει νά βροῦμε αὐτό πού ἔμμονα ἀναζητᾶμε.

 Γιατί ὁ Θεός εἶναι πάντα ἕτοιμος νά μᾶς χαρίσει ἀφειδώλευτα τή δωρεά Του. ᾿Αληθινά, περισσότερο ἀπό ἐμᾶς, ἐπιθυμεῖ ᾿Εκεῖνος ὁ ῎Ιδιος καί ἀναμένει τήν τελείωση καί τή σωτηρία μας. ῾Ο προφήτης Δαυίδ ἦταν τόσο βέβαιος ὅτι δέν θά μποροῦσε ποτέ νά ἀποκτήσει μόνο μέ τίς δικές του δυνάμεις τήν ἐπιτυχία στό ἔργο καί στούς κόπους του, ὥστε ζήτησε δύο φορές ἀπό τόν Κύριο νά κατευθύνει τά ἔργα του, λέγοντας· «Εὐόδωσε, Κύριε, τά ἔργα τῶν χεριῶν μας, καί, κάνε νά προοδεύει τό ἔργο τῶν χεριῶν μας» (Ψαλμ. 89, 17). Καί ἀλλοῦ πάλι λέει· «Στερέωσε, Κύριε, τό ἔργο αὐτό πού (ἐσύ) ἔκανες μέσα μας» (Ψαλμ. 67, 29).
Κεφάλαιο 15· ᾿Από ποιούς διδασκόμαστε τήν ὁδό τῆς τελειότητας.
῾Επομένως, ἄν θέλουμε πραγματικά νά φθάσουμε στήν τελειότητα τῆς ἀρετῆς, πρέπει νά ὑπακούσουμε σ᾿ αὐτούς τούς πνευματικούς δασκάλους καί ὁδηγούς, οἱ ὁποῖοι, ἀντί νά κάνουν «διαλογισμούς ματαίους» καί ἄκαρπες συζητήσεις, ἔχουν βιώσει αὐτή τήν κατάσταση καί μποροῦν νά τή διδάξουν καί σέ μᾶς καί νά μᾶς καθοδηγήσουν πρός αὐτήν ἀπό τό πιό ἀσφαλές μονοπάτι. Πρέπει νά γνωρίζουμε ὅμως ὅτι αὐτοί οἱ Πατέρες δήλωναν ξεκάθαρα ὅτι ἔφθασαν σ᾿ αὐτό τό ὕψος, περισσότερο μέ τήν πίστη τους, παρά μέ τήν ἀξία τῶν ἔργων καί τῶν κόπων τους. Καί ὅτι, ὅταν αὐτοί ἀπέκτησαν αὐτή τήν ποθητή καθαρότητα τῆς καρδιᾶς, συνειδητοποίησαν καί ὁμολόγησαν ὅτι ἡ ἁμαρτία δέν θά τούς ἐπέτρεπε νά φθάσουν σ᾿ αὐτή τήν κορυφή, ἀλλά θά τούς εἶχε ἀσφαλῶς ἀποδυναμώσει. Κι αὐτό, γιατί ἔβλεπαν πώς ἡ συντριβή γιά τά σφάλματά τους αὐξανόταν καθημερινά, ἀνάλογα μέ τήν πρόοδό τους στήν καθαρότητα τῆς ψυχῆς.

 ῎Εκτοτε, ἀναστέναζαν συνεχῶς ἀπό τά βάθη τῆς καρδιᾶς τους, νιώθοντας ὅτι δέν θά μπορέσουν ποτέ μέ μόνη τή θέληση καί τήν ἄσκησή τους, νά ἀποφύγουν τά στίγματα καί τίς κηλίδες τῶν ἁμαρτιῶν, τά σημάδια τῶν ὁποίων διέκριναν βαθιά ριζωμένα, μέσα στούς πολυσχιδεῖς καί μάταιους λογισμούς τους. Γι᾿ αὐτό προσδοκοῦσαν ὅτι θά ἀξιώνονταν νά ἀπολαύσουν τήν αἰώνια ζωή, ὄχι λόγω τῆς ἀξίας τῶν ἔργων τους, ἀλλά χάρη στήν εὐσπλαχνία τοῦ Κυρίου. Οὔτε ἐπίσης ἀπέδιδαν στή δική τους προσπάθεια καί ἀγωνιστικότητα τήν καθαρότητα τῆς καρδιᾶς, ἀλλά τή θεωροῦσαν ὡς ἰδιαίτερη δωρεά τῆς Θείας Χάρης. Γι᾿ αὐτό ποτέ δέν ὑπερηφανεύονταν, συγκρίνοντας τή δική τους κατάσταση μέ τήν ἀμέλεια τῶν κατωτέρων τους ἤ τῶν χλιαρῶν καί πνευματικά ἀδύνατων ἀδελφῶν τους. 

᾿Αλλά, παρατηρώντας μᾶλλον αὐτούς, τούς ὁποίους γνώριζαν ὅτι ὑπῆρξαν πράγματι ἄμεμπτοι καί ὅτι ἀπολάμβαναν ἤδη στή Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν τήν αἰώνια μακαριότητα, ἀγωνίζονταν φιλότιμα, λειτουργώντας συνεχῶς καί περισσότερο τή μετάνοια καί τήν ταπείνωση. ῎Ετσι, μ᾿ αὐτή τή θεώρηση, ἀπέφευγαν τόν ὄλεθρο πού φέρνει ἡ ὑπερηφάνεια, ἐνῶ ταυτόχρονα δέν ἔχαναν οὔτε στιγμή ἀπό τά μάτια τους τό στόχο τους. Γιατί αὐτοί οἱ ἅγιοι Πατέρες μας γνώριζαν, γιά ποιά πράγματα πρέπει νά κοπιάζουν καί νά θλίβονται. Εἶχαν ἐπιπλέον πλήρη συνείδηση τοῦ ὅτι τό φορτίο τῆς σάρκας τούς ἐμπόδιζε νά φθάσουν σ᾿ αὐτή τήν καθαρότητα τῆς καρδιᾶς, πού τόσο ἔμπονα ποθοῦσαν καί ἀναζητοῦσαν.
Κεφάλαιο 16· Χωρίς τό ἔλεος καί τήν ἔμπνευση ἀπό τόν Θεό, δέν μποροῦμε νά κάνουμε οὔτε κάν τήν προσπάθεια, ὥστε νά ἀρχίσουμε τόν ἀγώνα γιά τήν τελειότητα.
῎Ας ἀκολουθήσουμε λοιπόν τήν παράδοση καί τή διδασκαλία τῶν Πατέρων καί ἄς ἀναζητήσουμε τήν τελειότητα μέ τήν ἄσκηση, μέ νηστεῖες, ἀγρυπνίες καί προσευχές, ἐπιδιώκοντας παράλληλα τή συντριβή τῆς καρδιᾶς καί τοῦ σώματος. Αὐτά ὅλα ὅμως μέ πολλή διάκριση, γιά νά μήν καταστρέψουμε τούς καρπούς ὅλων αὐτῶν τῶν ἀγώνων μας μέ τό μολυσμό τῆς ὑπερηφάνειας.

 Γιατί δέν ἀρκεῖ νά πιστεύουμε ὅτι δέν μποροῦμε νά ἀποκτήσουμε τήν ἀληθινή τελειότητα μέ τή δική μας ἱκανότητα καί μέ τό δικό μας κόπο, ἀλλά θά πρέπει ἐπίσης νά γνωρίζουμε ὅτι δέν θά μπορέσουμε νά λειτουργήσουμε αὐτές τίς ἀσκητικές μεθόδους, χωρίς τή Χάρη τοῦ Θεοῦ, ἡ ῾Οποία μᾶς ἐμπνέει, μᾶς καθοδηγεῖ καί μᾶς διορθώνει. Χωρίς δηλαδή αὐτή τή Δωρεά, τήν ῾Οποία ἐκχέει μακρόθυμα στίς καρδιές μας, ὅταν ᾿Εκεῖνος εὐδοκεῖ νά μᾶς τή χορηγήσει, εἴτε μέ τήν ἐπίσκεψη κάποιου πνευματικοῦ ἀδελφοῦ, εἴτε μέ τή δική Του παρουσία.
Κεφάλαιο 17· ῾Αγιογραφικά χωρία πού μᾶς δείχνουν ὅτι δέν μποροῦμε νά κάνουμε τίποτα γιά τή σωτηρία μας, χωρίς τή συνέργεια τῆς Θείας Χάρης.
Εἴθε ὁ Πρωτουργός καί ᾿Εγγυητής τῆς σωτηρίας μας νά μᾶς φωτίσει νά καταλάβουμε ὅτι σέ κάθε βῆμα τῆς ζωῆς μας, θά πρέπει, ὄχι μόνο νά γνωρίζουμε, ἀλλά καί νά βιώνουμε αὐτό πού ἐννοεῖ ὁ Κύριος, ὅταν λέει· «Δέν μπορῶ νά κάνω τίποτε ἀπό τόν ἑαυτό μου. ῾Ο πατέρας μου πού μένει μέσα μου, αὐτός ἐνεργεῖ τά ἔργα» (᾿Ιωάν. 5, 30 · 14, 10).




῾Ο Κύριος, μιλώντας ὡς ἄνθρωπος, λέει ὅτι δέν μπορεῖ νά κάνει τίποτε ἀπό μόνος Του. Καί ἐμεῖς πού εἴμαστε στάχτη καί χῶμα νομίζουμε ὅτι μποροῦμε νά σωθοῦμε μέ τίς δικές μας δυνάμεις καί ὅτι δέν ἔχουμε καμιά ἀνάγκη ἀπό τή βοήθεια τοῦ Θεοῦ; ῎Ας μάθουμε λοιπόν καί ἐμεῖς τήν ἀδυναμία μας καί τήν ἀνάγκη νά ἔχουμε, σέ καθετί πού ἐπιδιώκουμε καί ἐπιχειροῦμε, συνεργό τή Χάρη Του καί νά ἀναφωνοῦμε μαζί μέ τούς ῾Αγίους· «Μέ ἔσπρωξαν καί κινδύνευσα νά πέσω, ἀλλά ὁ Κύριος μέ συγκράτησε. ῾Ο Κύριος εἶναι ἡ δύναμή μου καί ὁ ὕμνος μου, διότι αὐτός μοῦ δείχνει τή σωτηρία» (Ψαλμ. 117, 13-14). «᾿Εάν δέν μέ βοηθοῦσε ὁ Κύριος, λίγο ἔλειψε ἡ ψυχή μου νά ἦταν τώρα στόν ῞Αδη. ῞Οταν ἔλεγα “κλονίζονται τά πόδια μου”, ἡ εὐσπλαχνία σου, Κύριε, μέ βοηθοῦσε ἀμέσως. Κύριε, ἀνάλογες μέ τίς πολλές θλίψεις πού ὑπέφερε ἡ καρδιά μου, ἦταν καί οἱ παρακλήσεις σου, οἱ ὁποῖες τή γέμιζαν μέ εὐφροσύνη» (Ψαλμ. 93, 17-19).


Βλέποντας ἐπίσης ὅτι ἡ καρδιά μας δυναμώνει, ὅταν ζοῦμε καί ἀγωνιζόμαστε μέ φόβο Θεοῦ καί ὑπομονή, ἄς ποῦμε· «῾Ο Κύριος ἔγινε τό στήριγμά μου καί ᾿Εκεῖνος ἀπό τή στενοχωρία μου μέ ἔφερε σέ εὐρυχωρία» (Ψαλμ. 17, 19-20). ῞Οταν ἐπίσης κατανοοῦμε ὅτι ἡ γνώση αὐξάνει μέσα μας, ἀνάλογα μέ τήν πρόοδο πού ἔχουμε στήν πνευματική ζωή, ἄς ποῦμε· «᾿Εσύ, Κύριε, κρατᾶς ἀναμμένο τό λυχνάρι τῆς ζωῆς μου, ἐσύ φωτίζεις τό σκοτάδι μου. 

Μέ τή δύναμή σου γλίτωσα ἀπό τούς πειρασμούς καί μέ τή βοήθειά σου θά ὑπερπηδήσω τίς δυσκολίες, πού σάν ἀνυπέρβλητο τεῖχος ὀρθώνονται στό δρόμο μου» (Ψαλμ. 17, 29-30).
῎Αν πάλι νιώθουμε ὅτι ἔχουμε λάβει αὐτή τή δύναμη πού ζητήσαμε καί τήν ὑπομονή καί ὅτι κατευθυνόμαστε πιό εὔκολα καί χωρίς κόπο πρός τό μονοπάτι τῶν ἀρετῶν, τότε ἄς προσθέσουμε· «῾Ο Θεός μέ περίζωσε μέ τή δύναμή του κι ἔκανε καθαρό τό δρόμο τῆς ζωῆς μου. Δυνάμωσε τά πόδια μου πού τρέχουν σάν τοῦ ἐλαφιοῦ καί μέ ἀνέβασε σέ ψηλά ὄρη. Μέ γύμνασε ἀκόμη καί ἔμαθε τά χέρια μου νά πολεμοῦν» (Ψαλμ. 17, 33-35). 


῎Αν δεχθοῦμε ἀπό ᾿Εκεῖνον τή δωρεά τῆς διάκρισης, ἡ ὁποία μᾶς ἐπιτρέπει, ἐνισχυμένοι ἀπό τή Χάρη Του, νά συντρίψουμε τόν ᾿Αντίπαλο, ἄς ἀναφωνήσουμε πρός τόν Θεό· «῾Η καθοδήγησή σου καί ἡ παιδαγωγία σου μέ κράτησαν ὄρθιο καί μέ ἀνέδειξαν νικητή κατά τῶν ἐχθρῶν μου. Αὐτή ἡ παιδεία σου θά μέ καθοδηγεῖ πάντοτε. ῎Ανοιξες τό βῆμα μου καί ἔτρεχα σέ εὐρύχωρους τόπους καί δέν κουράστηκαν τά πόδια μου» (Ψαλμ. 17, 36-37). Καί ἐπειδή δυνάμωσα κατ᾿ αὐτόν τόν τρόπο μέ τή γνώση καί τή δική Του δύναμη, θά προσθέσω μέ πίστη καί κάτι ἀκόμα καί θά πῶ· «Κατεδίωξα τούς ἐχθρούς μου καί τούς συνέλαβα, δέν θά στρέψω πίσω μέχρις ὅτου ἐξαφανισθοῦν. Τούς ἔλιωσα κυριολεκτικά καί δέν μπόρεσαν νά σταθοῦν, ἀλλά ἔπεσαν κάτω ἀπό τά πόδια μου» (Ψαλμ. 17, 38-39).

῎Αν πάλι ἔλθουμε σέ ἐπίγνωση τῆς ἀδυναμίας μας καί ἄν ἀντιληφθοῦμε ὅτι φέρουμε εὐάλωτη καί θνητή φύση καί γι᾿ αὐτό δέν μποροῦμε, χωρίς τή βοήθειά Του, νά ἐπιβληθοῦμε στά πάθη μας, πάνω σ᾿ αὐτούς τούς τόσο μανιώδεις ἐχθρούς, ἄς ποῦμε· «Κύριε, μέ τή βοήθειά σου θά χτυπήσουμε δυνατά καί θά καταβάλλουμε τούς ἐχθρούς μας καί, ἐπικαλούμενοι τό παντοδύναμο ὄνομά σου, θά ἐκμηδενίσουμε ὅσους ἐπαναστατοῦν ἐναντίον μας. 

Δέν στηρίζουμε τήν ἐλπίδα μας στά τόξα, οὔτε θά μᾶς σώσει ἡ ρομφαία μας. Διότι ἐσύ μᾶς ἔσωσες ἀπ᾿ αὐτούς πού μᾶς καταπίεζαν καί καταντρόπιασες ἐκείνους πού μᾶς μισοῦσαν» (Ψαλμ. 43, 6-8 · 17, 40-41). ᾿Αλλά, ἔχοντας ἐπίγνωση τοῦ ὅτι δέν μποροῦμε νά ἀναδειχθοῦμε νικητές μόνο μέ τά δικά μας ὅπλα, ἄς ποῦμε· «Πάρε Κύριε, στά χέρια σου, τά ὅπλα καί τήν ἀσπίδα, σήκω ἐπάνω καί ἔλα γρήγορα νά μέ βοηθήσεις. Γύμνωσε τό σπαθί σου καί φράξε τό δρόμο τῶν ἐχθρῶν μου, πού μέ καταδιώκουν. Πές στήν ψυχή μου· Μή φοβᾶσαι, ἐγώ εἶμαι ἡ σωτηρία σου» (Ψαλμ. 34, 2-3). Καί μετά ἄς προσθέσουμε· «῎Εκανες τούς βραχίονές μου δυνατούς, σάν τό χάλκινο τόξο. Σύ, Κύριε, εὐδόκησες νά μέ προστατεύσεις καί νά μέ σώσεις, τό δεξί σου χέρι μέ στήριξε» (Ψαλμ. 17, 35-36 · 43, 4).

῎Ας ἀνατρέξουμε τέλος σέ ὅλες τίς εὐεργεσίες Του, κι ἄς Τόν εὐχαριστήσουμε γιά τά τόσα δῶρα Του. ῎Ας Τοῦ ἐκφράσουμε τήν εὐγνωμοσύνη γιά τή νίκη στόν ἀγώνα, γιά τό φῶς τῆς γνώσης, γιά τή διάκριση, γιά τό ὅτι μᾶς ἐνδυνάμωσε μέ τά ὅπλα Του καί μᾶς προστάτευσε ἀπό τούς ποικίλους κινδύνους, γιά τό ὅτι ἐκδίωξε τούς ᾿Εχθρούς μας καί μᾶς ἔδωσε τή δύναμη νά τούς διασκορπίσουμε, «ὅπως ὁ ἄνεμος σκορπίζει τό χῶμα καί τή σκόνη» (Ψαλμ. 17, 43).

 Καί συνεχῶς ἄς ἀναφωνοῦμε δοξολογικά ἀπό τά βάθη τῆς καρδιᾶς μας, λέγοντας· «Θά σέ ἀγαπῶ πάντοτε, Κύριε, διότι εἶσαι ἡ δύναμή μου. Σύ εἶσαι τό ἀκλόνητο στήριγμά μου, τό καταφύγιό μου καί ὁ Λυτρωτής μου. ῾Ο Θεός εἶναι ὁ βοηθός μου, θά ἐλπίζω πάντοτε σ᾿ αὐτόν. Αὐτός εἶναι ὁ ὑπερασπιστής μου, ἡ μεγάλη μου δύναμη πού μέ σώζει, ὁ προστάτης μου καί ὁ ἀντιλήπτορας τῆς ζωῆς μου. Μέ ὕμνους καί δοξολογίες θά ἐπικαλοῦμαι τόν Κύριο καί θά σώζομαι ἀπό τούς ἐχθρούς μου» (Ψαλμ. 17, 2-4).

Κεφάλαιο 18· ῾Ο Θεός μᾶς δημιούργησε «κατ᾿ εἰκόνα Του» καί ᾿Εκεῖνος προνοεῖ γιά μᾶς καί μᾶς προστατεύει.
῎Ας εὐχαριστήσουμε τόν Θεό, ὄχι μόνο γιατί μᾶς δημιούργησε καί μᾶς προίκισε μέ τό «κατ᾿ εἰκόνα», ἀλλά καί γιατί μᾶς χάρισε τή δυνατότητα τῆς ἐλεύθερης βούλησης, γιατί μᾶς ἔδωσε τή Χάρη τοῦ ἁγίου Βαπτίσματος, γιατί μᾶς προίκισε μέ τή γνώση καί γιατί μᾶς δώρισε τή βοήθεια τοῦ Νόμου.


 ῎Ας Τόν δοξάζουμε ἀκατάπαυστα γιά ὅλα ὅσα ἡ Πρόνοιά Του μᾶς παραχωρεῖ καθημερινά, ὅπως γιά παράδειγμα, γιατί ᾿Εκεῖνος μᾶς γλίτωσε ἀπό τίς παγίδες ᾿Εχθρῶν, γιατί μᾶς στέλνει συνεργό τήν Χάρη Του, ὥστε νά κατορθώσουμε νά ἐπιβληθοῦμε στά σαρκικά πάθη μας, γιατί μᾶς προστατεύει ἀπό κινδύνους πού οὔτε κάν ἐμεῖς μποροῦμε νά τούς ἀντιληφθοῦμε, γιατί μᾶς προφύλαξε ἀπό τήν πτώση στήν ἁμαρτία, γιατί μᾶς βοήθησε καί μᾶς φωτίζει συνεχῶς, ὥστε νά μπορέσουμε νά αἰσθανόμαστε καί νά ἀναγνωρίζουμε τή βοήθεια πού κάθε στιγμή μᾶς παρέχει –τήν ὁποία ὁρισμένοι θεωροῦν ὅτι δέν εἶναι τίποτε ἄλλο παρά ὁ Μωσαϊκός Νόμος– γιατί μᾶς ἐμπνέει τή μετάνοια καί τή συντριβή γιά τίς ἀμέλειες καί τά σφάλματά μας, γιατί μᾶς ἔχει δώσει μαρτυρία ὅτι μᾶς νοιάζεται καί συνεργεῖ γιά τήν ἐπίτευξη τῆς σωτηρίας μας, γιατί νά μᾶς ἔχει γλιτώσει –μερικές φορές ἀκόμη καί παρά τή θέλησή μας– ἀπό σοβαρές πτώσεις. 

Καί τέλος, ἄς Τόν ὑμνοῦμε ἀκατάπαυστα, γιατί ᾿Εκεῖνος μέ τήν ἐνίσχυση καί τήν καθοδήγηση Του, ἔχει μεταστρέψει τό αὐτεξούσιό μας, τό ὁποῖο ρέπει ὑπερβολικά πρός τά πάθη, καί γιατί μᾶς ἔχει ἐπαναφέρει στό μονοπάτι πού ὁδηγεῖ στή σωτηρία.
Κεφάλαιο 19· Τήν πίστη, σχετικά μέ τή δωρεά τῆς Χάρης τοῦ Θεοῦ, τήν παραλάβαμε ἀπό τούς παλαιούς Πατέρες.
Αὐτή ἀκριβῶς εἶναι ἡ ταπείνωση ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. Αὐτή εἶναι ἡ γνήσια πίστη τῶν παλαιῶν Πατέρων, ἡ ὁποία τηρεῖται μέχρι σήμερα ἀπό τούς μαθητές καί διαδόχους τους. Αὐτή τήν πίστη τήν ἐπιβεβαιώνουν οἱ ἀποστολικές ἀρετές, πού ἔχουν αὐτοί οἱ Πατέρες. Αὐτή ἡ πίστη τούς ἀξίωσε νά δώσουν τή μαρτυρία τῆς ἀλήθειας, ὄχι μόνο σ᾿ ἐμᾶς, ἀλλά ἀκόμα καί στούς αἱρετικούς καί στούς ἄπιστους.

 Γιατί οἱ Πατέρες, διατηρώντας μέ ἁπλότητα καρδιᾶς τήν πίστη τῶν Ψαράδων, δέν τήν κατανόησαν καί δέν τήν διέσωσαν, μέ τή βοήθεια τῆς διαλεκτικῆς λογικῆς ἤ τῆς ρητορικῆς τοῦ Κικέρωνα –μέ ἕνα δηλαδή κοσμικοῦ χαρακτήρα πνεῦμα– ἀλλά τήν κατέχουν ὡς βιωματική ἐμπειρία, τήν ὁποία ἀπέκτησαν, μέ τό νά ἀναζητοῦν στήν καθημερινή τους ζωή τήν Εὐαγγελική ἀλήθεια καί μέ τό νά ἐξαλείφουν τά πάθη τους.

 Μ᾿ ἄλλα λόγια, ὁ ἁγιασμός τῶν Πατέρων ἀπέδειξε ξεκάθαρα ὅτι ἡ ἀρετή τῆς ταπείνωσης εἶναι ἡ ὁδός πρός τήν τελείωση καί ὅτι, χωρίς αὐτή, δέν μποροῦμε νά ἀποκτήσουμε, οὔτε εὐλάβεια πρός τόν Θεό, οὔτε καί νά ἀπελευθερωθοῦμε ἀπό τά πάθη μας. Δέν μποροῦμε δηλαδή χωρίς τήν ταπείνωση νά ἀλλάξουμε ἦθος καί βιώματα. Κατά συνέπεια, δέν μποροῦμε νά φθάσουμε στήν τελειότητα καί στόν ἁγιασμό μας.

Εἶναι λοιπόν σαφέστατο ὅτι, ἐκεῖνος πού κατέχεται ἀπό τό πνεῦμα τῆς ὑπερηφάνειας ἤ πού βλασφημεῖ ἐναντίον τοῦ Θεοῦ, δέν ἀξιώνεται νά φθάσει στήν τελείωση, οὔτε νά λάβει τήν ἁγιαστική χάρη τῆς ἁγνότητας καί τῆς καθαρότητας. Κι αὐτό, ἐπειδή αὐτός ὑβρίζει καί βλασφημεῖ ᾿Εκεῖνον, ἀπό τόν ῾Οποῖο προσδοκᾶ νά λάβει τό χάρισμα καί τήν ἐξαίρετη δωρεά τῆς καθαρότητας.


Κεφάλαιο 21· ῾Η περίπτωση τοῦ ᾿Ιωάς, τοῦ βασιλιᾶ τῆς φυλῆς τοῦ ᾿Ιούδα, ἡ ὁποία δείχνει ποῦ τόν ὁδήγησε ἡ ὑπερηφάνειά του.
Κάτι παρόμοιο διαβάζουμε στήν Παλαιά Διαθήκη. Πράγματι, ὁ ᾿Ιωάς, ὁ βασιλιάς τοῦ ᾿Ιούδα, κλήθηκε νά λάβει τή βασιλεία ἀπό τόν μεγάλο ἱερέα ᾿Ιωδαέ, ὅταν ἦταν στήν ἡλικία τῶν ἑπτά ἐτῶν. Καί ὅπως ἐπιβεβαιώνει ἡ ῾Αγία Γραφή, ὁ ᾿Ιωάς ἦταν ἀγαθός καί ἐνάρετος ἄνθρωπος, ἀλλά μόνο γιά ὅσον καιρό ζοῦσε ὁ ἱερέας ᾿Ιωδαέ. Μετά ὅμως ἀπό τό θάνατο τοῦ ἱερέα ᾿Ιωαδέ, ὁ ᾿Ιωάς κυριεύθηκε ἀπό ὑπερηφάνεια καί ἔτσι παραδόθηκε σ᾿ ἕνα ἐπαίσχυντο πάθος. «Μετά τό θάνατο τοῦ ἀρχιερέα ᾿Ιωαδέ», λέει, «ἦλθαν οἱ ἀσεβεῖς ἄρχοντες τοῦ βασιλείου τοῦ ᾿Ιούδα στόν βασιλιά ᾿Ιωάς καί τόν προσκύνησαν, καί ὁ βασιλιάς (μέ ὑπερηφάνεια) δέχθηκε τίς εἰσηγήσεις πού ἐκεῖνοι τοῦ ἔκαναν. Κι ἔτσι, αὐτοί σταμάτησαν νά λατρεύουν τόν ἀληθινό Θεό στό Ναό τοῦ Κυρίου, τοῦ Θεοῦ τῶν πατέρων τους.

 Λόγω αὐτῆς τῆς ἀποστασίας, ἡ ὀργή τοῦ Κυρίου ξέσπασε ἐναντίον τοῦ βασιλείου τοῦ ᾿Ιούδα καί τῆς ῾Ιερουσαλήμ κατά τήν ἡμέρα ἐκείνη» (Β´ Παραλ. 24, 17-18). Καί λίγο παρακάτω λέει· «Μετά τό τέλος τοῦ ἔτους ἦλθε ἐναντίον τοῦ ᾿Ιωάς συριακός στρατός καί ἐπιτέθηκε κατά τοῦ βασιλείου τοῦ ᾿Ιούδα καί κατά τῆς ῾Ιερουσαλήμ καί ἔσφαξαν ὅλους τούς ἄρχοντες τοῦ λαοῦ καί τά λάφυρα πού πῆραν τά ἔστειλαν στό βασιλέα τῆς Δαμασκοῦ. 

Παρόλο πού ὁ συριακός στρατός ἦταν ὀλιγάριθμος, ὅμως ὁ Θεός παρέδωσε στά χέρια του τή μεγάλη στρατιωτική δύναμη τῶν ᾿Ιουδαίων, γιατί αὐτοί εἶχαν ἐγκαταλείψει τόν Κύριο, τόν Θεό τῶν πατέρων τους. ῎Ετσι τιμώρησε ὁ Κύριος τήν ἁμαρτία τῆς ἀποστασίας τοῦ ᾿Ιωάς. ῞Οταν ἔφυγαν οἱ Σύροι γιά τή χώρα τους ἄφησαν τόν ᾿Ιωάς βαριά ἄρρωστο. Τότε οἱ ὑποτελεῖς του ἔκαναν συνομωσία ἐναντίον του, γιά νά ἐκδικηθοῦν τό φόνο τοῦ γιοῦ τοῦ ἀρχιερέα ᾿Ιωαδέ, καί σκότωσαν τόν ᾿Ιωάς πάνω στό κρεββάτι του, κι ἔτσι πέθανε ὁ ᾿Ιωάς» (Β´ Παραλ. 24, 23-25).
Βλέπετε σέ τί ἐπαίσχυντα καί ἐπονείδιστα πάθη καταντάει νά παραδοθεῖ ὁ ὑπερήφανος; Αὐτός ὁ ὁποῖος, γεμάτος θράσος καί ἀναίδεια, ἐπέτρεψε νά τόν λατρεύουν ὡς Θεό, «ἐπέτρεψε ὁ Θεός», λέει ὁ ᾿Απόστολος, «νά παραδοθεῖ σέ ἀτιμωτικά πάθη, σέ νοῦ ἀνίκανο νά διακρίνει τήν ἀλήθεια, ὥστε νά κάνει ἀνήθικα ἔργα» (Ρωμ. 1, 26 · 28). 

Καί ἐπειδή ἡ ῾Αγία Γραφή λέει ὅτι, «εἶναι βρομερός ἐνώπιον τοῦ Κυρίου ὁ ὑπερήφανος ἄνθρωπος» (Παροιμ. 16, 5), αὐτός πού ἔχει τήν καρδιά κυριευμένη καί ὑπόδουλη στήν ὑπερηφάνεια, ἐγκαταλείπεται καί γίνεται ἕρμαιο μιᾶς αἰσχρότατης σύγχυσης καί ταραχῆς, ὥστε νά συνειδητοποιήσει –κάτι πού ἀπό ὑπερηφάνεια δέν τό παραδεχόταν μέχρι ἐκείνη τή στιγμή– ὅτι μ᾿ αὐτό τόν τρόπο ταπεινώνει ὁ ἴδιος τόν ἑαυτό του καί ὅτι μολύνεται καί μόνο ἀπό τήν αἴσθηση τοῦ ἀκάθαρτου πάθους. ῾Η συμμετοχή ὅμως τῆς σάρκας στήν ἐπιτέλεση τῆς αἰσχρῆς πράξης, ἀποκαλύπτει τήν κρυμμένη ἀκαθαρσία τῆς καρδιᾶς του, ἀπό τήν ὁποία εἶχε ἤδη μολυνθεῖ λόγω τῆς ὑπερηφάνειας. ᾿Επιπλέον, ἡ πτώση στήν ἔμπρακτη ἁμαρτία ἀποδεικνύει καί τόν κατά τό πνεῦμα ἀκάθαρτο μολυσμό του. Μέσα στήν ἔπαρση πού πρίν τόν διακατεῖχε, οὔτε κάν ὁ ἴδιος αἰσθανόταν τήν ὕπαρξή του.
Κεφάλαιο 22· ῾Η ὑπερήφανη ψυχή παραδίδεται στά κακά πνεύματα καί ἀπατᾶται ἀπό αὐτά.
Αὐτό ἀποδεικνύει ξεκάθαρα ὅτι, κάθε ψυχή πού κυριεύεται ἀπό τό πάθος τῆς ὑπερηφάνειας, παραδίδεται στούς νοητούς ἐχθρούς καί αἰχμαλωτίζεται στά σαρκικά πάθη. Κι αὐτό, γιά νά φθάσει στό σημεῖο, ταπεινωμένη καθώς εἶναι ἀπό αὐτά τά γήινα καί χαμερπή πάθη καί μολυσμένη σαρκικά, νά ἀναγνωρίσει τουλάχιστον ὅτι εἶναι ἀκάθαρτη.

 Γιατί αὐτή ἡ ψυχή, μέσα στή χλιαρότητα καί στήν ψυχρότητα, στήν ὁποία τήν ἔσπρωχνε ἡ ὑπερηφάνεια, δέν μποροῦσε πρίν νά καταλάβει ὅτι ἐξαιτίας τῆς ὑπερηφάνειας, τοῦ βδελυροῦ αὐτοῦ πάθους πού ἦταν κρυμμένο στήν καρδιά της, ἦταν ἀκάθαρτη ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. ῾Επομένως, ἐκεῖνος πού ταπεινώθηκε κατ᾿ αὐτό τόν τρόπο, ἀποκτᾶ τή δυνατότητα καί τά κίνητρα, ὥστε νά μπορέσει νά ἐργασθεῖ, καί νά ἀπαλλαγεῖ ἀπό τήν προηγούμενη χλιαρότητά του. ῎Ετσι, ταπεινωμένος ἀπό τή ντροπή, ἡ ὁποία συνοδεύει πάντα τά σαρκικά πάθη, νά βιάσει στό ἑξῆς τόν ἑαυτό του καί νά ἐπιδοθεῖ, μέ περισσότερο ζῆλο καί ἀσκητική διάθεση, στόν πνευματικό ἀγώνα.
Κεφάλαιο 23· Μόνο μέ τήν ἀρετή τῆς ταπεινοφροσύνης θά ἐπιτύχουμε τήν τελειότητα.
Φαίνεται λοιπόν ξεκάθαρα ὅτι κανείς δέν μπορεῖ νά φθάσει στήν τέλεια καθαρότητα μέ ἄλλο τρόπο, ἐκτός ἀπό τήν ἀληθινή ταπείνωση. ῾Η ἀληθινή ταπείνωση εἶναι «στάσις καρδίας», ἡ ὁποία ἐκδηλώνεται πρός τούς ἀδελφούς καί πρός τόν Θεό. Γιατί ὁ ταπεινός ἄνθρωπος γνωρίζει καλά ὅτι, χωρίς τήν προστασία τοῦ Θεοῦ καί χωρίς τήν ἀκατάπαυστη βοήθειά Του, εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον νά φθάσει κανείς στήν τελειότητα πού ἐπιθυμεῖ, πρός τήν ὁποία ἀποβλέπει καί τήν ὁποία ἔμπονα καί ἔνθερμα λαχταρᾶ νά ἀπολαύσει.
Κεφάλαιο 24· ῾Η πνευματική ὑπερηφάνεια καί ἡ σαρκική ὑπερηφάνεια.
Εἶναι ἀρκετά νομίζω ὅσα μέχρι τώρα εἴπαμε γιά τήν πνευματική ὑπερηφάνεια. Μέ τή Χάρη τοῦ Θεοῦ ἀποδείξαμε, ὅσο μᾶς ἦταν δυνατόν, μέ ποιό τρόπο καί μέ ποιά μέθοδο αὐτή ἐπιτίθεται καί πῶς αὐτή πλήττει τούς προχωρημένους στήν τελειότητα μοναχούς. ᾿Ελάχιστοι ὅμως εἶναι αὐτοί πού γνωρίζουν ἐμπειρικά αὐτό τό εἶδος ὑπερηφάνειας.

 Κι αὐτό, γιατί εἶναι ἐλάχιστοι ἐκεῖνοι πού προσπαθοῦν καί ἀγωνίζονται γιά νά φθάσουν στή δυσκολοπάτητη κορυφή τῆς καθαρότητας τῆς καρδιᾶς. Εἶναι, μ᾿ ἄλλα λόγια, λιγοστοί ἐκεῖνοι οἱ ἄνθρωποι, πού ἡ ἐπιθυμία τους γιά τήν κατάκτηση αὐτῆς τῆς καθαρότητας, θά τούς ὁδηγοῦσε νά ριχθοῦν σέ τέτοιους σκληρούς ἀγῶνες, ὥστε νά κατορθώσουν τελικά νά ἀπαλλαγοῦν ἀπό αὐτά τά βδελυρά πάθη, γιά τά ὁποῖα ἔχουμε ἤδη ἀφιερώσει ἕνα ἰδιαίτερο κεφάλαιο, στό ὁποῖο ἐκθέτουμε τή φύση καί τή θεραπεία τους.


῾Η πνευματική ὑπερηφάνεια χτυπᾶ μονάχα αὐτούς οἱ ὁποῖοι, ἔχοντας ἤδη νικήσει τά προηγούμενα πάθη, ἔχουν σχεδόν κατακτήσει τήν κορυφή τῆς ἀρετῆς τῆς καθαρότητας. ῾Ο πονηρός ἐχθρός, ἐπειδή δέν εἶχε καταφέρει νά τούς νικήσει προηγουμένως μέ τά σαρκικά πάθη, προσπαθεῖ νά τούς πολεμήσει, ὥστε νά τούς ἀφανίσει πνευματικά καί νά τούς ἀπογυμνώσει ἀπ᾿ ὅλες τίς ἀρετές πού εἶχαν μέ πολύ κόπο ἀποκτήσει, χρησιμοποιώντας ὡς κύριο ὄργανό του αὐτή τήν πνευματική ὑπερηφάνεια.


᾿Εμᾶς ὅμως, πού ἀκόμα παλεύουμε μέ τά σαρκικά πάθη, ὁ ἐχθρός δέν μᾶς πειράζει μ᾿ αὐτό τόν τρόπο, ἀλλά προκαλεῖ τήν πτώση μας μέ μιά χονδροειδέστερη σαρκική καί γήινη ὑπερηφάνεια. ᾿Επίσης, θεωρῶ ἀπαραίτητο, ὅπως ἄλλωστε τό ὑποσχέθηκα, νά πῶ ἐπίσης λίγα λόγια καί γι᾿ αὐτή τή δεύτερη μορφή ὑπερηφάνειας πού ἐκθέτει σέ μεγαλύτερο κίνδυνο κι ἐμᾶς τούς ἴδιους, ἀλλά καί τούς ὁμοιοπαθεῖς μ᾿ ἐμᾶς ἀδελφούς μας, καθώς καί τούς ἀρχάριους στήν πνευματική ζωή.

Κεφάλαιο 31· Πῶς θά ὑπερνικήσουμε τήν ὑπερηφάνεια γιά νά ἀξιωθοῦμε νά ὁδεύσουμε πρός τήν τελειότητα.
Γι᾿ αὐτό, ἀδελφοί μου, ἄν θέλουμε νά εἶναι τό πνευματικό οἰκοδόμημά μας τέλειο, στέρεο καί εὐάρεστο στόν Θεό, ἄς προσπαθήσουμε νά στηρίξουμε τά θεμέλια του, ὄχι στό θέλημά μας, ἀλλά στήν πολύτιμη διδασκαλία τοῦ ἱεροῦ Εὐαγγελίου. Τά θεμέλια ὅμως αὐτά δέν μπορεῖ νά εἶναι ἄλλα, παρά ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ καί ἡ ταπείνωση, ἡ ὁποία γεννιέται ἀπό τήν πραότητα καί ἀπό τήν ἁπλότητα τῆς καρδιᾶς.

 ῾Η ταπείνωση βέβαια δέν μπορεῖ νά ἀποκτηθεῖ χωρίς τήν πτωχεία. Καί ὅσο χρόνο δέν ἐστερνιζόμαστε τήν πτωχεία παραμένουμε ἀδιόρθωτοι. Γιατί, χωρίς τήν πτωχεία, δέν θά μπορέσουμε νά γίνουμε οὔτε ὑπάκουοι, οὔτε ὑπομονετικοί, οὔτε πράοι, οὔτε εἰρηνικοί, οὔτε θά καταφέρουμε νά τελειωθοῦμε στήν ἀγάπη. Δέν θά μπορέσουμε δηλαδή νά προκόψουμε στίς ἀρετές καί χωρίς αὐτές τίς ἀρετές, δέν μπορεῖ ἡ καρδιά μας νά γίνει κατοικητήριο τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος, ὅπως μᾶς τό παραγγέλει ὁ Κύριος μέ τό στόμα τοῦ Προφήτη πού λέει· «Σέ ποιόν ἄλλο θά ρίξω τό σπλαχνικό βλέμμα μου, παρά σ᾿ ἐκεῖνον πού εἶναι ταπεινός καί ἥσυχος καί τρέμει τούς λόγους μου;» (῾Ησ. 66, 2).
Κεφάλαιο 32· ᾿Ενῶ ἡ ὑπερηφάνεια καταστρέφει ὅλες τίς ἀρετές, αὐτή ἡ ἴδια ἐξοντώνεται μόνο ἀπό τήν πραγματική ταπεινοφροσύνη.
῎Ας προσπαθήσει λοιπόν νά ἀγωνιστεῖ ὁ ἀθλητής τοῦ Χριστοῦ, αὐτός πού, ὅπως λέει καί ὁ ᾿Απόστολος, θέλει νά ἀθλήσει «νόμιμα καί σύμφωνα μέ τούς κανόνες» (Β´ Τιμ. 2, 5). Καί ἔτσι νά καταπνίξει τήν ὑπερηφάνεια, τό ἀνήμερο αὐτό θηρίο πού καταβροχθίζει ὅλες τίς ἀρετές. Γιατί θά πρέπει νά γνωρίζει καλά ὁ μοναχός ὅτι, ἄν τό θηρίο τῆς ὑπερηφάνειας καταλάβει τήν καρδιά του, ὄχι μόνο δέν θά μπορέσει πλέον νά ἀπελευθερωθεῖ ἀπό κανένα πάθος, ἀλλά τό δηλητήριό του θά τοῦ ἀφανίσει καί ὅ,τι ἄλλο καλό καί κάθε ἄλλη ἀρετή πού εἶχε ὁ ἴδιος ἀποκτήσει. Δέν θά μπορέσουμε μέ κανένα τρόπο νά ὑψώσουμε μέσα στήν ψυχή μας τό πνευματικό οἰκοδόμημα τῆς ἀρετῆς, ἄν δέν τό θεμελιώσουμε πάνω στήν ἀληθινή ταπείνωση πού εἶναι ἱκανή νά ὑποστηρίξει καί νά ὑποβαστάσει ὅλο τό ἔργο τῆς τελειότητας καί τῆς ἀγάπης. 

Γι᾿ αὐτό, ὅπως ἤδη ἔχουμε πεῖ, ἄς δείξουμε πρῶτα πρός τούς ἀδελφούς μας βαθιά καί ἀληθινή ταπείνωση, ἀποφεύγοντας, ὅσο ἐξαρτᾶται ἀπό ἐμᾶς, νά τούς λυπήσουμε ἤ νά τούς προσβάλουμε ἀκόμα καί στό ἐλάχιστο. Δέν θά μπορέσουμε ποτέ, ἐπαναλαμβάνω, νά φθάσουμε σ᾿ αὐτή τήν εὐλογημένη κατάσταση τῆς ταπείνωσης, χωρίς τήν εἰλικρινή ἀποταγή καί τήν πτωχεία, ἡ ὁποία θά πρέπει ἀσφαλῶς νά εἶναι θεμελιωμένη στήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ. ᾿Επιπλέον, θά πρέπει νά ἀποδεχθοῦμε μέ εἰλικρίνεια καί ἁπλότητα τό ζυγό τῆς ὑπακοῆς, ὥστε νά μήν ἔχουμε πλέον τίποτε ἄλλο μέσα μας, παρά μόνο τήν ἐπιθυμία νά λειτουργοῦμε τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, ὅπως αὐτό ἐκφράζεται μέσα ἀπό τίς ἐντολές πού δεχόμαστε ἀπό τόν Γέροντα.

Αὐτό θά μπορέσει νά τό κάνει ζωή του μόνο ἐκεῖνος πού θεωρεῖ ὅτι εἶναι, ὄχι μόνο νεκρός γι᾿ αὐτό τόν κόσμο, ἀλλά ἀκόμη ὅτι εἶναι καί ἄφρονας καί μωρός. Καί ἔχοντας αὐτά τά βιώματα, νά βιάζει τόν ἑαυτό του, ὥστε νά ἐκτελεῖ ἀναντίρρητα καθετί πού θά τοῦ ζητηθεῖ ἀπό τούς Γέροντες, θεωρώντας ὅτι αὐτό εἶναι ἱερό καί ὅτι προέρχεται ἀπό τόν ῎Ιδιο τόν Θεό.
Κεφάλαιο 33· Πῶς θεραπεύεται τό πάθος τῆς ὑπερηφάνειας.
῞Ενα τέτοιο σωστό θεμέλιο θά δώσει στή συνέχεια τή δυνατότητα νά συνεχίζει κανείς τόν ἀγώνα πρός τήν τελείωση μέ εἰρηνική καρδιά καί μέ ἑδραιωμένο ταπεινό φρόνημα. ῎Αν θεωροῦμε τόν ἑαυτό μας κατώτερο ἀπ᾿ ὅλο τόν κόσμο, τότε θά ἀξιωνόμαστε νά ὑπομένουμε γενναῖα κάθε δοκιμασία πού προέρχεται ἀπό τούς συνανθρώπους μας, θεωρώντας ὅτι προέρχεται ἀπό ἀδελφούς, οἱ ὁποῖοι εἶναι πιό προχωρημένοι πνευματικά ἀπό ἐμᾶς. Θά τά ὑπομένουμε μάλιστα ὅλα, χωρίς δυσκολία, καί θά τά θεωροῦμε ἐλαφρά καί ἀσήμαντα, σέ σύγκριση μέ τά ῞Αγια Πάθη τοῦ Κυρίου μας καί μέ τά μαρτύρια τῶν ῾Αγίων.


 Τότε, θά ζοῦμε μέ τή βεβαιότητα ὅτι, ὅσο λιγότερες προσβολές δεχόμαστε, τόσο πιό μακριά εἴμαστε ἀπό τήν ἀρετή τῶν ῾Αγίων καί ἀπό τόν τρόπο πού ἐκεῖνοι ἔζησαν καί πού ἔδωσαν τή μαρτυρία τους. ᾿Επιπλέον, νά διατηροῦμε ἀδιάλειπτη μνήμη θανάτου. Νά σκεπτόμαστε ὅτι μιά μέρα θά φύγουμε ἀπό αὐτό τόν κόσμο καί ὅτι πρόκειται νά ζήσουμε αἰώνια μαζί Του. Γιατί αὐτή ἡ θεώρηση τῆς ζωῆς, ὄχι μόνο ἐξαλείφει τήν ὀργή, ἀλλά καί μᾶς βοηθάει νά ἀπαλλαγοῦμε καί ἀπό ὅλα τά ἄλλα πάθη.

Μέ αὐτό πάντα τό σκεπτικό, ἄς διατηρήσουμε ἀκλόνητη τήν ταπείνωση πρός τόν Θεό. Καί αὐτό θά γίνει μόνο, ὅταν ἀναγνωρίσουμε ὅτι, πέρα ἀπό τόν προσωπικό μας ἀγώνα, ἡ πρόοδός μας πρός τή ζωή τῆς πνευματικῆς τελείωσης εἶναι ἔργο τῆς Θείας Χάρης. Πραγματικά, τό μόνο βέβαιο εἶναι ὅτι τίποτα δέν μποροῦμε νά κάνουμε ἀπό μόνοι μας, χωρίς τή βοήθεια καί τή καθοδήγηση τῆς Χάρης Του. ᾿Ακόμα καί τό γεγονός ὅτι ἀξιωθήκαμε νά κατανοήσουμε αὐτή τή μεγάλη ἀλήθεια –τό ὅτι δηλαδή ἔχουμε γιά καθετί πού ἐπιχειροῦμε τήν ἀνάγκη τῆς συνέργειας τῆς Θείας Χάρης– εἶναι ἤδη ἕνα ἀνεκτίμητο δῶρο τῆς Θείας εὐσπλαχνίας καί τῆς φιλανθρωπίας Του.

Άγιος Παΐσιος ο Μέγας και οι Οικουμενιστές

Στις σελ.266-268 ἀναφέρει την περίπτωση τοῦ Μοναχοῦ που εἶπε στο Ἐβραῖο "ἲσως εἶναι ἒτσι καθώς σύ λέγεις" και εὐθύς ἒχασ...