Πέμπτη 9 Απριλίου 2020

Έχουν οι αιρετικοί μυστήρια. Π. Αναστάσιος Γκοτσόπουλος



Πρωτοπρ. Ἀναστάσιος Γκοτσόπουλος, Σκέψεις μέ ἀφορμή κείμενο τοῦ θεοφιλεστάτου ἐπισκόπου Ἀβύδου κ. Κυρίλλου


Πάτρα,  22 Ἰουνίου 2016

Ὁ οἰκουμενικοῦ κύρους κανόνας τοῦ Ἁγ. Κυπριανοῦ
καί τά ἀνύπαρκτα γιά τήν Ὀρθοδοξία ἐκκλησιολογικά διλήμματα
(ἀποκλειστική ἤ περιεκτική ἐκκλησιολογία;)
Σκέψεις μέ ἀφορμή κείμενο τοῦ θεοφιλεστάτου ἐπισκόπου Ἀβύδου κ. Κυρίλλου
Πρωτοπρεσβύτερος, Ἀναστάσιος  Κ. Γκοτσόπουλος, Ἐφημέριος Ἱ. Ν. Ἁγ. Νικολάου Πατρῶν
Σέ ἐκτενές ἄρθρο του στή ΡΟΜΦΑΙΑ  μέ τίτλο «Ἐμπιστεύομαι τήν Ἐκκλησία»[1]  ὁ Θεοφιλέστατος ἐπίσκοπος Ἀβύδου Κύριλλος (Κατερέλλος) ἀναφέρει μεταξύ ἄλλων ὅτι ἡ Ὀρθόδοξη πατερική παράδοση ὁμολογεῖ στό Σύμβολο τῆς Πίστεως τήν πίστη «εἰς μίαν, ἁγίαν, καθολικήν καί ἀποστολικήν Ἐκκλησία», τήν ὁποία ἀποδέχεται ὡς τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, παράλληλα ὅμως οὐδέποτε ἀποδέχθηκε ὅτι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία εἶναι ἡ μόνη Ἐκκλησία τοῦ Συμβόλου. Γιά τόν Θεοφιλέστατο ὅσοι ταυτίζουν τή «Μία Ἐκκλησία» ἀποκλειστικά καί μόνο μέ τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία πρεσβεύουν τήν ἐσφαλμένη κατ’ αὐτόν «ἀποκλειστική ἐκκλησιολογία», ἐνῶ ἡ πατερική καί κανονική παράδοση ἀποδεχόταν, κατά τόν Θεοφιλέστατο, ὅτι στή «Μία Ἐκκλησία» τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως περιλαμβάνονταν καί ἄλλες ἑτερόδοξες Ἐκκλησίες («περιεκτική ἐκκλησιολογία»).

Διακοπή Εκκλησιαστικής Κοινωνίας με τους Αιρετικούς ΠΣΕσατζίδες-Οικουμενιστές και τους Παρασυνάγωγους ΓΟΧ η μόνη οδός σωτηρίας


Πρίν προχωρήσουμε σέ ἐξέταση τῶν ἀνωτέρω ἰσχυρισμῶν τοῦ Θεοφιλεστάτου εἶναι χρήσιμο νά ἔχουμε ὑπ’  ὄψιν μας ὅτι στήν Οἰκουμενική Κίνηση ὑπό τούς ὅρους “Χριστιανικός κόσμος”, “ἑτερόδοξοι”, “ἄλλες Ἐκκλησίες” στεγάζονται ἑνιαία ἑτερόκλητες στήν πίστη αἱρετικές ὁμάδες-κοινότητες (Νεστοριανοί, Μονοφυσίτες,  Ρωμαιοκαθολικοί, Παλαιοκαθολικοί, Λουθηριανοί, Ἀγγλικανοί, Μεταρρυθμισμένοι κλπ) πού κατά περίπτωση ἀρνοῦνται τό Χριστολογικό δόγμα, ὅλες ἤ τίς περισσότερες Οἰκουμενικές Συνόδους, ἀρνοῦνται ὅλα τά μυστήρια, ἀρνοῦνται τό ἀειπάρθενο τῆς Θεοτόκου, ἀρνοῦνται τήν τιμή πρός τήν Θεοτόκο, τούς Ἁγίους, τόν Τίμιο Σταυρό καί τίς εἰκόνες. Ἀρνοῦνται τήν ἀποστολική διαδοχή, ἀρνοῦνται σύνολη τήν ἱερή παράδοση καί αὐτόν τόν Κανόνα τῆς Ἄγ. Γραφῆς… Εἶναι ἀσφαλῶς γνωστό ὅτι οἱ περισσότερες ἀπό τίς πλάνες αὐτές καί ὅσοι συνειδητά τίς ἀποδέχονται, ἔχουν καταδικαστεῖ ἀπό τίς Οἰκουμενικές Συνόδους καί τήν ὁμόφωνη πατερική, ἐκκλησιαστική παράδοση.
Πρός ἐπίρρωση τῶν ἰσχυρισμῶν του ὁ Θεοφιλέστατος:
Α. Ἐπικαλεῖται τρία πατερικά χωρία (Μ. Βασιλείου, Ἁγ. Ταρασίου, Ἁγ. Μάρκου Εὐγενικοῦ),
Β. Ἀρνεῖται τήν οἰκουμενικότητα τοῦ Κανόνος τῆς ἐν Καρχηδόνι Συνόδου (255μΧ) (Ἁγ. Κυπριανοῦ), καί 
Γ. Ἐπικαλεῖται τούς κανόνες  7ο τῆς Β΄ Οἰκουμενικῆς (Β-7) καί 95ο τῆς Στ΄ (Πενθέκτης) Οἰκουμενικῆς (Στ-95).
Προσεκτική ὃμως ἐξέταση τῶν ἀνωτέρω πατερικῶν καί κανονικῶν ἀναφορῶν δέν ἐπιβεβαιώνουν τούς ἰσχυρισμούς τοῦ Θεοφιλεστάτου περί «περιεκτικῆς ἐκκλησιολογίας».
Α. Τά πατερικά  χωρία:
α) Στό χωρίο  τοῦ Μ. Βασιλείου, πού ἐπικαλεῖται ὁ Θεοφιλέστατος, ἀναφέρεται: εἰς «τό ἐπαναγαγεῖν πρός ἕνωσιν τάς Ἐκκλησίας, τάς πολυμερῶς καί πολυτρόπως ἀπ' ἀλλήλων  διατμηθείσας». Ὁ Θεοφιλέστατος προσαρμόζει τό χωρίο στή σημερινή πραγματικότητα τῶν αἱρετικῶν-ἑτεροδόξων «ἐκκλησιῶν» ἀφήνοντας νά ἐννοηθεῖ ὅτι ὁ Ἅγιος ἀναφέρεται σέ αἱρετικές-ἑτερόδοξες  κοινότητες τίς ὁποῖες χαρακτηρίζει ὡς “Ἐκκλησίες”! Ὅμως τό χωρίο δέν ἀναφέρεται σέ αἱρετικούς καί αἱρετικές κοινότητες! Ἀς τό δοῦμε στή συνάφειά του : Εἶναι ἀπό τήν ἐπιστολή τοῦ Ἁγίου «τοῖς ἐν Ταρσῷ περί Κυριακόν»[2], στήν ὁποία ὁ Ἅγιος ἀναφέρεται σέ μία ἐκκλησιαστική κοινότητα, ἡ ὁποία λόγῳ τῆς συγχύσεως πού ἐπικρατοῦσε τότε, δέν ἦταν σέ κοινωνία μέ τίς ἄλλες Ἐκκλησίες. Ὁ Μ. Βασίλειος πλέκει ἐγκώμια γιά τήν πίστη καί τό ἦθος τῆς Ἐκκλησίας αὐτῆς, ἐγγυᾶται προσωπικά ὁ ἴδιος γιά τήν ὀρθόδοξη πίστη της καί παρακαλεῖ τούς ἐν Ταρσῷ νά τούς δεχθοῦν σέ πλήρη κοινωνία «ἡνωμένους γνησίως, καί πάσης ἐκκλησιαστικῆς φροντίδος κοινωνούς» [3]. Ἀλήθεια, μπορεῖ νά ὑπονοήσει κάποιος ὅτι ὁ Ἅγιος ἀναφέρεται σέ αἱρετικούς; ἤ ποία σχέση μπορεῖ νά ἔχει ἡ περίπτωση πού ἀναφέρει ὁ Μ. Βασίλειος, μέ τή σημερινή πραγματικότητα τῶν ἑτεροδόξων–αἱρετικῶν μονοφυσιτῶν, παπικῶν, προτεσταντῶν;
β) Ὁ Πατριάρχης Ταράσιος στό ἐπίμονο αἴτημά του πρός τούς αὐτοκράτορες γιά σύγκληση Οἰκουμενικῆς Συνόδου πρίν ἀπό τή χειροτονία του σέ Πατριάρχη εἶπε: «ὁρῶ καί βλέπω τήν ἐπί τήν πέτραν Χριστόν τόν Θεόν ἡμῶν τεθεμελιωμένην ἐκκλησίαν αὐτοῦ διεσχισμένην νῦν· καί διηρημένην, καί ἡμᾶς ἄλλοτε ἄλλως λαλοῦντας, καί τούς τῆς ἀνατολῆς ὁμοπίστους ἡμῶν χριστιανούς ἑτέρως, καί συμφωνοῦντας αὐτοῖς τούς τῆς δύσεως καί ἠλλοτριωμένους ἡμᾶς ἐκείνων ἁπάντων καί καθ’ ἑκάστην ὑπό πάντων ἀναθεματιζομένους». Ὁ Ἃγ. Ταράσιος ἀναφέρεται στήν ἔλλειψη κοινωνίας μεταξύ  τῶν Ἐκκλησιῶν ὅταν αὐτός ἐξελέγη Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως καί στήν τραγική θέση πού βρισκόταν ἡ Ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινουπόλεως: Μέχρι τότε, ἐπειδή στό θρόνο τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἦσαν εἰκονομάχοι πατριάρχες εἶχε διακοπεῖ ἡ ἐκκλησιαστική κοινωνία μέ τίς ἄλλες ἐκκλησίες (Ρώμη, Ἀνατολή). Τώρα ὅμως ὄντας ὁ ἴδιος ὀρθόδοξος πατριάρχης καί ἔχοντας κοινωνία ἐν τῇ πίστει μέ τούς λοιπούς θρόνους ζητᾶ τήν ἀποκατάταση καί τῆς κοινωνίας μέ τούς «ὁμοπίστους ἡμῶν χριστιανούς». Ἀξιοσημείωτη εἶναι ἡ ἀκρίβεια τοῦ Ἁγίου: «ἡμᾶς [τούς ἐν Κωνσταντινουπόλει] ἄλλοτε [οἱ πρό αὐτοῦ πατριάρχες] ἄλλως λαλοῦντας [ἐναντίον τῶν εἰκόνων], καί τούς τῆς ἀνατολῆς ὁμοπίστους ἡμῶν χριστιανούς ἑτέρως  καί συμφωνοῦντας αὐτοῖς τούς τῆς δύσεως καί ἠλλοτριωμένους ἡμᾶς». Συνεπῶς, κατά τήν ἀρχή τῆς πατριαρχείας τοῦ Ἁγ. Ταρασίου, ἐνῶ πλέον ὅλοι οἱ θρόνοι, ὅλη ἡ Ἐκκλησία εἶχε τό αὐτό φρόνημα πίστεως, οἱ κατά τόπους Ὀρθόδοξες στήν πίστη Ἐκκλησίες δέν ἦσαν σέ κοινωνία μέ τήν Κωνσταντινούπολη καί γι’ αὐτό ὁμιλεῖ γιά «ἐκκλησία διεσχισμένην νῦν · καί διηρημένην». Ὑπῆρχε ὅμως τότε ὁμοφροσύνη-κοινωνία ἐν τῇ πίστει. Μποροῦμε νά χρησιμοποιήσουμε τό λόγο τοῦ Ἁγ. Ταρασίου γιά τήν ὑπάρχουσα κατάσταση τοῦ “Χριστιανικοῦ κόσμου” μέ τήν τόσο ἀβυσσαλέα διαφορά σέ βασικά θέματα πίστεως;
Συνεπῶς, τόσο ὁ Μ. Βασίλειος, ὅσο καί ὁ Πατριάρχης Ἃγ. Ταράσιος, ὅταν ἀναφέρονται σέ Ἐκκλησίες δέν ἐννοοῦν ἑτερόδοξες, αἱρετικές κοινότητες, ἀλλά Ὀρθόδοξες Τοπικές Ἐκκλησίες πού γιά κάποιους λόγους δέν βρίσκονται σέ κοινωνία μεταξύ τους, οἱ ὁποῖες ἦσαν «πολυμερῶς καί πολυτρόπως ἀπ’  ἀλλήλων διατμηθεῖσαι». Ἀλήθεια ποιά σχέση ἔχουν τά χωρία αὐτά μέ τήν πραγματικότητα τοῦ σημερινοῦ “χριστιανικοῦ κόσμου”; Ποιά σχέση ἔχουν οἱ Ἐκκλησίες πού ἀναφέρει ὁ Μ. Βασίλειος ἤ ὁ Ἃγ. Ταράσιος μέ τίς κακόδοξες καί αἱρετικές κοινότητες τοῦ σημερινοῦ “χριστιανικοῦ κόσμου”;
γ) Ἐντύπωση προκαλεῖ ἡ χρήση τοῦ Ἁγ. Μάρκου τοῦ Εὐγενικοῦ γιά νά ὑποστηριχθεῖ ἡ «περιεκτική ἐκκλησιολογία». Γράφει ὁ θεοφιλέστατος: «Ὁ Ἅγιος Μάρκος ὁ Εὐγενικός φθάνοντας στή σύνοδο τῆς Φερράρας ἐπέδωσε στόν πάπα ἐπιστολή, ὅπου μεταξύ ἄλλων ἀναφέρει: «...σήμερον τά τοῦ Δεσποτικοῦ σώματος μέλη, πολλοῖς πρότερον χρόνοις διεσπασμένα τε καί διερρηγμένα, πρός τήν ἀλλήλων ἐπείγεται ἕνωσιν· οὐ γάρ ἀνέχεται ἡ κεφαλή Χριστός ὁ Θεός ἐφεστάναι διηρημένῳ τῷ σώματι...». (Ὁ Μάρκος ὁ Εὐγενικός ἀποκαλεῖ μάλιστα τή ρωμαϊκή Ἐκκλησία ὡς ἀδελφή Ἐκκλησία)». Αὐτά γράφει ὁ θεοφιλέστατος Ἅγιος Ἀβύδου.   Ὅμως:
i) Στήν ἐπιστολή τοῦ Ἁγ. Μάρκου πρός τόν πάπα ἀναφέρεται ὁ Σ. Συρόπουλος στά «Ἀπομνημονεύματά» του καί τή δημοσιεύει στά πρακτικά της Συνόδου ὁ MANSI καί ὁ Grill στά “Acta Grecorum”.  Ὅμως οὔτε ὁ Mansi, οὔτε ὁ Συρόπουλος ἀναφέρει ὅτι ὁ Ἃγ. Μάρκος ἀποκάλεσε τούς Λατίνους «ἀδελφή Ἐκκλησία». Σέ ἕνα μόνο ἀπό τά πολλά χειρόγραφα τῶν “Acta Grecorum” ὑπάρχει ὁ χαρακτηρισμός αὐτός, ἐνῶ στά περισσότερα τῶν χειρογράφων δέν συναντᾶται ἡ γραφή αὐτή. Ἐπίσης, στίς πολύμηνες διαπραγματεύσεις καί συζητήσεις ὅπως μᾶς διασώζονται τόσο ἀπό τόν Συρόπουλο, ὅσο καί στά πρακτικά  του Mansi καί τοῦ Grill (“Acta Grecorum”) οὐδέποτε ἀναφέρεται ὅτι ὁ Ἅγ. Μάρκος ἤ ἄλλος τις τῶν Ὀρθοδόξων (πλήν τῶν λατινοφρόνων) ἀποκάλεσε τούς Λατίνους “ἀδελφή Ἐκκλησία”. Συνεπῶς, ἀπό τίς ὑπάρχουσες πηγές δέν προκύπτει καμία βεβαιότητα ὅτι ὁ Ἅγιος Μάρκος ἀποκάλεσε τούς Λατίνους “ἀδελφή Ἐκκλησία”. Ἄν δε ἐξετάσουμε τήν ὅλη ἀναστροφή τοῦ Ἁγίου τότε προκύπτει ἐντελῶς ἀντίθετη βεβαιότητα.
ii) Γιά νά ἀξιολογήσουμε ὅσα ἀναφέρει ὁ Ἅγιος στήν ἐπιστολή του στίς ἀκριβεῖς τους διαστάσεις ἐπιβάλλεται νά δοῦμε τό πλαίσιο συντάξεως τῆς ἐπιστολῆς, ὅπως μᾶς τό περιγράφει ὁ Μ. Ἐκκλησιάρχης Σ. Συρόπουλος: «Ὁ δέ Ἐφέσου, εἰ καί πρόθυμος οὐκ ἦν πρός τό γράψαι, ἀλλ’ οὖν τῇ παραινέσει τοῦ [καρδιναλίου] Ἰουλιανοῦ, πρός δέ καί τῇ παρακινήσει τοῦ Μυτιλήνης πεισθείς,  εἶπεν . ὅτι ἴσως περισσόν μοι δοκεῖ τοῦτο, διό καί οὐδέ εἰμι εὔκολος, πρός αὐτό. εἰ δοκεῖ ὑμῖν λυσιτελές, γράψω καί στελῶ σοι τοῦτο, εἰπέ τῷ Ἰουλιανῷ, καί εἰ περ ἀρέσει τῇ αἰδεσιμότητί σου, σταλήσεται καί πρός τόν πάπαν . ἔγραψεν οὔν ὡς ἐν εἴδει ἐγκωμίου πρός τόν πάπαν καί ἐπήνει τήν πρός συνάθροισιν τῆς συνόδου ἐπιμέλειαν αὐτοῦ καί παρεκίνει καί συνεβούλευσε ἳνα καί ἔτι μᾶλλον ἐπιμελήσεται προβῆναι καλῶς τήν ἕνωσιν ἐπ’ ἀγαθῷ καί θεαρέστῳ συμπεράσματι . ἐν δή τῷ τοιούτῳ ἐγκωμίῳ μετά τῶν ἄλλων τῶν τε εὐσεβῶν τε καί σοφῶν ἐπιχειρημάτων καί τοῦτο περιείχετο…»[4]. Ἀπό τό κείμενο τοῦ αὐτόπτου καί αὐτηκόου Συροπούλου προκύπτει μέ σαφήνεια ὅτι ὁ Ἅγιος Μάρκος πιέστηκε ἀρκετά γιά νά γράψει στόν πάπα τή φιλόφρονα αὐτή ἐπιστολή. Ἐπίσης, προκύπτει ὅτι δέν πρόκειται περί δογματικῆς ἐπιστολῆς, δηλ. σκοπός της δέν ἦταν ἡ ἔκθεση τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως, πού ἀπαιτεῖ ἐντελῶς ἄλλο ὕφος καί περιεχόμενο καί προπαντός λεπτολόγο ἀκρίβεια στή διατύπωση. Ἀς ἀντιπαραβάλουμε τό τρόπο σύνταξης τῆς ἐπιστολῆς αὐτῆς μέ τίς πολυήμερες συζητήσεις ἐπί συζητήσεων γιά τή διατύπωση τοῦ ὃρου τῆς Συνόδου γιά νά κατανοήσουμε τή διαφορά καί τότε θά μπορέσουμε ὀρθά νά ἀξιολογήσουμε την ἐπιστολή καί τό περιεχόμενό της.
Στήν  περίπτωσή μας ὅμως στά κείμενα τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου δέν ἔχουμε ἁπλῶς μία ἐπιστολή «ὡς ἐν εἴδει ἐγκωμίου πρός τίς αἱρετικές κοινότητες» γιά νά παραλλάξω τόν Συρόπουλο, ἀλλά σαφῆ δογματικά-ἐκκλησιολογικά κείμενα, στά ὁποῖα δέν χωρεῖ φιλόφρων συγκατάβασις . ἄλλωστε καί ὁ Ἃγιος Μάρκος  ἐπικαλέστηκε το «οὐ συγχωρεῖ συγκατάβασις εἰς τά περί τῆς πίστεως».
 ii) Ἐνδιαφέρον ἔχει καί μία ἄλλη φράση τοῦ Ἁγ. Μάρκου ἐνδεικτική τῆς διακρίσεως μέ τήν ὁποία ἦταν κοσμημένος ὁ Ἅγιος. Κατά τήν ἔναρξη τῶν συζητήσεων τῆς Συνόδου, ὅπως μᾶς διασώζει ὁ Συρόπουλος, «ἠρώτησεν οὔν ὁ Ἐφέσου [τόν αὐτοκράτορα]: Πῶς ὁρίζεις ἳνα λέγωμεν πρός ἐκείνους [τούς Λατίνους], ἀγωνιστικότερον καί ἐνστατικῶς ἤ οἰκονομικῶς;»[5]. Ἡ διαγωγή τοῦ Ἁγ. Μάρκου στή Σύνοδο Φεράρας-Φλωρεντίας κυμαίνεται μεταξύ ἀκρίβειας καί οἰκονομίας. Ὄντας ὑπό Θεοῦ χαριτωμένος καί κοσμημένος μέ τό χάρισμα τῆς διακρίσεως ὡς ἀληθής θεολόγος καί ποιμένας μποροῦσε νά χρησιμοποιεῖ τήν οἰκονομία «ἐν οἷς οὐ λυμαίνεται ἡ πίστις» (στή φιλόφρονα ἐπιστολή του πρός τόν πάπα) ἀλλά ταυτόχρονα σέ θέματα πίστεως νά χρησιμοποιεῖ μόνο τήν ἀκρίβεια, διότι ἐκεῖ δέν  ἔχει θέση ἡ «μεσότης» (στίς δογματικές διατυπώσεις). Ἀπόκειται λοιπόν, στή δική μας εὐθυκρισία, νά μποροῦμε νά διακρίνουμε τούς λόγους τοῦ Ἁγίου Μάρκου πότε ὁμιλεῖ “οἰκονομικῶς” καί πότε “ἀγωνιστικότερον” ὥστε νά μή συγχέουμε τό “οἰκονομικῶς” καί τό “ἀγωνιστικότερον” κατά πώς μᾶς βολεύει, γιατί τότε κακοποιοῦμε τόν Ἅγιο...
iii) Τελικά, ποιά εἶναι ἡ θέση τοῦ Ἁγίου Μάρκου γιά τούς Λατίνους; Ἀναγνώριζε σώζου-σα Θ. Χάρη στήν ἐκκλησία τῶν Λατίνων; Πίστευε ὅτι οἱ Λατίνοι ἀνῆκαν στήν Μία Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ;  Καλύτερα ἀς ἀφήσουμε τόν ἴδιο νά μᾶς τά πεῖ: «Αἳρεσις ἐστι καί οὓτως εἶχον αὐτήν καί οἱ πρό ἡμῶν»[6], «οὐκοῦν ὡς αἱρετικούς αὐτούς [τούς Λατίνους] ἀπεστράφημεν καί διά τοῦτο αὐτῶν ἐχωρίσθημεν…… αἱρετικοί εἰσί ἂρα καί ὡς αἱρετικούς αὐτούς ἀπεκόψαμεν … πόθεν οὖν  ἡμῖν ἀνεφάνησαν ἐξαίφνης ὂντες Ὀρθόδοξοι οἱ διά τοσούτων χρόνων καί ὑπό τοσούτων Πατέρων καί διδασκάλων κριθέντες αἱρετικοί; … φευκτέον αὐτούς, ὡς φεύγει τις ἀπό ὂφεως … τούς χριστοκάπηλους καί χριστεμπόρους»[7] καί «ἡμεῖς δι’ οὐδέν ἂλλο ἀπεσχίσθημεν τῶν Λατίνων, ἀλλ’ ἢ ὃτι εἰσίν, οὐ μόνον σχισματικοί, ἀλλά καί αἱρετικοί»[8].
Τίθενται λοιπόν μερικά ἁπλά ἐρωτήματα: Εἶναι δυνατόν ὁ Ἅγιος Μάρκος νά θεωρεῖ ὡς  “ἐκκλησία” μέ τήν αὐστηρή θεολογική-ἐκκλησιολογική ἔννοια τοῦ ὃρου τή Λατινική ἐκκλησία; Εἶναι δυνατόν νά χαρακτηρίζει τό ἀκήρατο Σῶμα τοῦ Χριστοῦ (γιατί αὐτό εἶναι ἡ Ἐκκλησία) ὡς «Αἳρεσιν»;  Εἶναι δυνατόν στή συνείδηση τῶν Ἁγ. Μάρκου, Μ. Βασιλείου καί Ἁγ. Ταρασίου νά συμφύρεται ἡ Ἐκκλησία, ὡς Σῶμα Χριστοῦ, ὡς ἄσπιλος Νύμφη τοῦ Χριστοῦ μέ πλάνες, ἑτεροδιδασκαλίες, αἱρέσεις;
Καίρια ἐρωτήματα πού ἀπαιτοῦν ὑπεύθυνες ἀπαντήσεις!  Σέ τελική ἀνάλυση δέ δικαιούμαστε ἐλαφρᾷ τῇ καρδίᾳ νά “ἀναγκάζουμε” τούς Ἁγίους μας νά “λένε” αὐτά τά ὁποῖα θά βόλευαν τίς θεολογικές μας ἐμμονές...
Β. Ὁ κανόνας τῆς ἐν Καρχηδόνι Συνόδου (255μΧ) (Κυπρ-1)[9].
Ὁ Κυπρ-1 εἶναι ἀπολύτως σαφής καί κατηγορηματικός καί ἀποκλείει ἐντελῶς τήν ἀναγνώριση “περιεκτικῆς ἐκκλησιολογίας”. Οἱ Πατέρες τῆς Συνόδου τῆς Καρχηδόνος στόν Κυπρ-1 ἀρνοῦνται κατηγορηματικά τήν ὕπαρξη τελετουργικῆς τῶν ἱερῶν μυστηρίων Χάριτος στό χῶρο τῶν αἱρέσεων.
Σύμφωνα μέ τόν Κυπρ-1 στήν αἵρεση καί τό σχίσμα δέν ὑφίσταται:
·      τό μυστήριο τοῦ χρίσματος («οὐ δύναται χρῖσμα τό παράπαν παρά τοῖς αἱρετικοῖς εἶναι»),
·      τῆς Θ. Εὐχαριστίας («ὁ μήτε θυσιαστήριον ἔχων»),
·      τῆς ἀφέσεως («ἀδύνατον ἁμαρτημάτων ἄφεσιν λαβεῖν»)
·      τῆς Ἱερωσύνης («Πῶς δέ εὔξεται ὑπέρ τοῦ βαπτισθέντος οὐχί ἱερεύς, ἀλλ' ἱερόσυλος καί ἁμαρτωλός;»)
·      τοῦ Βαπτίσματος («μηδένα βαπτίζεσθαι δύνασθαι ἔξω τῆς καθολικῆς ἐκκλησίας, ἑνός ὄντος βαπτίσματος καί ἐν μόνῃ τῇ καθολικῇ ἐκκλησίᾳ ὑπάρχοντος»). 
·      Δέν ὑπάρχουν, λοιπόν, στήν αἵρεση μυστήρια, διότι στήν αἵρεση δέν ὑπάρχει οὔτε Ἐκκλησία: «Παρά δέ τοῖς αἱρετικοῖς, ἐκκλησία οὐκ ἔστιν»,  «ἁγιᾶσαι δέ ἔλαιον οὐ δύναται ὁ αἱρετικός, ὁ μήτε θυσιαστήριον ἔχων, μήτε ἐκκλησίαν· ὅθεν οὐ δύναται χρῖσμα τό παράπαν παρά τοῖς αἱρετικοῖς εἶναι».
Ἀξίζει νά ἐπισημάνουμε ὅτι ἡ συνοδική ἀπόφαση τῆς Καρχηδόνος, δέν ἀρκεῖται στήν ἁπλή διατύπωση περί πλήρους ἀκυρότητος τῶν ἐκτός τῆς Ἐκκλησίας «μυστηρίων» τῶν αἱρετικῶν. Ἐπεξηγώντας τό «ἐκτός τῆς Ἐκκλησίας» δέν ἀντιδιαστέλλει μεταξύ «κανονικῶν» καί «χαρισματικῶν ὁρίων» τῆς Ἐκκλησίας[10], τά ὁποῖα γιά τούς Πατέρες ταυτίζονται ἀπολύτως («ἑνός ὄντος τοῦ ἁγίου Πνεύματος, καί μιᾶς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ τοῦ Κυρίου ἡμῶν, ἐπάνω Πέτρου τοῦ ἀποστόλου, ἀρχῆθεν λέγοντος, τῆς ἑνότητος τεθεμελιωμένης · καί διά τοῦτο τά ὑπ' αὐτῶν γινόμενα, ψευδῆ καί κενά ὑπάρχοντα, πάντα ἐστίν ἀδόκιμα»), ἐφ’ ὅσον στόν χῶρο τῆς αἱρέσεως δέν ὑφίσταται Πνεῦμα Ἅγιο πού νά τελεῖ ἔγκυρα μυστήρια[11].
Ὁ Θεοφιλέστατος στό ἄρθρο του γιά νά παρακάμψει τή σαφῆ διδασκαλία τῆς Συνόδου  ἀρνεῖται τήν οἰκουμενικότητα τοῦ Κανόνος καί τόν ἀξιολογεῖ ὡς προσωπική καί μόνο ἄποψη τοῦ Ἁγ. Κυπριανοῦ, ἡ ὁποία, κατ’  αὐτόν, δέν ἔγινε ἀποδεκτή ἀπό τήν Ἐκκλησία. Ὃμως:
Ἀποφεύγει νά ἐξηγήσει ὁ Θεοφιλέστατος:  γιατί ἡ Στ΄ ἐν Τρούλῳ Οἰκουμενική τόν ἐνέταξε στούς ἐπικυρωμένους Κανόνες καί τοῦ προσέδωσε ἔτσι οἰκουμενικό κῦρος; Τό ἐρώτημα εἶναι καίριο καί ἀπαιτεῖ ὑπεύθυνη ἀπάντηση: Ἄν ἡ Ἐκκλησία δέν συμφωνοῦσε μέ τό περιεχόμενο τοῦ Κανόνα γιατί τόν ἐνέταξε στούς ἐπικυρωμένους Κανόνες Της ;
Ἐπίσης, ἀπορία προκαλεῖ ὅτι ὁ Θεοφιλέστατος δέν μνημονεύει καθόλου τούς ἐπικυρωμένους ἀπό τρεῖς Οἰκουμενικές Συνόδους Ἀποστολικούς Κανόνες, πού ταυτίζονται πλήρως ἀπό ἐκκλησιολογικῆς ἀπόψεως μέ τόν Κανόνα τοῦ Ἁγ. Κυπριανοῦ.  Γιατί; Μήπως ἐπειδή οἱ Κανόνες αὐτοί ἀνατρέπουν πλήρως τήν καινοφανῆ “περιεκτική ἐκκλησιολογία”, τήν ὁποία μᾶς παρουσιάζει;
Οἱ Ἀποστολικοί κανόνες εἶναι ἀπολύτως σαφεῖς καί δέν παρέχουν καμία δυνατότητα ἀποδοχῆς τῆς “περιεκτικῆς ἐκκλησιολογίας”:
1. Ἀποστ-46: «Ἐπίσκοπον, ἤ πρεσβύτερον, αἱρετικῶν δεξαμένους βάπτισμα, ἤ θυσίαν, καθαιρεῖσθαι προστάττομεν. Τίς γάρ συμφώνησις Χριστῷ πρός Βελίαρ; ἤ τίς μερίς πιστῷ μετά ἀπίστου;».
2. Ἀποστ-47: «Ἐπίσκοπος, ἤ πρεσβύτερος, τόν κατά ἀλήθειαν ἔχοντα βάπτισμα ἐάν ἄνωθεν βαπτίσῃ ἤ τόν μεμολυσμένον παρά τῶν ἀσεβῶν ἐάν μή βαπτίσῃ, καθαιρείσθω, ὡς γελῶν τόν σταυρόν καί τόν τοῦ Κυρίου θάνατον, καί μή διακρίνων ἱερέας ψευδοϊερέων».
3. Ἀποστ-50: «Εἰ τις ἐπίσκοπος, ἤ πρεσβύτερος, μή τρία βαπτίσματα μιᾶς μυήσεως ἐπιτελέσῃ, ἀλλ’  ἕν βάπτισμα, τό εἰς τόν θάνατον τοῦ Κυρίου διδόμενον, καθαιρείσθω. Οὐ γάρ εἶπεν ὁ Κύριος, εἰς τόν θάνατόν μου βαπτίσατε · ἀλλά, Πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τα ἔθνη, βαπτίζοντες αὐτούς εἰς τό ὄνομα τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ ἁγίου Πνεύματος».
4. Ἀποστ-68: «Εἰ τις ἐπίσκοπος, ἤ πρεσβύτερος, ἤ διάκονος, δευτέραν χειροτονίαν δέξηται παρά τινός, καθαιρείσθω καί αὐτός, καί ὁ χειροτονήσας· εἰ μή γε ἄρα συσταίῃ, ὅτι παρά αἱρετικῶν ἔχει τήν χειροτονίαν. Τούς γάρ παρά τῶν τοιούτων βαπτισθέντας ἤ χειροτονηθέντας, οὔτε πιστούς, οὔτε κληρικούς εἶναι δυνατόν».
Ἡ ἐπικύρωση τοῦ Κυπρ-1.
Ἡ Πενθέκτη Οἰκουμενική στόν Στ-2 ἀναφερόμενη στούς οἰκουμενικοῦ κύρους κανόνες σημειώνει: «Μένειν καί ἀπό τοῦ νῦν βεβαίους καί ἀσφαλεῖς, πρός ψυχῶν θεραπείαν καί ἰατρείαν παθῶν, τούς ὑπό τῶν πρό ἡμῶν ἁγίων καί μακαρίων Πατέρων δεχθέντας καί κυρωθέντας, ἀλλά μήν καί παραδοθέντας ἡμῖν ..... κανόνας.  Ἐπισφραγίζομεν δέ καί τούς λοιπούς πάντας ἱερούς κανόνας, τούς ὑπό τῶν ἁγίων καί μακαρίων Πατέρων ἡμῶν ἐκτεθέντας, τουτέστι τῶν τε ἐν Νικαίᾳ ... ἔτι μήν ... ἔτι μήν ... ἔτι μήν καί τόν ὑπό Κυπριανοῦ, τοῦ γενομένου ἀρχιεπισκόπου τῆς Ἄφρων χώρας καί μάρτυρος, καί τῆς κατ’ αὐτόν συνόδου ἐκθέντα κανόνα» μέ τήν ἐπισήμανση «ὅς ἐν τοῖς τῶν προειρημένων προέδρων [ἐπισκόπων] τόποις, καί μόνον, κατά τό παραδοθέν αὐτοῖς ἔθος, ἐκράτησε».
Ὅσοι ἑρμηνεύουν, ἐν οἶς καί ὁ Θεοφιλέστατος, τήν ἐπισήμανση τοῦ Στ-2  ὡς ἄρνηση τῆς οἰκουμενικότητας τοῦ Κανόνος ἀπό τήν Πενθέκτη ὀφείλουν νά λάβουν ὑπ’  ὄψιν τους:
1. Ἡ Ἐκκλησία εἶχε ἀναγνωρίσει οἰκουμενικό κῦρος στόν Κανόνα τοῦ Ἁγ. Κυπριανοῦ πρό τῆς ἐπικυρώσεώς του ἀπό τόν Στ-2. Ὁ Κανόνας ἦταν ἐνταγμένος στό «Σύνταγμα εἰς δεκατέσσαρας τίτλους», πού ἦταν τό ἐν χρήσει «Πηδάλιο» τοῦ Πατριαρχείου τῆς Κωνσταντινουπόλεως μετά τά μέσα τοῦ 6ου αἰ. καί μάλιστα βάσει αὐτοῦ ἐξέδωσε ἡ Στ΄ ἐν Τρούλῳ Οἰκουμενική τόν Στ-2[12]. Ἀν δέν συμφωνοῦσε μέ τό περιεχόμενό του ἡ Ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινουπόλεως γιατί τόν εἶχε ἐντάξει στό “Σύνταγμά” της ἀπό τόν 6ο ἤδη αἰ.;  Ἀναμένουμε ὑπεύθυνη καί πειστική ἀπάντηση.
2. Ὁ Στ-2 δέν συνετάγη μέ τήν προοπτική τῆς ἱστορικῆς διασώσεως κανονικῶν κειμένων, ἀλλά γιά καθαρά θεολογικούς καί ποιμαντικούς λόγους.
3. Ἄν ἡ Οἰκουμενική Σύνοδος ἔκρινε ὅτι δέν τήν ἐξέφραζε ὁ κανόνας αὐτός, ἁπλῶς δέν θά τόν ἀνέφερε, ὅπως ἔκανε μέ πολλούς ἄλλους κανόνες Συνόδων ἤ Πατέρων. Αὐτό μάλιστα ἦταν πολύ εὔκολο, τή στιγμή πο;y εἶναι ὁ μοναδικός κανόνας τοῦ Ἁγ. Κυπριανοῦ. Ἀς μή μᾶς διαφεύγει ὅτι ἡ Πενθέκτη Οἰκουμενική διόρθωσε καί κατήργησε ἄλλους κανόνες, χωρίς νά φεισθεῖ τῆς αὐθεντίας σημαντικῶν προσώπων ἤ Τοπικῶν Συνόδων (π.χ. ὁ Στ-2 ἀκυρώνει τίς διά Κλήμεντος Ἀποστολικές Διαταγές, ὁ Στ-29 ἀκυρώνει τόν Καρθ-41(48), ὁ Στ-16 ἀκυρώνει ρητῶς τόν Νεοκαισ-15).
4. Παρά τό ὅτι ἀφορμή γιά τή σύνταξη τοῦ Κυπρ-1 ἦταν τό ἐρώτημα γιά τόν τρόπο εἰσδοχῆς στήν Ἐκκλησία τῶν πρώην αἱρετικῶν, ὅπως σαφῶς προκύπτει ἀπό τά πρακτικά[13], εἶναι ἄξιον ἐπισημάνσεως ὅτι τό κείμενο τοῦ κανόνος δέν δίνει ἄμεση καί ρητή ἀπάντηση στό τί δέον γενέσθαι, ἀλλά περιορίζεται στίς θεολογικές ἀρχές πού θά πρέπει νά πρυτανεύσουν στήν ἀντιμετώπιση τοῦ ζητήματος αὐτοῦ ἀπό τούς κατά τόπον ἁρμοδίους, πού εἶναι οἱ Ἐπίσκοποι. Τό πρακτέον, δηλαδή ἡ ὑποχρεωτική βάπτιση, συνάγεται σαφέστατα ἀλλά πάντως δέν δηλώνεται ρητῶς στόν κανόνα.
5. Ὅπως ἤδη ἀναφέραμε ὁ Κυπρ-1 δέν εἶναι ὁ μοναδικός κανόνας πού ἀναφέρεται στήν ἀκυρότητα τῶν «μυστηρίων» τῶν αἱρετικῶν. Συμφωνοῦντες καί «συμφρονοῦντες» μέ αὐτόν εἶναι οἱ Ἀποστ-46, -47, -50 καί -68 καί οἱ δύο κανόνες τοῦ Μ. Βασιλείου (1ος καί 47ος), ὁ ὁποῖος μνημονεύει τόν Κανόνα τοῦ Ἁγ. Κυπριανοῦ καί  προσφέρει μάλιστα καί πρόσθετη θεολογική αἰτιολογία ὅτι τό βάπτισμα τῶν αἱρετικῶν εἶναι ἀνυπόστατο. Εἶναι σημαντικό ὅτι ὅλοι οἱ ἀνωτέρω κανόνες ἔχουν ἐπικυρωθεῖ ἀπό τόν Στ-2 καί τόν Ζ-1 χωρίς καμία ἐπιφύλαξη, ἀποκτώντας ἔτσι οἰκουμενικό κῦρος.
6. Ἄξιο ἰδιαιτέρας ἐπισημάνσεως εἶναι ὅτι τόσο ὁ Κυπρ-1 ὅσο καί οἱ Ἀποστ-46, -47, -50, -68, Βασιλ-1 καί -47 γιά νά αἰτιολογήσουν τή θέση τους προβάλλουν σαφῆ καί ἐκτεταμένη θεολογική καί ἐκκλησιολογική ἐπιχειρηματολογία. Ἡ ἐπισήμανση τοῦ Στ-2 γιά τόν Κυπρ-1 δέν προσπαθεῖ κἂν νά ἀντιμετωπίσει ἤ νά ἀναιρέσει τή θεολογική τους αἰτιολόγηση, ὅπως κάνει σέ ὅλες τίς ἄλλες περιπτώσεις ἀκυρώσεως κανόνων ἥσσονος σπουδαιότητος (π.χ. ὅταν μέ τόν Στ-2 ἀκυρώνει τίς διά Κλήμεντος Ἀποστολικές Διαταγές, μέ τόν Στ-29 ἀκυρώνει τόν Καρθ-41(48), μέ τόν Στ-16 ἀκυρώνει τόν Νεοκαισ-15).
7. Τέλος, νομίζουμε, ὅτι δέν εἶναι ἄνευ σημασίας τό ὅτι ὁ Στ-2 μετά ἀκριβῶς ἀπό τήν ἐπικύρωση τοῦ κανόνα τοῦ Ἁγ. Κυπριανοῦ, σημειώνει: «καί μηδενί ἐξεῖναι τούς προδηλωθέντας παραχαράττειν κανόνας, ἤ ἀθετεῖν, ἤ ἑτέρους παρά τούς προκειμένους παραδέχεσθαι κανόνας, ψευδεπιγράφως ὑπό τινῶν συντεθέντας, τῶν τήν ἀλήθειαν καπηλεύειν ἐπιχειρησάντων. Εἰ δέ τις ἁλῷ κανόνα τινά τῶν εἰρημένων καινοτομῶν, ἤ ἀνατρέπειν ἐπιχειρῶν, ὑπεύθυνος ἔσται κατά τόν τοιοῦτον κανόνα, ὡς αὐτός διαγορεύει, τήν ἐπιτιμίαν δεχόμενος, καί δι’ αὐτοῦ, ἐν ὦπερ πταίει θεραπευόμενος». Καί ἄν αὐτό δέν ἔγινε ἀπολύτως συνειδητά ἀπό τούς Πατέρες, ποιός μπορεῖ νά ἀποκλείσει ὅτι καί σέ αὐτό τό σημεῖο ἔχουμε ἐπιβεβαίωση τῆς συνοδικῆς διαπιστώσεως ὅτι «ἐξ ἑνός γάρ ἅπαντες καί τοῦ αὐτοῦ Πνεύματος αὐγασθέντες, ὣρισαν τά συμφέροντα» (Ζ-1);
Γιά τό οἰκουμενικό κῦρος τοῦ Κυπρ-1 καί τήν ἄρνηση ἀναγνώρισης “μυστηρίων” στίς αἱρετικές κοινότητες παραπέμπουμε στόν Μητροπολίτη Γέροντα Ἐφέσου Χρυσόστομο (Κωνσταντινίδη), ὁ ὁποῖος σημειώνει μέ σαφήνεια: «Εὐθύς ἐξ ἀρχῆς πρέπει νά τονισθεῖ, ὅτι καί στό χῶρο τῶν µυστηρίων, αὐτῶν ποῦ τελοῦνται καί ἁγιάζονται στήν ὀρθόδοξη ἐκκλησία καί αὐτῶν πού "θεωροῦνται ὅτι τελοῦνται" στίς µή ὀρθόδοξες ἐκκλησίες, ἡ ἀκρίβεια εἶναι µιά σωστή ἀρχή, πού πρέπει νά εἶναι σεβαστή ἀπόλυτα καί ὁλοκληρωτικά»[14]. Καί στή συνέχεια ὁ ἀείμνηστος Ἐφέσου Χρυσόστομος ἀφοῦ μνημονεύει τόν Κανόνα τοῦ Ἁγ. Κυπριανοῦ, ὡς κανόνα πού ἔχει περιβληθεῖ μέ οἰκουμενικό κῦρος ἀπό τόν Στ-2 σημειώνει:  «Ἐποµένως, ὅση καί ὅποια ἀκρίβεια ἰσχύει καί ἀπαιτεῖται στήν τήρηση καί στόν σεβασµό τῶν πιστευτέων τῆς ἐκκλησίας, ἡ αὐτή κατά βάσιν ἀκρίβεια, ποιοτικά καί ποσοτικά, ἀπαιτεῖται καί γιά τά µυστήρια. Καί ὅπως δέν νοεῖται καί δέν ἐπιτρέπεται ἀλλοτρίωση ἀπό τήν πίστη καί τά δόγµατα τῆς ἀληθοῦς ἐκκλησίας, ἐφ’ ὅσον ἡ ἀλλοτρίωση αὐτή ὁδηγεῖ εὐθέως στήν αἵρεση ἤ στό σχίσµα, ἔτσι δέν νοεῖται καί δέν ἐπιτρέπεται ἀποδοχή καί ταύτιση µέ "µυστήρια" πού δέν φέρνουν καθ’ ἑαυτά τήν φερεγγυότητα καί γνησιότητα τῆς ἀληθοῦς ἐκκλησίας. Κατά ταῦτα, ὁ,τιδήποτε φέρεται σάν "µυστήριο" ἔξω ἀπό τά παραπάνω περιγραφόµενα "ἐκκλησιαστικά" ὅρια, δέν εἶναι µυστήριο, δέν ἀναγνωρίζεται σάν µυστήριο σωστό καί σωστικό»[15].  Ὁ Ἐφέσου Χρυσόστομος τά γράφει, ὂχι ἐγώ…
Πῶς λοιπόν ἐξηγεῖται ἡ ἐπισήμανση τοῦ Στ-2; Ὁ Ἃγ. Νικόδημος στό Πηδάλιο εἶναι ἀπολύτως σαφῆς[16]:  Ἡ ἐπισήμανση τοῦ Στ-2 γιά τόν Κυπρ-1 μᾶς ὑπενθυμίζει τήν ἐξέλιξη καί τή διαφορετική πρακτική πού ἐφάρμοσε ἡ Ἐκκλησία στόν τρόπο εἰσδοχῆς τῶν «προστιθεμένων τῇ ὀρθοδοξίᾳ». Ἀπό τή μία πλευρά ἔχουμε τόν Κυπρ-1, τούς Ἀποστ-46, -47, -50 καί -68 καί τούς δύο κανόνες τοῦ Μ. Βασιλείου (1ο καί 47ο), οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἐπικυρωθεῖ ἀπό τόν Στ-2 καί τόν Ζ-1 ἀποκτώντας ἔτσι οἰκουμενικό κῦρος. Παράλληλα, ὅμως, ὁ Μ. Βασίλειος ἀναγνωρίζει καί ἀποδέχεται καί τή μή τέλεση τοῦ μυστηρίου τοῦ βαπτίσματος γιά τούς «προστιθεμένους τῇ ὀρθοδοξίᾳ» ἀπό συγκεκριμένες αἱρέσεις τίς ὁποῖες καί περιοριστικῶς μνημονεύει. Ἀκολούθως, ἡ Β΄ Οἰκουμενική Σύνοδος μέ τόν Β-7 καί ἀργότερα ἡ Στ΄ μέ τόν Στ-95 ὁρίζει τρεῖς κατηγορίες-τρόπους εἰσδοχῆς στήν Ἐκκλησία: μέ τό μυστήριο τοῦ βαπτίσματος, μέ χρήση Ἁγ. Μύρου καί διά λιβέλλου.
Πῶς συνδυάζονται ὅμως οἱ δύο ἀντικρουόμενες, φαινομενικά, ἀπόψεις; Καί γιατί ἡ Στ΄ ἐν Τρούλλω ἐπικύρωσε τούς «ἀντιφατικούς» αὐτούς κανόνες;
Ὁ κανόνας τοῦ Ἁγ. Κυπριανοῦ, οἱ Ἀποστολικοί καί οἵ τοῦ Μ. Βασιλείου εἶναι σαφές ὅτι καθορίζουν τά θεολογικά κριτήρια προσεγγίσεως τοῦ ζητήματος αὐτοῦ. Σύμφωνα λοιπόν μέ τούς ἐπικυρωμένους ἀπό τίς Οἰκουμενικές Συνόδους κανόνες, ἡ Ἐκκλησία οὐδέποτε ἀναγνώρισε ὡς ἔγκυρο τό βάπτισμα τῶν αἱρετικών[17], ὡς παρέχον σώζουσα Θ. Χάρη, πού συγχωρεῖ ἁμαρτίες, ἀναγεννᾶ τόν βαπτιζόμενο καί τόν ἐντάσσει στό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, διότι ἐκτός τῆς Ἐκκλησίας δέν ἐνεργεῖ ἡ τελετουργική των μυστηρίων Χάρις τοῦ Ἁγ. Πνεύματος. Ὅλοι οἱ μεγάλοι Πατέρες καί ἐκκλησιαστικοί συγγραφεῖς καί οἱ Οἰκουμενικές Σύνοδοι ὁμογνωμοῦν ἀπολύτως στό σημεῖο αὐτό. Ἡ ἔντονη διένεξη Καρχηδόνος–Ρώμης (Ἁγ. Κυπριανοῦ – Ἁγ. Στεφάνου) διασάφησε πλήρως τό θέμα! Καί γιά τόν λόγο αὐτό ἡ Πενθέκτη προσέδωσε οἰκουμενικό κύρος στόν Κυπρ-1 καί στούς συναφεῖς μέ αὐτόν, ἐντάσσοντάς τους στούς ἐπικυρωμένους κανόνες Τοπικῶν Συνόδων καί Ἁγ. Πατέρων.
Παράλληλα, ὅμως, μέ τήν ἐπισήμανσή της «ὅς ἐν τοῖς τῶν προειρημένων προέδρων τόποις, καί μόνον, κατά τό παραδοθέν αὐτοῖς ἔθος, ἐκράτησε» περιόρισε τήν ἰσχύ-ἐφαρμογή του. Γιατί;
Ο Μ. Βασίλειος, πού συμφωνεῖ καί ἐπαυξάνει τή θεολογική προσέγγιση τῆς Συνόδου τῆς Καρχηδόνος, ἐξηγεῖ καί τό γιατί ἡ Ἐκκλησία δέχεται τούς προσερχομένους ἀπό ὁρισμένες αἱρέσεις χωρίς νά τούς βαπτίζει. Δέν πρόκειται περί θεολογικῶν-ἐκκλησιολογικῶν, ἀλλά καθαρά περί ποιμαντικῶν λόγων. Ὁ Μ. Βασίλειος συναινεῖ νά μή βαπτίζονται οἱ προσερχόμενοι ἀπό ὁρισμένες αἱρέσεις, πρακτική πού ἐφαρμοζόταν σέ Ἐκκλησίες τῆς Μ. Ἀσίας ἤ τῆς Ρώμης «οἰκονομίας ἕνεκα τῶν πολλῶν», ὅπως χαρακτηριστικά σημειώνει (Βασιλ-1 καί -47). Ἐπίσης, ὁ ἴδιος προτείνει τήν κατ’ οἰκονομία πράξη «ἐάν μέντοι μέλλη τῇ καθόλου οἰκονομίᾳ ἐμπόδιον ἔσεσθαι τοῦτο, πάλιν τῷ ἔθει χρηστέον καί τοῖς οἰκονομήσασι τά καθ’ ἡμᾶς Πατράσιν ἀκολουθητέον. Ὑφορῶμαι γάρ μήποτε, ὡς βουλόμεθα ὀκνηρούς αὐτούς περί τό βαπτίζειν ποιῆσαι, ἐμποδίσωμεν τοῖς σωζομένοις διά τό τῆς προτάσεως αὐστηρόν».
Ἀντιδιαστέλλεται, λοιπόν, ἡ θεολογική ἀκρίβεια («τό τῆς προτάσεως αὐστηρόν»), ἀπό τήν ποιμαντική οἰκονομία («τό ἔθος τῶν πατέρων»).  [Γιά τόν Μ. Βασίλειο καί τόν Στ-2 μέ τήν λέξη “ἔθος” δέν προσδιορίζεται ἡ δογματική διδασκαλία (ἐκκλησιολογία), ὅπως ἐσφαλμένα ὑποστηρίζει ὁ Θεοφιλέστατος, ἀλλά, κατά περίπτωση, ἡ πρακτική  της οἰκονομίας μέ τόν ἀναβαπτισμό ἤ τῆς ἀκρίβειας μέ τόν μή ἀναβαπτισμό]. Μέ ἄλλα λόγια, ἡ Ἐκκλησία χρησιμοποιώντας τή θεολογική ἀκρίβεια σέ ὅλους τούς τόνους ἀποφαίνεται ὅτι δέν ὑφίσταται ἔγκυρο βάπτισμα στήν αἵρεση, ἀξιοποιώντας ὅμως τήν ποιμαντική οἰκονομία, ὅπου δέν εἶναι δυνατόν νά ἐφαρμοστεῖ ἡ ἀκρίβεια, ὑποδέχεται ὅσους μετανοημένοι ἀρνοῦνται τήν αἵρεση καί προσέρχονται στήν Ἐκκλησία, μέ τήν τέλεση τοῦ ἱεροῦ Χρίσματος καί τή Θ. Μετάληψη καί ὄχι διά τοῦ τριπλοῦ μυστηρίου τῆς Χριστιανικῆς μυήσεως (Βάπτισμα-Χρῖσμα-Θ. Εὐχαριστία).
Ὑπό αὐτό τό πνεῦμα πρέπει νά ἑρμηνεύσουμε τήν ἐπισήμανση τοῦ Στ-2 σχετικά μέ τόν κανόνα τοῦ Ἁγ. Κυπριανοῦ «ὅς ἐν τοῖς τῶν προειρημένων προέδρων [ἐπισκόπων] τόποις, καί μόνον, κατά τό παραδοθέν αὐτοῖς ἔθος, ἐκράτησε». Δέν σημαίνει μείωση τοῦ οἰκουμενικοῦ κύρους του, ἀλλά περιορισμό τῆς ἰσχύος του, λόγῳ τῆς κατ’ οἰκονομίαν πράξεως τῆς Ἐκκλησίας.
Συμπερασματικά, νομίζουμε ὅτι ἡ Στ΄ ἐν Τρούλῳ ἐντάσσοντας τόν Κυπρ-1 στούς ἐπικυρωμένους κανόνες τῶν Τοπικῶν Συνόδων καί τῶν Ἁγ. Πατέρων θέλησε νά περιβάλει μέ οἰκουμενικό κῦρος τή θεολογία τοῦ κανόνος (οὐσιαστικά τήν μοναδικότητα τῆς Ἐκκλησίας), ἀλλά μέ τήν ἐπισήμανσή της («ὅς ἐν τοῖς τῶν προειρημένων προέδρων τόποις, καί μόνον, κατά τό παραδοθέν αὐτοῖς ἔθος, ἐκράτησε») περιόρισε τήν ἰσχύ-ἐφαρμογή του, ὥστε νά μπορεῖ ἡ Ἐκκλησία νά ἐφαρμόζει καί τήν οἰκονομία στόν τρόπο εἰσδοχῆς τῶν αἱρετικῶν, ὃταν χρειάζεται.
Γ. Οἱ κανόνες Β-7  καί Στ-95.
Ἡ κατ’ οἰκονομία ἐκκλησιαστική πράξη ἔλαβε καί συνοδική ἐπικύρωση μέ τούς Β-7 καί Στ-95. Εἶναι χαρακτηριστικό, ὅμως, ὅτι ἐνῶ οἱ κανόνες πού ἀπορρίπτουν τό αἱρετικό «βάπτισμα» παρέχουν σύντομη ἤ πολύ ἐκτεταμένη θεολογική αἰτιολόγηση, οἱ κανόνες πού προτείνουν τήν οἰκονομία στήν εἰσδοχή τῶν πρώην αἱρετικῶν δέν προβάλουν καμία θεολογική αἰτιολόγηση. Εἶναι κατ’ οἰκονομία .  αὐτό καί μόνο ἀρκεῖ. Ἡ μόνη αἰτιολόγηση προέρχεται ἀπό τόν Μ. Βασίλειο: «οἰκονομίας ἕνεκα τῶν πολλῶν… Ἐάν μέντοι μέλλῃ τῇ καθόλου οἰκονομίᾳ ἐμπόδιον ἔσεσθαι τοῦτο. Ὑφόρομαι γάρ μήποτε, ὡς βουλόμεθα ὀκνηρούς αὐτούς περί τό βαπτίζειν ποιῆσαι, ἐμποδίσωμεν τοῖς σωζομένοις διά τό τῆς προτάσεως αὐστηρόν» (Βασιλ-1). Κανένας θεολογικός-ἐκκλησιολογικός λόγος, μόνο ἡ ποιμαντική ἀνάγκη τῆς σωτηρίας διά τῆς μετοχῆς στή ζωή τῆς Ἐκκλησίας, ἐφ’  ὅσον ὁ ἄνθρωπος ἔχει μετανοήσει καί φύγει ἀπό τήν αἵρεση. 
Τόσο ἡ κανονική παράδοση ὅσο καί ἡ πατερική διδασκαλία δέν προβαίνουν καθόλου σέ προσπάθεια ἑρμηνείας τῆς κατ’ οἰκονομία πράξεως, οὔτε ὅταν ἀναφέρονται στήν εἰσδοχή τῶν μετανοημένων αἱρετικῶν οὔτε στίς περιπτώσεις τῶν μετανοημένων πρώην αἱρετικῶν κληρικῶν (Ζ΄ Οἰκουμενική). Στήν ἀρχαία Ἐκκλησία μόνο ὁ Ἃγ. Αὐγουστῖνος προσπάθησε νά ἑρμηνεύσει τήν κατ’ οἰκονομία πράξη τοῦ μή ἀναβαπτισμοῦ καί ἀργότερα ὁ σχολαστικισμός μέ τόν Θωμά Ἀκινάτη. Ὁμως ἡ προβληματική αὐτή δέν εἶχε καμία ἀπήχηση στήν πατερική παράδοση. Συνεπῶς, τά ἐρωτήματα πού θέτει ὁ Θεοφιλέστατος[18] εἶναι θεμελιωμένα σέ σχολαστικές προϋποθέσεις καί ἐντελῶς ξένα στήν Ὀρθόδοξη προβληματική. Ἐπ’ αὐτῶν μποροῦμε νά κάνουμε πολλές θρησκευτικές συζητήσεις, ἀλλά θά εἴμαστε μακρυά ἀπό τό Πατερικό πνεῦμα. Ἡ Ἐκκλησία διά τῶν Πατέρων καί τῶν Συνόδων ἀποφάσισε κυριαρχικῷ δικαιώματι νά ἐντάσσει στούς κόλπους της τούς μετανοημένους αἱρετικούς, χωρίς νά τούς βαπτίζει, χωρίς ὅμως νά μπεῖ σέ λεπτομερεῖς ἀναλύσεις καί πρό παντός, χωρίς νά ἀναγνωρίζει ὡς βαπτισμένους αὐτούς πού μένουν στήν αἵρεση. Θά βοηθοῦσε ἰδιαίτερα ὁ Θεοφιλέστατος νά μᾶς παρουσιάσει τίς ἀπόψεις-ἀπαντήσεις τῶν Πατέρων στά ἐρωτήματα πού θέτει – ἄν ὑπάρχουν. Αὐτές ἔχουν γιά μένα θεολογική ἀξία καί βαρύτητα καί ὄχι οἱ διανοητικές ἀσκήσεις τοῦ ὁποιουδήποτε, ὅσο ἐνδιαφέρουσες καί ἄν εἶναι κατά τά ἂλλα.
Ἐπίσης, οὔτε ὁ Μ. Βασίλειος οὔτε οἱ ἱεροί Κανόνες οὔτε οἱ Οἰκουμενικές Σύνοδοι προσπαθοῦν στήν κατ’ οἰκονομία πράξη νά θεμελιώσουν ἐπιχειρήματα γιά νά ἀκυρώσουν βασικές ἐκκλησιολογικές ἀρχές (ἀνυπαρξία τελεσιουργικῆς τῶν μυστηρίων Θ. Χάριτος στήν αἵρεση, ἀνυπαρξία ἱερῶν Μυστηρίων ἐκτός Ἐκκλησίας, διάκριση Ἐκκλησίας-αἵρεσης, ἀλήθειας-πλάνης κοκ). Ποτέ! Ὅπως στή σημερινή ἐκκλησιαστική πράξη ἡ κατ’ οἰκονομία δυνατότητα τελέσεως ἀεροβαπτίσματος ἀπό Ὀρθόδοξη νοσηλεύτρια δέν ὑπονοεῖ ὅτι ἡ νοσηλεύτρια ἔχει τήν εἰδική ἱερωσύνη ἤ ὅτι  μπορεῖ νά τελέσει κατ’ οἰκονομία καί ἄλλα μυστήρια, ἔτσι γιά τήν ἐκκλησιαστική μας παράδοση μέ τήν κατ’ οἰκονομία εἰσδοχή τῶν αἱρετικῶν, μέ κανένα τρόπο δέν ἀναγνωρίζονται τά μυστήρια τῶν αἱρετικῶν! Εἶναι, ἄλλωστε, ἀδιανόητο ἡ οἰκονομία τοῦ ἀεροβαπτίσματος νά χρησιμοποιηθεῖ ὡς θεολογικός λόγος γιά τή διεκδίκηση τῆς ἱερωσύνης τῶν γυναικών . κατά τόν ἴδιο τρόπο ἦταν ἀδιανόητο γιά τούς Πατέρες οἱ αἱρετικοί νά διεκδικήσουν ἐγκυρότητα τῶν «μυστηρίων» τους, ὅπως προσπαθεῖ στό ἄρθρο του ὁ Θεοφιλέστατος.
Εἶναι σαφής ἐπ’ αὐτοῦ ἡ ἀπόφαση τῆς Διορθοδόξου Προπαρασκευαστικῆς Ἐπιτροπῆς (1971), ἡ ὁποία στό κείμενο «Ἡ οἰκονομία ἐν τῇ Ὀρθοδόξῳ Ἐκκλησίᾳ» εὔστοχα σημειώνει: «Ἡ Ὀρθόδοξος ἡμῶν Ἐκκλησία  ἀποβλέπει…α) εἰς τήν διατήρησιν κατά πρῶτον καί κύριον λόγον τῆς ἑαυτῆς πίστεως καί διδασκαλίας τελείως ἀνοθεύτου καί ἀνεπηρεάστου ἐκ τῆς κατ’ οἰκονομίαν τοιουτοτρόπου συγκαταβάσεως αὐτῆς πρός τούς ἔξω. “Διότι οὐ συγχωρεῖ συγκατάβασις εἰς τά τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, καί τότε τάς οἰκονομίας ὁ ὀρθός λόγος μεταχειρίζεται, ὃτε τό δόγμα τῆς εὐσεβείας οὐδέν παραβλάπτεται” (Εὐλόγιος Ἀλεξ. PG 103, 953)». Δηλαδή  ἡ κατ΄ οἰκονομία πράξη γιά τήν εἰσδοχή πρώην αἱρετικῶν δέ μπορεῖ νά χρησιμοποιηθεῖ ὡς θεολογικό προηγούμενο γιά τήν τροποποίηση, οὐδέ στό ἐλάχιστο, τῆς πίστης καί τῆς διδασκαλίας τῆς Ἐκκλησίας, ἀναφορικά μέ τήν αὐτοσυνειδησία της καί τήν “ἐκκλησιαστικότητα” τῶν ἑτεροδόξων! Διότι οὐδέποτε ἡ Ἐκκλησία χρησιμοποίησε τήν οἰκονομία γιά νά ἀφήσει τόν ἄνθρωπο στήν πλάνη καί τήν αἵρεση, ἀποκοιμίζοντάς τον ὅτι δῆθεν δέν ὑπάρχει κανένα πρόβλημα νά παραμένει στήν πλάνη… Αὐτό δέν εἶναι ποιμαντική οἰκονομία, ἀλλά ἀπάνθρωπη συμπεριφορά καί ἀσυγχώρητη κατά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος βλασφημία!
Ὁ ἀείμνηστος Μητρ. Γέρων Ἐφέσου Χρυσόστομος (Κωνσταντινίδης) (Πρόεδρος τῆς Γ΄ Πανορθοδόξου Προσυνοδικῆς Διασκέψεως-1986) σημειώνει ἐπ’ αὐτοῦ: «ἄλλο εἶναι τό θέμα τῆς κατ’ ἀρχήν καί ἐξ ἀντικειμένου ἀναγνώρισης τῶν μυστηρίων τῶν αἱρετικῶν καί σχισματικῶν καθ’ ἑαυτά, καί ἄλλη εἶναι ἡ περίπτωση τῆς εἰσδοχῆς τῶν μεταστρεφομένων  στήν ορθοδοξία ἑτεροδόξων μέ τά μυστήρια πού ἒχουν δεχθεῖ στήν ἑτερόδοξη ἐκκλησία, ἀπό τήν ὁποία προέρχονται»[19]. Ἐπίσης ὁ Μητροπολίτης Μεσσηνίας Χρυσόστομος (Σαββᾶτος) σέ Συνέδριο γιά τούς Ἱερούς Κανόνες (Βόλος, 10.5.2014) δήλωνε κατηγορηματικά ὃτι ἡ κατ’ οικονομία πράξη τῆς Ἐκκλησίας νά μήν ἀναβαπτίζει τούς προσερχομένους ἀπό ὁρισμένες αἱρέσεις «δέν συνεπάγετο καί τήν αὐτόματη ἀναγνώριση τῆς ἐγκυρότητος τῶν μυστηρίων, τοῦ βαπτίσματος καί τοῦ χρίσματος τῶν αἱρετικῶν ἤ τῶν σχισματικῶν … Ἡ κατ’ οἰκονομία ἀποδοχή τῆς ἐπιστροφῆς τῶν αἱρετικῶν δέν συνεπάγεται αὐτόματα τήν ἀναγνώριση ἤ τήν κοινωνία μετά τῶν αἱρετικῶν καί μάλιστα ἐν τοῖς μυστηρίοις»[20]. Ὁ ἀείμνηστος Γέρων Ἐφέσου καί ὁ Ἃγιος Μεσσηνίας τά λένε αὐτά . ὂχι ἐγώ…
«Μπορεῖ νά ὑπάρξει χάρις Θεοῦ ἐκτός Ἐκκλησίας;»
Εἰλικρινά θλίψη μᾶς προκαλοῦν τά ἐρωτήματα πού θέτει καί οἱ ἀπαντήσεις πού δίνει ὁ Θεοφιλέστατος γιά νά ἐπιχειρηματολογήσει ἐναντίον τοῦ κανόνος τοῦ Ἁγ. Κυπριανοῦ, ὁ ὁποῖος ἀρνεῖται τήν τελετουργική τῶν Ἱ. Μυστηρίων Χάρη τοῦ Ἁγ. Πνεύματος στήν αἵρεση. Ἐρωτᾶ ὁ Θεοφιλέστατος: «Μπορεῖ νά ὑπάρξει χάρις Θεοῦ ἐκτός Ἐκκλησίας;» καί ὁ ἴδιος ἀπαντᾶ: «Ἐάν ἡ δημιουργία καί ὅλοι οἱ ἄνθρωποι δέ βρίσκονται κάτω ἀπό τίς ἄκτιστες ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ, τότε τί σημαίνει ἡ φράση τοῦ Ἄπ. Παύλου πρός τούς Ἀθηναίους «ἐν αὐτῷ γάρ ζῶμεν καί κινούμεθα καί ἐσμέν»; Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός ἐπισημαίνει γιά τό Ἅγιο Πνεῦμα: «...κατά πάντα ὅμοιον τῷ Πατρί καί τῷ Υἱῷ, ἐκ τοῦ Πατρός ἐκπορευόμενον καί δι’ Υἱοῦ μεταδιδόμενον καί μεταλαμβανόμενον ὑπό πάσης τῆς κτίσεως καί δι’ ἑαυτοῦ κτῖζον καί οὐσιοῦν τά σύμπαντα καί ἁγιάζον καί συνέχον...»!
Τά ἐρωτήματα αὐτά καταδεικνύουν ὅτι δέν εἶναι, δυστυχῶς, κατανοητό, ὅπως εὔστοχα ἐπισημαίνει ὁ π. Πέτρος Χίρς, ὅτι «τό ἐπίμαχο θέμα [στήν ἐποχή τοῦ Ἁγ. Κυπριανοῦ] δὲν ἦταν κατὰ πόσον τὸ Πνεῦμα κινεῖται ἢ δὲν κινεῖται ἐντὸς τῆς κτίσεως ἢ ἐν τῷ μέσῳ τῶν ἀνθρώπων, γιὰ νὰ τοὺς ὁδηγήσει στὴν Ἀλήθειᾳ. Αὐτὸ δὲν ἦταν ἀμφισβητούμενο, καθότι ὁ Κύριος “πάντας ἀνθρώπους θέλει σωθῆναι καὶ εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν” (Α΄ Τιμ. 2, 4). Τὸ θέμα ἦταν ἡ παρουσία τῶν καθαρτικῶν, φωτιστικῶν καὶ θεοποιῶν ἐνεργειῶν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στὰ Μυστήρια καὶ ἐὰν δροῦν στὸ σχῖσμα καὶ στὴν αἵρεση. Τὸ θέμα ἦταν ἡ ἐνέργεια τῆς χάριτος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στὰ Μυστήρια καί, συνεπῶς, ἡ παρουσία τῆς Ἐκκλησίας ἀνάμεσα στοὺς σχισματικοὺς καὶ αἱρετικούς … Παρότι αὐτὴ ἡ ἐνέργεια (τοῦ Θεοῦ) εἶναι ἁπλή, μποροῦν νὰ γίνουν ἀντιληπτὲς κάποιες διαφορὲς ἀνάμεσα στὴν δημιουργικὴ ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ, τὴν προνοητικὴ ἐνέργεια, τὴν καθαρτική, τὴν φωτιστικὴ καὶ τὴν θεωτικὴ ἐνέργεια. “Μεταξὺ αὐτῶν τῶν μορφῶν τῆς μίας καὶ μόνης ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ δὲν ὑπάρχει ταυτότης. Ἂν ὑπῆρχε ταυτότης, τότε ὅλα τὰ κτίσματα θὰ μετεῖχαν π.χ. στὴν θεωτικὴ ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ”. Ἀπὸ τὴν ἐκκλησιαστικὴ ἐμπειρία τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ γνωρίζουμε, ὅτι ὑπάρχει διαφορὰ ἀνάμεσα στὴν φωτιστικὴ χάρη τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν θεωτικὴ χάρη τοῦ Θεοῦ. Τὸ γνωρίζουμε διότι δὲν ἔφθασαν ὅλοι στὴν Θέωση … Ἑπομένως ὅλοι οἱ ἄνθρωποι, ἀνεξαρτήτως προελεύσεως ἢ πεποιθήσεων, συμμετέχουν στὶς δημιουργικές, συνεκτικὲς καὶ προνοητικὲς ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ, χωρὶς τὶς ὁποῖες ὁ κόσμος θὰ ἔπαυε νὰ ὑπάρχει. Ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔννοια καὶ μόνον ὑπάρχει μία διαφοροποιημένη μετοχὴ γιὰ τοὺς σχισματικοὺς καὶ αἱρετικούς, ὄχι στὴν ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως ὑπέθεταν ὁ Congar καὶ οἱ συνάδελφοί του, ἀλλὰ στὶς θεῖες Ἐνέργειες – δημιουργικές, συνεκτικὲς καὶ προνοητικές. Ὡστόσο αὐτὴ ἡ μετοχὴ δὲν τοὺς καθιστᾶ μέλη τῆς Ἐκκλησίας. Διότι, αὐτοί, μὴ ἐκπληρώνοντας τὶς ἀπαραίτητες προϋποθέσεις γιὰ μετοχὴ στὴν Ἐκκλησία, δὲν μετέχουν στὶς καθαρτικές, φωτιστικὲς καὶ θεωτικὲς ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ»[21].
 «Πλήρης Ἐκκλησία» καί «Ἐκκλησία τῶν «πονηρευομένων».
Τά ἀδιέξοδα τῆς “περιεκτικῆς ἐκκλησιολογίας” εἶναι ἐμφανῆ στό ἴδιο τό κείμενο τοῦ Θεοφιλεστάτου:
α) Ἀναφερόμενος στά μέλη τοῦ ΠΣΕ σημειώνει ὁ Θεοφιλέστατος: «Τό γεγονός ὅτι ἐνδεχομένως ἀναγνωρισθεῖ ὁ ἐκκλησιαστικός χαρακτήρας μιᾶς τέτοιας κοινότητας δέ θίγει σέ τίποτα τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία πού διατηρεῖ τήν αὐτοσυνειδησία ὅτι εἶναι ἡ Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία. Ὑπό αὐτή τήν ἔννοια τίποτα δέν μᾶς ἐμποδίζει νά ὀνομάσουμε αὐτές τίς χριστιανικές κοινότητες Ἐκκλησία, ὅπως τό κάνει ἄλλωστε καί ...  οἱ πατέρες τῆς Ζ’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου πού κάνουν λόγο γιά Ἐκκλησία τῶν «πονηρευομένων», ὄχι ἁπλά ἐξ αἰτίας τῆς κακοδοξίας τῶν εἰκονομάχων».
 Νομίζω ὅτι ὑπό αὐτή τήν ἔννοια δέν θά ἔχει κανένας ἀντίρρηση νά χαρακτηριστοῦν στό κείμενο τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου οἱ αἱρετικές κοινότητες ὡς «Ἐκκλησίες», μέ τήν ἀπαραίτητη διευκρίνηση τοῦ Θεοφιλεστάτου ὅτι πρόκειται περί «Ἐκκλησίας τῶν «πονηρευομένων». Ἔτσι θά ἀκολουθήσουμε καί στό γράμμα καί στό πνεῦμα τούς Πατέρες τῆς Ζ΄ Οἰκουμενικῆς . ἄλλωστε οἱ περισσότεροι προτεστάντες εἰκονομάχοι δέν εἶναι;
β) Στήν παράγραφο 4  τῶν συμπερασμάτων του ὁ Θεοφιλέστατος γράφει: «Οἱ χριστιανικές αὐτές κοινότητες, παρά τόν ἐκκλησιαστικό τους χαρακτήρα, δέν ἀποτελοῦν τήν «πλήρη» Ἐκκλησία ... Κατά συνέπεια ἡ χρήση τοῦ ὃρου Ἐκκλησία γι’ αὐτές δέν τίς ἐξομοιώνει μέ τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία».
i) Διερωτῶμαι ὁ ὅρος «πλήρης Ἐκκλησία» ἐκφέρεται σέ ἀντιδιαστολή πρός τό  «ὀλίγον Ἐκκλησία»; Μέ συγχωρεῖτε, ἀλλά ὅση σοβαρότητα ἔχoυν οἱ φράσεις «πλήρης ἔγκυος» καί «ὀλίγον ἔγκυος» ἄλλο τόση ἔχει καί ἡ φράση «πλήρης Ἐκκλησία» - ἄν θέλουμε νά εἴμαστε εἰλικρινεῖς. Μπορεί ἡ Ἐκκλησία νά μήν εἶναι «πλήρης»; Τί ἐκκλησιολογία εἶναι αὐτή; Ἡ Ἐκκλησία δέν ταυτίζεται μέ τήν πληρότητα καί καθολικότητα; Ἀν εἶναι Ἐκκλησία εἶναι «πλήρης», ἄν δεν εἶναι «πλήρης» δεν είναι Ἐκκλησία.
ii) Καί μόνο ἀπό τή φράση «πλήρης» Ἐκκλησία» εἶναι προφανής ὁ ἐπηρεασμός ἀπό τά κείμενα τῆς Β΄ Βατικανῆς ὄχι μόνο στίς νέες ἐκκλησιολογικές ἰδέες περί περιεκτικῆς ἐκκλησιολογίας  ἀλλά ἀκόμα καί στή διατύπωση τῆς νέας ἐκκλησιολογίας. Οἱ ὅροι «πλήρης» ἤ «ἐλλιπῆς» Ἐκκλησία καί ἡ ἐκ τούτων προβληματική εἶναι βατικάνειος. Οὐδέποτε, ἐξ ὅσων γνωρίζω, χρησιμοποιήθηκε στήν ὀρθόδοξη πατερική παράδοση. Ὑπάρχει ἐπ’ αὐτοῦ ἀντίρρηση;
Ἐκκλησία  καί “ἐκκλησίες”
Εἶναι γνωστό ὃτι ὁ ὅρος “ἐκκλησία” εἶναι πολυσήμαντος:  Ὅταν προσεγγίζουμε γεγονότα ἀπό ἱστορικῆς, νομικῆς, κοινωνιολογικῆς κοκ πλευρᾶς γίνεται ἀσφαλῶς καί ἡ ἀνάλογη χρήση τοῦ ὃρου «ἐκκλησία», ὁπότε ἀναφερόμαστε σέ ἁπλή θρησκευτική κοινότητα ἤ θρησκευτική συνάθροιση, ἡ ὁποία πόρρῳ ἀπέχει ἀπό τήν αὐστηρή θεολογική ἔννοια τῆς λέξεως «ἐκκλησία». Ὑπό αὐτή τήν ἔννοια ἔχουμε ἑκατοντάδες ἐκκλησίες, πού καλύπτουν ἕνα μεγάλο τμῆμα τῆς θρησκευτικῆς ἔκφρασης καί ὀργάνωσης σέ παγκόσμιο ἐπίπεδο. Σέ αὐτή τήν περίπτωση εἶναι προφανές ὅτι δέν ὑπάρχει κανένα κριτήριο γιά τό χαρακτηρισμό μιᾶς κοινότητος ὡς «ἐκκλησία», ἀλλά προέχει ὁ αὐτοπροσδιορισμός της : ἡ κάθε κοινότητα, ἤ ὁμάδα εἶναι «ἐκκλησία», ἐπειδή ἔτσι θέλει καί αὐτοχαρακτηρίζεται.
Στήν ἀμιγῶς θεολογική γλώσσα, στήν Ὀρθόδοξη ἐκκλησιολογία, μέ τόν ὃρο «Ἐκκλησία» προσδιορίζεται ἀποκλειστικά καί μόνο τό ἴδιο τό Σῶμα τοῦ Σαρκωθέντος Θεοῦ Λόγου, ἡ Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ.
Τά κείμενα τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου πρέπει νά εἶναι δογματικά κείμενα πού θά προσδιορίζουν καί θά ἐκφράζουν τήν πίστη τῆς Ἐκκλησίας. Σέ αὐτοῦ τοῦ ἐπιπέδου τά κείμενα ὁ ὅρος «Ἐκκλησία» εἶναι αὐστηρά μονοσήμαντος καί προσδιορίζει –  ὅπως ἀναφέρθηκε – ἀποκλειστικά καί μόνο τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, τό ὁποῖο ἔχει ὡς κεφαλή Του τόν ἴδιο τόν Χριστό . τίποτα λιγότερο, ἀλλά καί τίποτα περισσότερο! Κάθε τί τό ὁποῖο ἀνήκει σέ αὐτό τό Θεανθρώπινο Σῶμα εἶναι Ἐκκλησία, ὅ,τι δέν ἀνήκει σέ Αὐτό, δέν εἶναι Ἐκκλησία! Ἀπό αὐτή τή βασική καί θεμελιώδη θεολογική ἀρχή, ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἶναι τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, δηλ. ὁ ἴδιος ὁ Χριστός, προέρχονται καί οἱ βασικές ἰδιότητες τῆς Ἐκκλησίας :
·      Μία, διότι δέ νοεῖται τεμαχισμός ἤ διχασμός στό ἄχραντο Σῶμα τοῦ Χριστοῦ,
·      Ἁγία, διότι εἶναι ἡ Πανάμωμος Νύμφη τοῦ Λυτρωτοῦ, τήν ὁποία ὁ ἴδιος ὁ Κύριος παρέστησε «ἑαυτῷ ἔνδοξον … μή ἔχουσαν σπίλον ἤ ρυτίδα ἤ τί τῶν τοιούτων ἀλλ’ ἵνα ᾖ ἁγία καί ἄμωμος» (Ἐφεσ. 5, 27). Μάλιστα ἡ κάθαρση αὐτή ἔγινε μέ τό Ἄχραντο Δεσποτικό Του Αἷμα.
·      Καθολική, διότι, ὄντας «ὁ Χριστός παρατεινόμενος εἰς τούς αἰώνας», εἶναι ὁ ἀποκλειστικός ἐκφραστής τῆς καθολικῆς Ἀλήθειας καί ἡ προοπτική της ἐκτείνεται σέ ὁλόκληρη τή δημιουργία καί
·      Ἀποστολική, διότι εἶναι ὁ ἀποκλειστικός φορέας τῆς Ἀποστολικῆς Διδαχῆς καί τῆς Ἀποστολικῆς Διαδοχῆς, τίς ὁποῖες καί διασώζει καί μεταδίδει μέσα στούς αἰῶνες.
Μέ βάση τά ἀνωτέρω :
α) Εἶναι προφανές ὅτι ἀπό θεολογικῆς ἀπόψεως ἡ ὕπαρξη πολλῶν Ἐκκλησιῶν εἶναι ἐντελῶς ἀδιανόητη, ἐκτός ἐάν ἀναφερόμαστε στίς Τοπικές Ἐκκλησίες, τίς κατά τόπους φανερώσεις τῆς Μίας Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ.
β) Δέ νοεῖται στήν Ἐκκλησία τό ὁποιοδήποτε ψεγάδι ἤ λάθος. Αὐτό σημαίνει ὅτι ἡ Ἐκκλησία κατέχει καί κηρύττει τήν πληρότητα τῆς Θ. Ἀποκαλύψεως, τήν παραδεδομένη Ἀποστολική Διδαχή, δηλ. τήν Ἀλήθεια. Εἶναι ἐντελῶς ἀδιανόητο τό παραμικρό λάθος σέ θέματα πίστεως. Τά μέλη τῆς Ἐκκλησίας ἀσφαλῶς καί μπορεῖ νά σφάλλουν . ποτέ ὅμως ἡ Ἐκκλησία δέ μπορεῖ νά διατυπώσει ὡς δόγμα πίστεως ὑποχρεωτικό γιά τή σωτηρία, τό ὁποῖο ἀργότερα νά … ἀνακαλέσει ὡς ἐσφαλμένο. Ἡ ὕπαρξη λανθασμένης διδασκαλίας, ἐσφαλμένου δόγματος, ἀκυρώνει τίς βασικές ἰδιότητές Της, ἀκυρώνει τήν ἴδια τήν ὕπαρξή Της:
·      παύει ἡ Ἐκκλησία νά εἶναι Ἁγία – ὡς «ἔχουσα σπίλον ἤ ρυτίδα» ψευδοδιδασκαλίας. 
·      παύει ἡ Ἐκκλησία νά εἶναι Καθολική – ὡς μή κατέχουσα τό πλήρωμα τῆς Ἀληθείας. 
·      παύει ἡ Ἐκκλησία νά εἶναι Ἀποστολική – διότι πλέον δέν κατέχει καί δέν μεταδίδει τήν ἀνόθευτη Ἀποστολική Διδαχή, ἀλλά ψευδοδιδασκαλίες.
·      Παύει τελικά νά εἶναι ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ.
γ) Ἡ Ἀποστολική Διδαχή, δηλ. ἡ πίστη καί διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας, δέν ἐπιδέχεται ἐκ μέρους τῶν πιστῶν ἀμφισβήτηση ἤ ἄρνηση. Ὅποιος, ἀνεξάρτητα μέ τό βαθμό πού ἔχει,  συνειδητά καί συστηματικά ἀρνεῖται τό ὁποιοδήποτε δόγμα πίστεως τῆς Ἐκκλησίας δέν μπορεῖ νά παραμένει μέλος Της. Ἡ Ἐκκλησία ἐκφράζεται ἀλαθήτως στίς Οἰκουμενικές Συνόδους. Ἡ Σύνοδος πού θά χαρακτηριστεῖ ἀπό τήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ ὡς «Οἰκουμενική» εἶναι ταυτόχρονα σέ θέματα πίστεως ἀλάθητη. Εἶναι ἐντελῶς ἀδιανόητη γιά ἕνα πιστό ἡ ἄρνηση τῶν δογματικῶν ἀποφάσεων μιᾶς Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Ἄν συμβεῖ αὐτό, ὁ πιστός αὐτός δέν μπορεῖ νά παραμείνει μέλος τῆς Ἐκκλησίας.
δ) Ἡ ἀπόλυτη ἀναίρεση τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἡ αἵρεση, δηλ. ἡ συνειδητή ἄρνηση τῆς καθολικότητας τῆς Ἀλήθειας. Γι’ αὐτό Ἐκκλησία καί αἵρεση εἶναι δύο ἔννοιες ἀπολύτως ἀσυμβίβαστες : Ἡ Ἐκκλησία ἐκφράζει τήν καθολικότητα . ἡ αἵρεση εἶναι ἡ ἄρνησή της.  Ἡ Ἐκκλησία εἶναι τό φῶς . ἡ αἵρεση τό σκοτάδι. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἡ σωτηρία . ἡ αἵρεση ἡ ἀπώλεια. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἡ θεοσέβεια . ἡ αἵρεση εἶναι ἀθεΐα. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἡ εὐθεία ὁδός . ἡ αἵρεση ἡ «στρεβλότης». Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Χριστός .  ἡ αἵρεση ὁ ἀντίχριστος. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἡ Ἀλήθεια τοῦ Χριστοῦ . ἡ αἵρεση ἡ δαιμονική πλάνη.
Οἱ ἀποφάσεις τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων χρησιμοποιοῦν γιά τήν αἵρεση πολύ σκληρές ἐκφράσεις γιά νά καταδειχθεῖ τό πόσο φρικτή καί ἀπαίσια κατάσταση εἶναι. Μεταξύ ἄλλων χαρακτηρίζεται ὡς «φαυλότης φέρουσα τόν ὄλεθρον», «ἐλεεινή πλάνη» στήν ὁποία «κατεδέθησαν» οἱ αἱρετικοί, «μεμιασμένη κοινωνία», «ρίζα πικρίας», «μίασμα γέγονε τῇ καθολικῇ Ἐκκλησίᾳ, ἡ τῶν χριστιανοκατηγόρων αἵρεσις». Ἐπίσης, ἡ αἵρεση «ἐγκαταλείπουσα» ἀμέσως ἤ ἐμμέσως «τόν  Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν τόν Υἱόν τοῦ Θεοῦ» καταντᾶ «κεκρυμμένη εἰδωλολατρία» καί ἀθεΐα καί γι’ αὐτό ὁ ἀκολουθῶν αὐτῇ «τοῦ χριστιανικοῦ καταλόγου, ὡς ἀλλότριος ἐξωθείσθω καί ἐκπιπέπτω».
Εἶναι λοιπόν ἀδύνατον στήν Μία Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ νά ἐντάσσονται  αἱρέσεις ἤ πλάνες.
Εἶναι λοιπόν ἀδύνατη ἡ ἀναγνώριση τῆς κακόδοξης «περιεκτικῆς ἐκκλησιολογίας»  τῆς Β΄ Βατικανῆς ὡς Ὀρθοδόξου δογματικῆς διδασκαλίας στήν Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδο τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.
Ἐλπίζουμε, εὐχόμαστε καί προσευχόμαστε ἡ Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος νά ἀναδειχθεῖ ἂξια τοῦ ὀνόματός της καί νά ὀρθοτομήσει τόν λόγον τῆς Χριστοῦ ἀληθείας. Μόνο ἒτσι θά διατρανώσει τήν ἑνότητα τῆς Ὀρθοδοξίας μας.


[1] http://www.romfea.gr/katigories/10-apopseis/8579-abudou-kurillos-empisteuomai-tin-ekklisia. Ἀπάντηση στό ἄρθρο συνέταξε τό ἐπί τῶν αἱρέσεων καί τῶν παραθρησκειῶν Γραφεῖο τῆς Ἱ. Μητροπόλεως Πειραιῶς (http://www.romfea.gr/diafora/8729-i-impeiraios-gia-to-keimeno-tou-episkopou-abudou-kurillou). Στήν ἀντα-πάντησή του ὁ Θεοφιλέστατος Ἀβύδου (http://www.romfea.gr/katigories/10-apopseis/8897-apantisi-abudou-sto-grafeio-aireseon-tis-im-peiraios) ἀναφέρεται σέ «ἐκ Πατρῶν ὑποβολέα» τοῦ κειμένου τοῦ Γραφείου. Θά περιμέναμε νά εἶναι σαφέστερος ὁ Ἃγιος Ἀβύδου, ἀλλά εἶναι προφανές ὃτι  δέν ὑπονοεῖ ἐμένα (ὃπως κάποιοι ὑπέθεσαν), διότι, ἐκτός τῶν ἂλλων, ὡς ἒγκριτος πανεπιστημιακός, γνωρίζει πολύ καλά καί μπορεῖ νά διακρίνει τό ὓφος γραφῆς…

[2] Ἐπιστολή 114, «τοῖς ἐν Ταρσῷ περί Κυριακόν»,   PG 32, 528-529.
[3] Γράφει ἐπὶ λέξει ὁ Μ. Βασίλειος : «Συντυχῶν  τοίνυν τοῖς ἀδελφοῖς, καὶ θεασάμενος αὐτῶν πολὺ μὲν τὸ φιλάδελφον καὶ τὸ περὶ ὑμᾶς ἀγαπητόν, πολλῷ δὲ ἔτι πλέον  τὸ φιλόχριστον καὶ τὸ περὶ τὴν πίστιν ἀκριβές τε καὶ εὔτονον . καὶ ὅτι πολλὴν ἀμφοτέρων ποιοῦνται σπουδήν, τῆς τε ὑμετέρας ἀγάπης μὴ χωρίζεσθαι, καὶ τὴν ὑγιαίνουσαν πίστιν μὴ καταπροδοῦναι . ἀποδεξάμενος αὐτῶν  τὴν ἀγαθὴν προαίρεσιν ἐπιστέλλω τῇ σεμνότητι ὑμῶν, παρακαλῶν πάσῃ ἀγάπῃ ἔχειν αὐτοὺς ἠνωμένους γνησίως, καὶ πάσης ἐκκλησιαστικῆς φροντίδος κοινωνοὺς … αὐτὸς γὰρ ἐγγυῶμαι τὸ μέρος τῶν ἀδελφῶν, ὡς εἰς οὐδὲν ἀντεροῦσιν, ἀλλὰ πᾶσαν ὑμῖν ἐπιδείξονται εὐταξίας ὑπερβολήν», αὐτόθι.
[4]  V. Laurent, Les “Memoires”…Sylvestre Syropoulos,  Paris 1971, σ. 258.
[5]  V. Laurent, Les “Memoires”…Sylvestre Syropoulos,  Paris 1971, σ. 280.
[6]  V. Laurent, Les “Memoires”…Sylvestre Syropoulos,  Paris 1971, σ. 444.
[7]  Ἰ. Καρμίρη, Τὰ Δογματικὰ καὶ Συμβολικὰ Μνημεῖα τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, τόμ. Β´, Graz-Austria 19682, σ. 353-362.
[8]   κε΄ Συνεδρίαση τῆς Συνόδου Φεράρας -Φλωρεντίας , στό :  Πηδάλιον… εκδ. Ρηγόπουλος, Θεσσαλονίκη, 1991, σ. 55.
[9]  «Ἐν κοινοβουλίῳ ὄντες, ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, ἀνέγνωμεν γράμματα ἀφ’ ὑμῶν σταλέντα περὶ τῶν παρὰ τοῖς αἱρετικοῖς, ἢ σχισματικοῖς δοκούντων βεβαπτίσθαι, ἐρχομένων πρὸς τὴν καθολικὴν Ἐκκλησίαν, ἥτις ἐστὶ μία, ἐν ᾗ βαπτιζόμεθα καὶ ἀναγεννώμεθα. Περὶ ὧν καὶ πεποίθαμεν, καὶ ὑμᾶς αὐτοὺς ἐκεῖνα πράττοντας, τὴν στερρότητα τοῦ τῆς καθολικῆς ἐκκλησίας κανόνος κρατεῖν. Ὅμως ἐπεὶ συγκοινωνοὶ ἡμῶν ἐστε καὶ ζητῆσαι περὶ τούτου διὰ τὴν κοινὴν ἀγάπην ἠθελήσατε, οὐ πρόσφατον γνώμην, οὐδὲ νῦν ἡδρασμένην προσφέρομεν, ἀλλὰ τὴν πάλαι ὑπὸ τῶν προγενεστέρων ἡμῶν μετὰ πάσης ἀκριβείας καὶ ἐπιμελείας δεδοκιμασμένην, καὶ ὑφ’ ἡμῶν παρατηρηθεῖσαν, κοινούμεθα ὑμῖν καὶ συζεύγνυμεν, τοῦτο καὶ νῦν χειροτονοῦντες, ὅπερ διὰ παντὸς ἰσχυρῶς καὶ ἀσφαλῶς κρατοῦμεν, μηδένα βαπτίζεσθαι δύνασθαι ἔξω τῆς καθολικῆς ἐκκλησίας, ἑνὸς ὄντος βαπτίσματος καὶ ἐν μόνῃ τῇ καθολικῇ ἐκκλησίᾳ ὑπάρχοντος. Γέγραπται γάρ· Ἐμὲ ἐγκατέλιπον, πηγὴν ὕδατος ζῶντος, καὶ ὤρυξαν ἑαυτοῖς λάκκους συντετριμμένους, τοὺς μὴ δυναμένους ὕδωρ συσχεῖν. Καὶ πάλιν, ἡ ἁγία Γραφὴ προμηνύουσα λέγει· Ἀπὸ ὕδατος ἀλλοτρίου ἀπέχεσθε καὶ ἀπὸ πηγῆς ἀλλοτρίας μὴ πίητε. Δεῖ δὲ καθαρίζεσθαι καὶ ἁγιάζεσθαι τὸ ὕδωρ πρῶτον ὑπὸ τοῦ ἱερέως, ἵνα δυνηθῇ τῷ ἰδίῳ βαπτίσματι τὰς ἁμαρτίας τοῦ βαπτιζομένου ἀνθρώπου ἀποσμῆξαι. Διά τε Ἰεζεκιήλ τοῦ προφήτου λέγει Κύριος· Καί ῥαντίσω ὑμᾶς καθαρῷ ὕδατι καὶ καθαριῶ ὑμᾶς, καὶ δώσω ὑμῖν καρδίαν καινὴν, καὶ πνεῦμα καινὸν δώσω ὑμῖν. Πῶς δὲ δύναται καθαρίσαι καὶ ἁγιάσαι ὕδωρ ὁ ἀκάθαρτος ὢν αὐτὸς, καὶ παρ’ ᾧ Πνεῦμα ἅγιον οὐκ ἔστι, λέγοντος τοῦ Κυρίου ἐν τοῖς Ἀριθμοῖς· Καὶ πάντων ὧν ἅψεται ὁ ἀκάθαρτος, ἀκάθαρτα ἔσται; Πῶς βαπτίζων δύναται ἄλλῳ δοῦναι ἄφεσιν ἁμαρτιῶν ὁ μὴ δυνηθεὶς τὰ ἴδια ἁμαρτήματα ἔξω τῆς ἐκκλησίας ἀποθέσθαι; Ἀλλὰ καὶ αὐτὴ ἡ ἐρώτησις, ἡ ἐν τῷ βαπτίσματι γενομένη, μάρτυς ἐστὶ τῆς ἀληθείας· λέγοντες γὰρ τῷ ἐξεταζομένῳ· Πιστεύεις αἰώνιον ζωὴν καὶ ἄφεσιν ἁμαρτιῶν λαμβάνειν; οὐκ ἄλλο τι λέγομεν, εἰ μὴ ὅ,τι ἐν τῇ καθολικῇ ἐκκλησίᾳ δοθῆναι δύναται. Παρὰ δὲ τοῖς αἱρετικοῖς, ὅπου ἐκκλησία οὐκ ἔστιν, ἀδύνατον ἁμαρτημάτων ἄφεσιν λαβεῖν. Καὶ διὰ τοῦτο οἱ τῶν αἱρετικῶν συνήγοροι ἢ τὴν ἐπερώτησιν ἐναλλάξαι ὀφείλουσιν ἢ τὴν ἀλήθειαν ἐκδικῆσαι, εἰμή τι αὐτοῖς καὶ τὴν ἐκκλησίαν προσνέμουσιν, οὓς βάπτισμα ἔχειν διαβεβαιοῦνται. Ἀνάγκη δέ ἐστι καὶ χρίεσθαι τὸν βεβαπτισμένον, ἵνα, λαβὼν χρῖσμα, μέτοχος γένηται Χριστοῦ· ἁγιάσαι δὲ ἔλαιον οὐ δύναται ὁ αἱρετικός, ὁ μήτε θυσιαστήριον ἔχων, μήτε ἐκκλησίαν· ὅθεν οὐ δύναται χρίσμα τὸ παράπαν παρὰ τοῖς αἱρετικοῖς εἶναι. Πρόδηλον γάρ ἐστιν ἡμῖν, μηδαμῶς δύνασθαι παρ’ ἐκείνοις ἁγιάζεσθαι ἔλαιον εἰς εὐχαριστίαν. Εἰδέναι γὰρ καὶ μὴ ἀγνοεῖν ὀφείλομεν, ὅτι γέγραπται· Ἔλαιον ἁμαρτωλοῦ μὴ λιπανάτω τὴν κεφαλήν μου· ὃ δὴ καὶ πάλαι ἐμήνυσε τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον ἐν ψαλμοῖς. Μήπως, ἐξιχνιασθείς τις καὶ ἀπὸ τῆς εὐθείας ὁδοῦ πλανηθείς, παρὰ τοῖς αἱρετικοῖς, τοῖς τοῦ Χριστοῦ ἀντιπάλοις, χρισθῇ. Πῶς δὲ εὔξεται ὑπὲρ τοῦ βαπτισθέντος οὐχὶ ἱερεύς, ἀλλ’ ἱερόσυλος καὶ ἁμαρτωλός, λεγούσης τῆς Γραφῆς, ὅτι Ὁ Θεὸς ἁμαρτωλῶν οὐκ ἀκούει, ἀλλ’ ἐάν τις θεοσεβὴς ᾖ καὶ τὸ θέλημα αὐτοῦ ποιῇ, τούτου ἀκούει; Διὰ τῆς ἁγίας ἐκκλησίας νοοῦμεν ἄφεσιν ἁμαρτιῶν· τίς δὲ δύναται δοῦναι, ὅπερ αὐτὸς οὐκ ἔχει; ἢ πῶς δύναται πνευματικὰ ἐργάζεσθαι ὁ ἀποβαλὼν Πνεῦμα ἅγιον; Διὰ τοῦτο καὶ ἀνανεοῦσθαι ὀφείλει ὁ πρὸς τὴν ἐκκλησίαν ἐρχόμενος, ἵνα ἔσω διὰ τῶν ἁγίων ἁγιασθῇ, γέγραπται γὰρ ὅτι· Ἅγιοι ἔσεσθε, καθὼς ἐγὼ ἅγιός εἰμι, λέγει Κύριος· ἵνα καὶ ὁ πλάνῃ βουκοληθεὶς ἐν τῷ ἀληθεῖ καὶ ἐκκλησιαστικῷ βαπτίσματι καὶ αὐτὸς τοῦτο ἀποδύσηται, ὅστις πρὸς Θεὸν ἐρχόμενος ἄνθρωπος καὶ ἱερέα ἐπιζητῶν, ἐν πλάνῃ εὑρεθείς, ἱεροσύλῳ προσέπεσε. Δοκιμάζειν γάρ ἐστι τὸ τῶν αἱρετικῶν καὶ σχισματικῶν βάπτισμα, τὸ συνευδοκεῖν τοῖς ὑπ’ ἐκείνων βεβαπτισμένοις. Οὐ γὰρ δύναται ἐν μέρει ὑπερισχύειν· εἰ ἠδυνήθη βαπτίσαι, ἴσχυε καὶ ἅγιον Πνεῦμα δοῦναι· εἰ οὐκ ἠδυνήθη, ὅτι, ἔξω ὤν, Πνεῦμα ἅγιον οὐκ ἔχει, οὐ δύναται τὸν ἐρχόμενον βαπτίσαι, ἑνὸς ὄντος τοῦ βαπτίσματος καὶ ἑνὸς ὄντος τοῦ ἁγίου Πνεύματος καὶ μιᾶς ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ τοῦ Κυρίου ἡμῶν, ἐπάνω Πέτρου τοῦ Ἀποστόλου, ἀρχῆθεν λέγοντος, τῆς ἑνότητος τεθεμελιωμένης· καὶ διὰ τοῦτο τὰ ὑπ’ αὐτῶν γινόμενα, ψευδῆ καὶ κενὰ ὑπάρχοντα, πάντα ἐστὶν ἀδόκιμα. Οὐ γὰρ δύναταί τι δεκτὸν καὶ αἱρετὸν εἶναι παρὰ τῷ Θεῷ τῶν ὑπ’ ἐκείνων γινομένων, οὓς ὁ Κύριος πολεμίους καὶ ἀντιπάλους αὐτοῦ λέγει ἐν τοῖς Εὐαγγελίοις· Ὁ μὴ ὢν μετ’ ἐμοῦ κατ’ ἐμοῦ ἐστι, καὶ ὁ μὴ συνάγων μετ’ ἐμοῦ σκορπίζει. Καὶ ὁ μακάριος Ἀπόστολος Ἰωάννης, ἐντολὰς Κυρίου τηρῶν, ἐν τῇ ἐπιστολῆ προέγραψεν· Ἠκούσατε, ὅτι ὁ ἀντίχριστος ἔρχεται, καὶ νῦν δὲ ἀντίχριστοι πολλοὶ γεγόνασιν· ὅθεν γινώσκομεν, ὅτι ἐσχάτη ὥρα ἐστίν. Ἐξ ἡμῶν ἐξῆλθον, ἀλλ’ οὐκ ἦσαν ἐξ ἡμῶν. Ὅθεν καὶ ἡμεῖς συνιέναι ὀφείλομεν καὶ νοεῖν, ὡς οἱ ἐχθροὶ Κυρίου καὶ οἱ ἀντίχριστοι ὠνομασμένοι, δυνατοὶ οὐκ εἶεν χάριν δοῦναι τῷ Κυρίῳ. Καὶ διὰ τοῦτο ἡμεῖς οἱ σὺν Κυρίῳ ὄντες καὶ ἑνότητα Κυρίου κρατοῦντες καὶ κατὰ τὴν ἀξίαν αὐτοῦ χορηγούμενοι, τὴν ἱερατείαν αὐτοῦ ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ λειτουργοῦντες, ὅσα οἱ ἀντικείμενοι αὐτῷ, τουτέστι πολέμιοι καὶ ἀντίχριστοι, ποιοῦσιν ἀποδοκιμάσαι καὶ ἀποποιῆσαι καὶ ἀπορρίψαι καὶ ὡς βέβηλα ἔχειν ὀφείλομεν. Καὶ τοῖς ἀπὸ πλάνης καὶ στρεβλότητος ἐρχομένοις, ἐπὶ γνώσει τῆς ἀληθινῆς καὶ ἐκκλησιαστικῆς πίστεως, δοῦναι καθόλου θείας δυνάμεως μυστήριον, ἑνότητός τε, καὶ πίστεως, καὶ ἀληθείας».
[10] Γ. Φλωροφσκι, Tὸ Σῶμα τοῦ ζῶντος Χριστοῦ. Μία ὀρθόδοξη ἑρμηνεία τῆς Ἐκκλησίας, μτφρ. Ἰ. Παπαδοπούλου, ἐκδ. Ἁρμὸς, Θεσσαλονίκη 1972, σ. 131-132. Κριτικὴ στὸ ἄρθρο τοῦ π. Γ. Φλωρόφσκυ στὸ Αθ. Γιεφτιτσ, «Ὁ π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ περὶ τῶν ὁρίων τῆς Ἐκκλησίας», Θεολογία, 81 (2010) 137-158. βλ. καὶ Β. Τσιγκοσ, Θεσμικὴ καὶ χαρισματικὴ διάσταση τῆς ἐκκλησίας, Ἡ ἑνότητα χριστολογίας καὶ πνευματολογίας στήν ἐκκλησιολογία Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, ἐκδ. Πουρναρᾶς, Θεσσαλονίκη 2010, σ. 96-114. Ἰδιαίτερα ἐνδιαφέρουσες εἶναι ἐπ’ αὐτοῦ οἱ παρατηρήσεις τοῦ π. Πέτρου Heers: «Ἑπομένως δὲν ὑπάρχει βάση γιὰ τὸ ἐπιχείρημα μίας μυστηριακῆς ἐνεργείας ἐκτὸς τῶν “ὁρατῶν ὁρίων” τῆς Ἐκκλησίας, διότι κάτι τέτοιο ὑπονοεῖ τὴν ὕπαρξη “ἀοράτων ὁρίων” τῆς Ἐκκλησίας, ἢ τὴν ὕπαρξη ἑνὸς μέρους τῆς Ἐκκλησίας ἐπὶ τῆς γῆς, ποὺ εἶναι ἀόρατο (LG 8b, 15 καὶ UR 3a, 3d). Διότι, ἐὰν ὑπάρχουν “ἀόρατα ὅρια” τῆς Ἐκκλησίας, πῶς μποροῦν αὐτὰ νὰ προσδιοριστοῦν; Ἂν δὲ εἶναι ἀπροσδιόριστα, τότε πῶς μποροῦν νὰ εἶναι ὅρια; Τὸ ἴδιο πρόβλημα ἰσχύει καὶ γιὰ τὴν ἰδέα μιᾶς ”ὁρατῆς ἑνότητας” τῆς Ἐκκλησίας, ὡς νὰ ἦταν δυνατὸν νὰ ὑπάρξει μία ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας ποὺ εἶναι ἀόρατη καὶ ἀπροσδιόριστη. Τὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ εἶναι “ἐν τῷ κόσμῳ” (Ἰωάν. 1,10) ὡς τὸ ”φῶς τοῦ κόσμου” (Ἰωάν. 9, 5), τὸ ὁποῖο “οὐ δύναται κρυβῆναι” (Ματθ. 5, 14). Ἡ ἑνότητα ἀποτελεῖ τὸ ἴδιο τὸ “εἶναι” τῆς Ἐκκλησίας καὶ συνυφαίνεται μὲ τὸ γεγονὸς ὅτι Αὐτὴ εἶναι τὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ποὺ συνίσταται ἀπὸ σάρκα καὶ αἷμα καὶ κατοικεῖ “ἐν τῷ κόσμῳ” (Ἰωάν. 1, 14)». Πρωτ. Π. Χιρσ, Ἡ ἐκκλησιολογικὴ ἀναθεώρηση της Β΄ Βατικανής, Θεσσαλονίκη 2014, σ. 182 κ.ἑξ.
[11] Ιω. Ζηζιουλασ, Ἡ ἑνότης τῆς Ἐκκλησίας ἐν τῇ Θ. Εὐχαριστίᾳ καὶ τῷ Ἐπισκόπῳ κατὰ τοὺς τρεῖς πρώτους αἰῶνας, ἔκδ. Γρηγόρη, ἐν Ἀθήναις  19902, σ. 131-132, Πρωτ. Π. Χιρσ, Ἡ ἐκκλησιολογικὴ ἀναθεώρηση, σ. 75-89, 95-97, 166-167.
[12]  Π. Μενεβισογλου, Ἱστορικὴ εἰσαγωγὴ εἰς τοὺς Κανόνας τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἔκδ. Ἱ. Μ. Σουηδίας καὶ πάσης Σκανδιναβίας, Στοκχόλμη 1990, σ. 68, ὑποσ. 5 καὶ σ. 69-83.
[13]  Σπ. Μήλιας,  Πρακτικὰ τῶν Ἁγίων καὶ Οἰκουμενικῶν Συνόδων, ἔκδ. Καλύβης Τιμίου Προδρόμου Ἱερᾶς Σκήτης Ἁγίας Ἄννης, Ἅγ. Ὅρος, τ. Α΄ (1981), πανομοιότυπος ἀνατύπωσις τῆς ἐκδόσεως  1761, 1763, σ. 184-190, Mansi 1, 967A-991C, Γ. Α. Ράλλη- Μ. Ποτλῆ, Σύνταγμα τῶν θείων καὶ ἱερῶν Κανόνων τῶν τε Ἁγίων καὶ πανευφήμων Ἀποστόλων, καὶ τῶν ἱερῶν Οἰκουμενικῶν καὶ Τοπικῶν Συνόδων καὶ τῶν κατὰ μέρος Ἁγίων Πατέρων,  ἔκδ. Β. Ρηγοπούλου, Θεσσαλονίκη 2002, τ. Γ΄, σ. 7-19.

[14] Χρυσοστόµου Κωνσταντινίδου, Μητροπολίτου Ἐφέσου, Καθηγητοῦ τῆς Ὀρθοδόξου ∆ογµατικῆς Θεολογίας, Ἡ ἀναγνώριση τῶν Μυστηρίων τῶν Ἑτεροδόξων στίς διαχρονικές σχέσεις Ὀρθοδοξίας καί Ρωµαιοκαθολικισµοῦ, ἐκδ. Ἐπέκταση 1995 σελ. 94.
[15]  Χρυσοστόµου Κωνσταντινίδου,  ἒνθ. ἀνωτ. σελ. 96.
[16]  Ἑρμηνεία στον Αποστ-46  και στον Κυπρ-1.
[17]   Αθ. Γεφτιτσ, «Ὁ π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ», σ. 146, ὑποσ. 11.

[18] Ἐνδεικτικά: «Τί εἶναι ἐκεῖνο ποὺ καθιστᾶ ἕνα -κατ᾽ αὐτούς- ἀνυπόστατο μυστήριο ὑποστατό, ὅταν ἀκολουθήσει ἡ προσέλευση στὴν Ἐκκλησία; ... τὸ ἐρώτημα μετατίθεται στό, πῶς ἡ Ἐκκλησία σὲ ἕνα γεγονὸς στὸ ὁποῖο ἡ ἴδια κατ᾽ ἀρχὴν καὶ καθ᾽ ἑαυτὸ δὲν ἀναγνωρίζει ὅτι τελεῖται διὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, στὴ συνέχεια τὸ ἀποδέχεται ὡς ἐγκύρως τελεσθὲν στὴν περίπτωση προσεύλεσης στὴν ἀληθινὴ Ἐκκλησία....  Ἡ ἀναγνώριση τοῦ βαπτίσματος τῶν αἱρετικῶν γίνεται διὰ μαγείας; Γίνεται θαυματουργικά; Γίνεται ἀναγνωριζόμενον σὲ συγκεκριμένες περιπτώσεις ὡς προϋπάρχον, γιὰ νὰ διευκολυνθοῦν οἱ πολλοὶ νὰ προσέλθουν στὴν Ἐκκλησία; ... Εἶναι λοιπὸν ἡ θεώρηση περὶ αὐτομάτου μεταβολῆς τοῦ ἀνυποστάτου σὲ ὑποστατό, στὴν περίπτωση εἰσόδου στὴν ἀληθινὴ Ἐκκλησία, ἱκανοποιητική;»
[19] Μητροπολίτου Εφέσου, Χρυσοστόμου (Κωνσταντινίδη), Η αναγνώριση των μυστηρίων των ετεροδόξων στις διαχρονικές σχέσεις Ορθοδοξίας και Ρωμαιοκαθολικισμού, εκδ. Επέκταση, Κατερίνη 1995, σ. 184.
[20] Μητρ. Μεσσηνίας Χρυσόστομος (Σαββάτος), «Εκκλησιολογική θεώρηση των Ιερών Κανόνων», στο Συνέδριο «Κανόνες της Εκκλησίας και σύγχρονες προκλήσεις», Βόλος, 8-11.5.2014 (από το λεπτό 18:11 έως 19:58 της εισηγήσεως).
[21]  Πρωτ. Π. Χιρσ, Ἡ ἐκκλησιολογικὴ ἀναθεώρηση τῆς Β΄ Βατικανῆς, σ. 168, 191, 193.

Παρασκευή 27 Μαρτίου 2020

Ο Π. ΕΠΙΦΑΝΙΟΣ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ ΔΙΕΣΤΡΕΨΕ ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ



Ο Π. ΕΠΙΦΑΝΙΟΣ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ ΔΙΕΣΤΡΕΨΕ ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ




Για να στηρίξη την πλάνη του περί δυνητικότητας, εκτός των άλλων ανακριβειών  και αυθαιρεσιών, χρησιμοποίησε και κείμενο της Αγίας Γραφής διαβολικώ τω τρόπω. Έγραψε ότι η δυνητικότητα και προαιρετικότητα του 15ου κανόνος της Πρωτοδευτέρας Συνόδου, στηρίζεται στην Καινή Διαθήκη, πλαστογραφώντας λόγους περί νηστείας του Αποστόλου Παύλου. Ενώ ο Απόστολος λέει ""ο εσθίων τον μη εσθίοντα μη εξουθενείτω και ο μη εσθίων τον εσθίοντα μη κρινέτω"" (προς Ρωμαίους ΙΔ΄ 3), ο Επιφάνιος το αντικατέστησε με το""ο μνημονεύων τον μη μνημονεύοντα μη εξουθενείτω και ο μη μνημονεύων τον μνημονεύοντα μη κρινέτω"" ****. Έτσιεξαπάτησε καιπαρέσυρε  στην αίρεση του Οικουμενισμού τους καλοπροαίρετους πιστούς, κληρικούς και λαικούς.
Ο αθεόφοβος Επιφάνιος, στη θέση της νηστείας - η οποία είναι προαιρετική και εξατομικευμένη - έβαλε την αποτείχιση, δηλαδή την διακοπή της κοινωνίας των Ορθοδόξων από τους εχθρούς του Θεού τους αιρετικούς, η οποία είναι άκρως απαραίτητη και υποχρεωτική για την σωτηρία της Εκκλησίας.
Ποιος του έδωσε το δικαίωμα να διαστρέφει τον Λόγο του Θεού??
Με ποιο δικαίωμα διασκεύασε το Ευαγγέλιο???
Με τέτοιες μεθόδους και με πλήθος από ψέματα και ανακρίβειες στο βιβλίο του “ΤΑ ΔΥΟ ΑΚΡΑ” ο δυστυχής Επιφάνιος προώθησε την Παναίρεση του Οικουμενισμού τόσο, όσο κανείς άλλος.
****(Ἀρχιμανδρίτης Ἐπιφάνιος Ἰ. Θεοδωρόπουλος,
"Τὰ Δύο Ἄκρα - Οἰκουμενισμὸς & Ζηλωτισμός",
Ἔκδοσις Ἱεροῦ Ἡσυχαστηρίου Κεχαριτωμένης Θεοτόκου Τροιζῆνος,
Ἔκδοσις Γ΄ , 2008,
σ. 114-118)

Αποτείχιση τώρα. 

Σάββατο 21 Μαρτίου 2020



Τι είναι ο Οικουμενισμός και πως πρέπει να αντιμετωπιστεί; 






Είναι μία σύνθεσις θρησκειών, φιλοσοφιών και παραδόσεων σε μια τραγελαφική ενότητα. Είναι μια δολία πλάνη, καταστρωμένη με σατανικό σχέδιο, η οποία υποστηρίζει, ότι πουθενά δεν υπάρχει η μοναδική, η απόλυτος, η ενιαία αλήθεια. Ούτε και στην Ορθοδοξία! Έτσι ο Οικουμενισμός καταντά ένα τέρας, που καταβροχθίζει τα πάντα. Καταντά ένα καμίνι, που προσπαθεί να χωνέψει και συγκεράσει όλες τις θρησκείες. Είναι ένας νεώτερος αιρετικός Συγκρητισμός, που υπόσχεται να λύσει όλα τα προβλήματα. Ο δε Θεός για τον Οίκουμενισμό, είναι ένας αόριστος θεός, που δέχεται εξ' ίσου την λατρείαν όλων των θρησκειών. Για τον Οικουμενισμόν δεν υπάρχει προσωπικός Θεός. 

Ο Οικουμενισμός δεν πιστεύει τίποτε, αλλά και τίποτε δεν απορρίπτει στο ανακάτεμα και στην νέα σύνθεση της θρησκείας, την οποίαν επιδιώκει να κατασκευάσει. Δεν υπάρχουν για τον Οικουμενισμό Θρησκείες και Πατρίδες. Με τρόπο επιδέξιο και δήθεν για λόγους ειρηνικής συνεργασίας προβάλλει έμμεσα το σύνθημα: ''Κάτω τα σύνορα!'' 'Ολα λοιπόν συνθλίβονται, αφομοιώνονται και εξαφανίζονται στο αβυσσαλέο στόμα του Οικουμενισμού. Ο Οικουμενισμός είναι μια φοβερή λαίλαψ, που προετοιμάζεται να ξεθεμελιώσει, όπως φαντάζεται, την ''Μίαν, Αγίαν, Καθολικήν και Αποστολικήν Εκκλησίαν'' του Χριστού. Είναι άγριος τυφών των δυνάμεων του σκότους, που συγκεντρώνει την καταστροφική του μανία εναντίον κυρίως της Ορθοδοξίας, με τον σκοτεινό του πόθο να την εκμηδενίσει και να την αφανίσει. 

Και τούτο, διότι γνωρίζει, ότι μόνη η Ορθοδοξία κρατεί ανόθευτη την Αλήθεια και Μόνη αυτή μπορεί να σώσει τον άνθρωπο. ''Τις πέτρες, τις πετούν στις καρυδιές, που έχουν καρύδια'', έλεγε παραστατικά ο Κολοκοτρώνης. Έτσι και ό Οικουμενισμός χτυπά την Ορθοδοξία, διότι αυτή έχει αξία, κατέχει τον θησαυρό της Αλήθειας. Αλλά, ενώ είναι τόσο τρομερά τα σχέδια του Οικουμενισμού, εν τούτοις τα κρύβει επιμελέστατα κάτω από ένα αριστοτεχνικό μανδύα αθωότητος. 'Ολα προχωρούν με μελέτη, με σύστημα, με οργάνωση. Ο Οικουμενισμός σήμερα είναι η εξέλιξις του φοβερού σχεδίου των οργάνων του Σατανά στο πιο κρίσιμο σημείο. Με τον Οικουμενισμό χτυπούν σήμερα με όλας τας δυνάμεις την Εκκλησία του Χριστού οι άσπονδοι και δόλιοι εχθροί της. 

Σκοτεινές δυνάμεις και αόρατα επιτελεία έχουν συγκεντρώσει τα πυρά τους στο σκοπό αυτό. Πόλεμος γίνεται και πόλεμος μεγάλος, που δυστυχώς οι πολλοί δεν τον έχουν πάρει καν είδηση. ''Όλοι οι εχθροί του Χριστού ενωμένοι κάτω από έναν αόρατο επιτελείο, που κρύβεται πίσω από ωραίες λέξεις, σοβαροφανείς οργανισμούς και ενωτικά συνθήματα αγάπης, δουλεύουν ημέρα και νύχτα, για να αφανίσουν την αγίαν Του Εκκλησίαν, να νοθεύσουν την Αλήθεια που μας απεκάλυψε ο Θεάνθρωπος και να ματαιώσουν έτσι την σωτηρία του ανθρώπου, να βάλουν δε στην θέση του Χριστού, ως αρχηγό του κόσμου, τον διάβολο, ''ώστε αυτόν εις τον Ναόν του Θεού, ως Θεόν καθίσαι, αποδεικνύοντα εαυτόν, ότι εστί Θεός''. (Β' Θεσσ. β' 4). Αι δυνάμεις του σκότους έθεσαν τελευταίως σε ενέργεια όλα τα μέσα για να μπορέσουν να ξεθεμελιώσουν την Εκκλησία τού Χριστού. 

Γενική, λοιπόν, επίθεση επιχειρούν εναντίον της Εκκλησίας εφ' όλων των μετώπων κάτω από την αθώα επωνυμία του Οικουμενισμού. Ο Οικουμενισμός με λίγα λόγια, είναι ένα καταχθόνιο παγκόσμιον Κίνημα, πολιτικόν και θρησκευτικόν, με σκοπόν την υποταγήν της ανθρωπότητος κάτω από μίαν παγκόσμιον Κυβέρνησιν... και την ένωσιν όλων των θρησκειών εις μίαν Πανθρησκείαν, ώστε να έξαφανισθεί ο Χριστιανισμός, να εξαφανισθεί η σώζουσα Ορθόδοξος πίστις και να λατρεύεται στο τέλος, αντί του αληθινού Θεού ο Σατανάς. Δεν εξηγείται διαφορετικά αυτό το πάθος της ενώσεως, αυτή η ασάφεια του ''Διαλόγου της αγάπης'', αυτή η τρομερή απομάκρυνσις από το δόγμα της Μιας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας. Δεν μπορεί διαφορετικά να εξηγηθεί αυτός ο καλλιεργούμενος σήμερα κλονισμός της Πίστεως στην Παράδοση και η αθέτησις των αποφάσεων των Οικουμενικών Συνόδων. 
''Αυτοί οι τρεις οργανισμοί: ''Χριστιανική Αδελφότης Νέων (Χ.Α.Ν.), Προσκοπισμός και Παγκόσμιον Συμβούλιον των Εκκλησιών (Π.Σ.Ε.), είναι έως σήμερον οι τρεις στύλοι επί των οποίων στηρίζεται ολόκληρος η Οικουμενική Κίνησις και εκ των οποίων σταθερώς συμπληρώνει τους πυρήνες των συνεργατών της, των εργατών της και γενικώς το σύνολον του λαού, το οποίον διάκειται ευμενώς προς αυτήν''.

''Εν τω Παγκοσμίω Συμβουλίω των Εκκλησιών, ως δια ταχυδακτυλουργίας έχουν συνδεθεί και ενωθεί όλαι αι βλασφημίαι, πλάναι και αντιθέσεις ολοκλήρου της πνευματικής ιστορίας της ανθρωπίνης φυλής από του Κάιν και Χαμ, μέχρι του Ιούδα του προδότου, Καρλ Μαρξ, του διαφθορέως Φρόυδ και γενικώς όλων των μικροτέρων και μεγαλυτέρων συγχρόνων βλασφήμων''. Και ποιός κρύβεται πίσω από την Οικουμενικήν Κίνησιν; Πίσω από αυτούς τους Οργανισμούς, Χ.Α.Ν., Προσκοπισμός, Π.Σ.Ε. δουλεύει η Μασωνία και στην τελευταία ανάλυση ο Διεθνής Σιωνισμός. Διότι μη ξεχνάτε, ότι δημιούργημα του Σιωνισμού είναι η Μασωνία και εκείνου το έργον υπηρετεί...

Για όσους νομίζουν, ότι αρκεί η θεωρητική άρνησις της αιρέσεως, 
ενώ στην πράξιν κοινωνούν με αυτήν 
μέσω του αιρετικού επισκόπου που μνημονεύουν, ο Άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης λέει: 
«έστω και αν αυτοί δεν καταποντίστηκαν με τους λογισμούς, 
(παραμένουν δηλαδή από «μέσα τους ορθόδοξοι»!!!), 
όμως με την κοινωνία της αιρέσεως 
χάνονται (την κοινωνία της αιρέσεως συνόλλυνται). 
Ο ΙΕ' Ιερός Κανόνας της ΑΒ' Συνόδου επιβάλλει στους πιστούς, 
κλήρο και λαό, την άμεση διακοπή της κοινωνίας και του μνημοσύνου,
του δημοσία και απ' εκκλησίας αιρετικά κηρύσσοντος προέδρου, 
είτε επίσκοπος είναι αυτός, είτε ιερεύς, είτε πνευματικός ηγούμενος, γέροντας. 


Ο πρόεδρος (προιστάμενος) της Εκκλησίας, της ενορίας και μικρής ομάδος Ορθοδόξων), είτε πατριάρxης είναι, είτε μητροπολίτης, είτε επίσκοπος, είτε καθηγούμενος Μοναστηρίου, είτε γέροντας συνοδίας, είτε γέροντας ενός μοναχού, είτε πνευματικός ενός πιστού, όταν κηρύσσει δημοσία γυμνή τη κεφαλή μίαν κακοδοξίαν, κατεγνωσμένην (κατεδικασμένην) υπό Συνόδου ή υπό Αγίων Πατέρων, τότε ο κλήρος και ο λαός που ποιμαίνεται απ' αυτόν, αλλά και όλοι όσοι λαμβάνουν γνώσιν των κακοδοξιών του Χριστιανοί, αποκτούν αμέσως το δικαίωμα και έχουν καθήκον από τον Ιερό Κανόνα να τον αποκηρύξουν και να απομακρυνθούν από την κοινωνίαν του, εάν θέλουν να είναι και να λέγονται Ορθόδοξοι Χριστιανοί και όχι αιρετικοί, (ως «αιρετικόν περιποιούμενoι» κατά τον άγιον Δοσίθεον των Ιεροσολύμων).
Πάνω λοιπόν από κάθε πρόεδρον έθεσαν οι Πατέρες μας τις Ιερές Γραφές, την Αγίαν Παράδοσιν της Εκκλησίας μας, τις αποφάσεις των Αγίων Συνόδων, το Σύνταγμα των Θείων Κανόνων και τους Αγίους, τους οποίους και ακολούθησαν, χωριζόμενοι της κοινωνίας του αιρετικού προέδρου και διακόπτοντες το μνημόσυνόν του. 

Οι αδιάφοροι για την Αγίαν Πίστιν, οι κόλακες, οι τυχοδιώκτες και γενικώς, όλο το σύστημα των υπηρετών ενόχων σκοπιμοτήτων του αιώνος τούτου ακολουθούσαν τους λυκοποιμένες, βοηθώντας τους στο ψυχοφθόρο τους έργο (δ.π. σελ. 22). Τους αγίους όμως Πατέρες και Διδασκάλους μιμήθηκαν και οι Αγιορείτες Οσιομάρτυρες, που μαρτύρησαν επί Βέκκου του Λατινόφρονος και έγραψαν την περίφημη εκείνη επιστολή προς τον Αυτοκράτορα Μιχαήλ τον Παλαιολόγον, η οποία είναι θεολογικοτάτη και πλήρης Θείων αληθειών. 

Στην επιστολή αυτή, μεταξύ άλλων περιλαμβάνονταν και τα εξής: «Εμπεριέχεται δε και στον ΙΕ' Κανόνα της αγίας και μεγάλης Α' καί Β' επονομασθείσης Συνόδου, ότι, όχι μόνον ανεύθυνοι είναι, αλλά και ότι πρέπει να επαινούνται αυτοί, οι οποίοι αποσχίζονται από αυτούς που είναι προφανώς αιρετικοί και διδάσκουν δημόσια, αιρετικά διδάγματα και πριν να υπάρξει συνοδική καταδίκη τους», ακριβώς, επειδή η Ορθόδoξoς του Χριστού Eκκλησία την αναφοράν του ονόματος του αρχιερέως, κατά την τέλεσιν της αναιμάκτου θυσίας, την θεωρούσε πάντoτε συγκοινωνίαν τελείαν με τον μνημονευόμενον αρχιερέα και το φρόνημά του. 

Διότι έχει γραφεί στην εξήγησιν της Θείας Λειτουργίας, ότι αναφέρει ο ιερουργών και το όνομα του αρχιερέως... και ότι είναι κοινωνός αυτού και της πίστεως και διάδοχος των Θείων μυστηρίων ... (και) ότι μολυσμόν έχει η κοινωνία με μόνην την αναφοράν αυτού, έστω και αν είναι ορθόδοξος ο αναφέρων». (Δοκίμιον Ιστορικόν, Μοναχού Καλλίστου Βλαστού, σελ. 109). Aδύνατη η σωτηρία των αιρετικών και των κοινωνουντων με αυτους. Η Ορθόδοξος Εκκλησία θεωρούσε πάντοτε, ότι η αίρεσις είναι θανατηφόρος αμαρτία και τον άνθρωπον, τον μολυσμένον με την τρομερή αρρώστια της αιρέσεως, ότι είναι πνευματικά νεκρός, ξένος πρός την Θείαν Χάριν και Σωτηρίαν, σε κοινωνία με τον διάβολον και την ολέθρια συνοδία του. Αίρεσις είναι αμαρτία του νοός. Αίρεσις είναι πιο πολύ δαιμονική, παρά ή άνθρώπινη άμαρτία· είναι η κόρη του διαβόλου, η κληρονομία του, η ασέβειά του, σχεδόν ειδωλολατρεία. 

Οι Πατέρες της Εκκλησίας, ονομάζουν την ειδωλολατρεία ασέβεια και την αίρεσι διαφθορά. Στην ειδωλολατρεία ο διάβολος λαμβάνει την λατρείαν που οφείλεται στον Θεό από τυφλωμένους ανθρώπους, ενώ στις αιρέσεις συσσωματοποιεί την τυφλωμένη ανθρωπότητα στην κυριώτερη αμαρτία του: την βλασφημία. Εάν κανείς διαβάσει τις Πράξεις των Συνόδων με προσοχή, θα πεισθεί, ότι ο χαρακτήρας των αιρετικών είναι σατανιστικός. Διαβάζουμε για την τρομακτική τους υπόκρισιν, για την άμετρη υπερηφάνειά τους. Βλέπουμε την συμπεριφορά τους να υποκινείται από συνεχή ψέμματα. Παρατηρούμε, ότι είναι αιχμάλωτοι στα μεγαλύτερα πάθη. 

Όποτε είναι δυνατόν εις αυτούς, διαπράττουν τα χειρότερα εγκλήματα και τις πιο τρομακτικές θηριωδίες. Το ασύγκριτο μίσος τους προς τα μέλη της Ορθοδόξου Εκκλησίας είναι ιδιαιτέρως παρατηρημένο. Η αίρεσις συνοδεύεται από μία σκλήρυνσι της καρδίας, από μία φοβερά σκοτίζουσα βλάβη του νοός, από μίαν ισχυρογνώμονα επιθυμία της ψυχής να παραμένει μολυσμένη και από μία δυσκολία στη θεραπεία του προσώπου, που πάσχει από αυτή την ασθένειαν. Κάθε αίρεσις είναι βλασφημία κατά του Αγίου Πνεύματος. Η αίρεσις δεν βλασφημεί μόνον το δόγμα περί του Αγίου Πνεύματος ή την ενέργειά Του, αλλά βλασφημεί το Άγιον Πνεύμα στην ολότητά Του. Η ουσία όλων των αιρέσεων είναι η βλασφημία. Όλες οι παλαιές αιρέσεις, κάτω από διάφορες βιτρίνες, απέβλεπαν σε ένα μονάχα στόχο: Ηρνούντο την Θεότητα του Θεού Λόγου και διέστρεφον το δόγμα της ενσαρκώσεώς Του. 

Οι νεώτερες αιρέσεις αποβλέπουν στην αποκήρυξιν της ενεργείας του Αγίου Πνεύματος». (βλ. Άγιοι Κολλυβάδες» αριθμ. φύλου 7, σελ. 3-4 με την σχετικήν διδασκαλίαν του Αγίου Ιγναντίου Μπριαντσάνινωφ + 1867). Για την σημερινή φοβερή αίρεσιν του Οικουμενισμού είχε προφητικώς μιλήσει και ο μεγάλος στάρετς της Όπτινα, άγιος Ανατόλιος: «... Ο εχθρός του ανθρωπίνου γένους θα ενεργεί με πονηρία, με σκοπό να ελκύσει εντός της αιρέσεως, εάν ήτο δυνατόν ακόμη και τους εκλεκτούς. Δεν θα αρχίσει κατ' ευθείαν όμως να απορρίπτει τα δόγματα της Αγίας Τριάδος, την Θεότητα του Ιησού Χριστού και την αρετήν της Θεοτόκου, αλλά θα αρχίσει ανεπαισθήτως να διαστρέφει τις διδασκαλίες και τούς θεσμούς της Εκκλησίας και το πραγματικό νόημά τους, όπως μας παρεδόθησαν από τους Αγίους Πατέρες εν αγίω Πνεύματι. 

Ολίγοι θα αντιληφθούν αυτές τις πανουργίες του εχθρού, εκείνοι μόνον οι πλέον πεπειραμένοι εις την πνευματικήν ζωήν. Οι αιρετικοί θα πάρουν την εξουσίαν επί της Εκκλησίας και θα τοποθετήσουν ιδικούς τους υπηρέτες παντού, οι δε πιστοί θα καταφρονούνται... Γι' αυτό παιδί μου, όταν ίδης την παράβασιν της Πατερικής Παραδόσεως και της Θείας Τάξεως, που εγκαθιδρύθη από τον ίδιον τον Θεόν, γνώριζε, ότι οι αιρετικοί έχουν ήδη εμφανισθεί, αν και προς το παρόν μπορεί να αποκρύπτουν την ασέβειά τους. Ακόμη θά διαστρέφουν την αγίαν Πίστιν (Ορθοδοξίαν) ανεπαισθήτως, με σκοπό να επιτύχουν καλύτερα να παραπλανήσουν και δελεάσουν τους απείρους στα δίκτυά τους. Ο διωγμός δεν θα στρέφεται μόνον εναντίον των ποιμένων, αλλά εναντίον όλων των υπηρετών του Θεου, διότι όλοι εκείνοι που θα κυβερνώνται από την αίρεσιν, δεν θα ανέχονται την ευσέβειαν. 

Να αναγνωρίζεις αυτούς τους λύκους με ένδυμα προβάτου από τις υπερήφανες διαθέσεις τους και την αγάπη τους για την εξουσία. Θα είναι συκοφάντες, προδότες, ενσπείροντες πανταχου έχθραν και κακίαν· γι' αυτό ο Κύριος είπεν ότι από τους καρπούς αυτών θα τους αναγνωρίζετε. Οι αληθινοί υπηρέτες του Θεού είναι ταπεινοί, αγαπούν τον πλησίον και είναι υπήκοοι εις την Εκκλησίαν... Οι πιστοί τότε, που δεν έχουν δείξει τίποτε άλλες αρετές, θα λάβουν στεφάνους μόνον καί μόνον, επειδή εστάθησαν στερεοί εις την πίστιν. Να φοβάσαι τον Κύριον παιδί μου. Να φοβάσαι μήπως απωλέσεις τον στέφανον, που ετοιμάσθηκε για σένα. Να φοβάσαι μην αποβληθείς παρά του Κυρίου εις το σκότος το εξώτερον και την αιώνιον κόλασιν. Στέκε ανδρείως εις την πίστιν και αν είναι αναγκαίον υπόμενε διωγμούς και άλλες θλίψεις, διότι ο Κύριος θα είναι μαζί σου· και οι Άγιοι Μάρτυρες και Ομολογητές θα βλέπουν με χαρά τους αγώνες σου. 

Όμως, αλίμονον στους μοναχούς σ' αυτές τις ημέρες, που θα είναι δεμένοι με υπάρχοντα και πλούτη, οι οποίοι ένεκεν της αγάπης της «ειρήνης» θα είναι έτοιμοι να υποταχθούν εις τους αιρετικούς. Αυτοί θα αποκοιμίζουν την συνείδησίν τους με το να λένε: «εμείς συντηρούμε και σώζουμε το μοναστήρι και ο Κύριος θα μας συγχωρήσει». Οι ταλαίπωροι και τυφλοί δεν αντιλαμβάνονται, ότι διά μέσου της αιρέσεως οι δαίμονες θα εισέρχονται στο μοναστήρι, το οποίον δεν θα είναι πλέον τότε ένα μοναστήρι, αλλά γυμνοί τοίχοι από όπου η χάρις θα αποχωρεί. 

Ο Θεός είναι οπωσδήποτε ισχυρότερος από τους εχθρoύς και ποτέ δεν θα εγκαταλείψει τους υπηρέτες του. Αληθινοί Χριστιανοί θα ευρίσκονται έως τέλους του αιώνος τούτου, μόνον, που θα προτιμούν να ζουν σε απομακρυσμένους και ερημικούς τόπους. Να μην φοβάσαι τις θλίψεις, αλλά μάλλον να φοβάσαι την ολέθρια αίρεσιν, διότι αυτό είναι που μας γυμνώνει από την Θείαν Χάριν και μας χωρίζει από τον Χριστόν.


ΠΟΙΝΑΙ ΑΙΡΕΤΙΚΩΝ ΑΚΥΡΑΙ


Ποιναί, επιβαλλόμεναι υπό επισκόπου, κηρύττοντος, ''δημοσία,'' ''γυμνή τη κεφαλή'' και ''επ' εκκλησίας'', αίρεσιν ''παρά των Αγίων Συνόδων ή Πατέρων κατεγνμωσμένην'' (ΙΕ' Κανόνος ΑΒ Συνόδου), ουκ ισχύουσιν. Διο ο άγιος Κελεστίνος Ρώμης γράφει περί του αιρετικού Νεστορίου , ότι ούτος ''ουδένα ή καθελείν, ή αποκινήσαι ηδύνατο, ος, εν τω κηρύττειν τοιαύτα (αιρετικά), ασφαλώς ουχ ειστήκει'' εν τη ορθοδόξω πίστει (Μ 4, 1045). Από τότε δε ουκ ηδύνατο να επιβάλλει ποινήν καθαιρέσεως, αφορισμού κ.α. ο Νεστοριος ''αφ' ου τοιαύτα (αιρετικά) κηρύττειν ήρξατο'' αυτόθι.

Η δε τιμωρητική ''απόφασις'' του αιρεσιάρχου κατά των μη πειθομένων εις αυτόν ουδέ πρόσκαιρον ισχύν έσχεν (αυτόθι). Και ο άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας ελέγχει τον Νεστόριον, επιστέλλων προς αυτόν: ''Κλήρον άγιον πρεσβυτέρων και διακόνων αποσυναγώγους (κακώς) εποίησας, ελέγχοντά σου την άκαιρον μανίαν, μη τα του Αρείου φρονείν''. (Μ 4, 1256). Ο Νεστόριος έδει να μετανοήσει εκ της κακοδοξίας του, και ουχί οι ελέγξαντες τούτον ως αιρετικόν να καθαιρεθώσι και αφορισθώσι παρ' αυτού, οίτινες ήσαν άξιοι Ορθόδοξοι Χριστιανοί (ΙΕ Κανόνος ΑΒ Συνόδου). Ιδού, διατί οι τιμωρηθέντες υπό του αιρετικού Νεστορίου, ως μη τιμωρηθέντες ελογίσθησαν παρά των Αγίων και παρέμειναν εν τη Εκκλησία, κοινωνούντες μετά των Ορθοδόξων Ιεραρχών.

Τοις δε γε των κληρικών, ήτοι (ή) λαικών, διά την ορθήν πίστιν κεχωρισμένοις, ή καθαιρεθείσι παρ' αυτού'', γράφει Κύριλος Αλεξανδρείας προς τους εν Κωνσταντινουπόλει, ''κοινωνούμεν ημείς'' (Μ 4, 1096). ''Ούτοι πάντες'', λέγει και Κελεστίνος Ρώμης, ''εν τη ημετέρα κοινωνία και εγένοντο (και προ της τιμωρίας των υπό του Νεστορίου) και άχρι του παρόντος εισίν (παρά την κατ' αυτών καταδικαστικήν απόφασιν του αιρετικού επισκόπου (Μ 4, 1045). ''Αποσυναγώγους ποιήσουσιν ημάς'', είπεν ο Κύριος (Ιω. ιστ' 2). Αλλά ''μη ταρασσέσθω υμών η καρδία, πιστεύετε εις τον Θεόν και εις εμέ πιστεύετε'' (Ιω. ιδ' 1).

Τα φόβητρα των αιρετικών ουδέν έστι. Διότι, εφ' όσον ''κατά άνθρωπον γίνεται ταύτα, ουδέν γίνεται'' κατά Θεόν και Εκκλησίαν (Μ. Βασιλείου, PG. 32, 1029). Τουναντίον, ''οι δια την αλήθειαν και την εις Χριστόν ομολογίαν πάσχοντες τι δεινόν και υβριζόμενοι, ούτοι μάλιστα εισίν οι τιμώμενοι'' (Χρυσοστόμου PG. 59. 321), διά τους μη υποκύπτοντας τη αιρέσει, καν ποιναί παρά αιρετικών καταφέρωνται''. (Κ. Ο. 1/7/'81)

ΜΗ ΚΟΙΝΩΝΕΙΤΕ


Τί θέλει ο Θεός να πράξουν οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί, όταν ο επίσκοπος αυτών κηρύσσει , ''δημοσία'' και ''γυμνή τη κεφαλή επ' Εκκλησίας'' (ΙΕ' Κανόνος ΑΒ Συνόδου) αίρεσιν, ''παρά των αγίων Συνόδων ή Πατέρων κατεγνωσμένην; Εκείνο, το οποίο παραγγέλλει ο Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας προς τους εν Κωνσταντινουπόλει, προκειμένου περί του αιρετικού Νεστορίου: ''ασπίλους'' γράφει, ''και αμώμους εαυτούς τηρήσατε, μήτε κοινωνούντες τω μνημονευθέντι, μήτε μην ως διδασκάλω προσέχοντες, ει μένει λύκος αντί ποιμένος'' (Μ. 4, 1096). (Κ.Ο. 1/9/'81).

ΤΟ ΚΑΤΑΚΡΙΤΟΝ ΤΗΣ ΜΕΤΑ ΤΩΝ ΑΙΡΕΤΙΚΩΝ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ


Τί ζητεί ο Θεός κι η Εκκλησία του να πράξουν οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί (κληρικοί και λαικοί), όταν ο επίσκοπός των δεν κηρύσσει μεν αίρεσιν, κοινωνεί όμως με κηρύσσοντες έργω και λόγω κακοδοξίαν τινά, έστω και αν τούτοι (οι κηρύσσοντες) δεν έχουν κριθεί υπό Συνόδου; Η απάντησις εις το ανωτέρω σοβαρό ερώτημα δεν δύναται ασφαλώς να είναι ολιγόλογος και απλή. Συνοπτικώς θα ηδυνάμεθα να την κλιμακώσωμεν, ως ακολούθως: Α)

Εάν η αίρεσις κηρύσσεται δι' ολίγον χρόνον (μήνας τινάς), οι πιστοί αναμένουν και παρακολουθούν εναγωνίως να ίδουν, πώς θα αντιδράσει ο επίσκοπός των, ή οι συνεπισκοποί του, ή οι επίσκοποι άλλων Ορθόδοξων Εκκλησιών. (Διότι ως μία είναι η Εκκλησία του Χριστού, παρά τας επί μέρους διοικητικάς διακρίσεις της εις πατριαρχεία και αρχιεπισκόπους, ούτω μία και η αυτή ευθύνη βαρύνει πάντας, κληρικούς και λαικούς, έναντι της κηρυττομένης κακοδοξίας ποικίλουσα μόνον ως προς την γνώσιν και τον βαθμόν εκάστου). Και αν μεν αντιδράσει ο επίσκοποπός των πατερικώς, τότε υποχρεούνται να του συμπαρασταθούν πάση δυνάμει, αναμένοντες την έκβασιν. Β) 

Εάν όμως παρ' ελπίδα δεν αντιδράσει ο επίσκοπός των, αλλά οι συνεπίσκοποί του, ή έστω εις ορθόδοξος επίσκοπος, τότε υποχρεούνται να συμπαρασταθούν εις αυτόν, ελέγχοντες ούτω εμμέσως, το κατ' αρχάς, την σιωπήν του ποιμένος των, μη διακόπτοντες όμως την μετ' αυτού κοινωνίαν. Εάν, όμως οι αντιδράσεις του επισκόπου, που αγωνίζεται κατά της αιρέσεως κλιμακωθούν και καταλήξουν εις τον πρέποντα χρόνον εις την διακοπήν της κοινωνίας μετά του κακοδοξούντος (εφ' όσον εκείνος θα παρέμενε ανένδοτος εις τα κακόδοξα φρονήματά του), τότε οι πιστοί υποχρεούνται να κοινωνούν μ ό ν ο ν μετά του ανωτέρου αγωνιζόμενου επισκόπου, απομακρυνόμενοι των συνάξεων του ιδικού των, όστις δια της σιγής του ή χλιαράς αντιδράσεώς του δεν παύει να κοινωνεί μετά του αιρετικού, συμπράττων ούτω και ε ν ι σ χ ύ ω ν την κακοδοξίαν.

Ο επί του προκειμένου πατερικός λόγος είναι σαφέστατος: ''Οι μεν τέλεον περί την πίστιν εναυάγησαν, οι δε ή και τοις λογισμοίς ου κατεποντίσθησαν, όμως τη κοινωνία της αιρέσεως σ υ ν ό λ λ υ ν τ α ι''. ''Άπαντες οι της Εκκλησίας διδάσκαλοι, πάσαι αι Σύνοδοι, πάσαι αι Θείαι Γραφαί, φεύγειν τους ετερόφρονας παραινούσι και της αυτών κοινωνίας διίστασθαι''. Και συμπληροί ο μέγας Θεόδωρος ο Στουδίτης: ''Εχθρούς γαρ Θεού ο Χρυσόστομος, ου μόνον τους αιρετικούς, αλλά και τους τοιούτοις κοινωνούντας μεγάλη και πολλή τη φωνή απεφήνατο''.

Αι ανωτέρω αντιδράσεις του καλώς αγωνιζομένου επισκόπου δεν θα πρέπει να διακοπούν μέχρι συνοδικής καταδίκης του αιρετικού. Εν εναντία περιπτώσει, η αντίδρασίς του θα πρέπει να συνεχισθεί άχρι θανάτου, δεσμών και φυλακής, εις περίπτωσιν δηλαδή που ο κακοδοξών διαθέτει πολιτικήν ή εκκλησιαστικήν ισχύν υπέρ αυτού, ως πολλάκις τούτο συνέβη εν τη ιστορία της Εκκλησίας. Εννοείται, ότι την θέσιν του ορθοδόξως, αντιδρόντως επισκόπου δύναται να έχει κληρικός τις ή μοναχός, εφ' όσον δεν ήθελε αντιδράσει εγκαίρως ή αποτελεσματικώς ουδείς επίσκοπος. Τα παραδείγματα είναι πολλά. 




Θα πρέπει όλοι οι πιστοί να καταλάβουν, ότι η Εκκλησία δεν είναι εκεί που φαίνεται. Οι Λειτουργίες θα εξακολουθήσουν να γίνονται και οι ναοί να γεμίζουν από πιστούς, όμως η Εκκλησία δεν θα έχει καμμία σχέση με τους ναούς εκείνους, ούτε με εκείνα τα ράσα κι εκείνους τους πιστούς. Η Εκκλησία είναι εκεί, όπου υπάρχει η αλήθεια. Πιστοί είναι εκείνοι, που συνεχίζουν την αδιάκοπη παράδοση της Ορθοδοξίας, το έργο αυτό του Αγίου Πνεύματος. Ιερείς είναι εκείνοι που σκέπτονται, ζουν και διδάσκουν, όπως οι Πατέρες και οι 'Αγιοι της Εκκλησίας, ή τουλάχιστον, που δεν τους αρνούνται με την διδαχή τους. 'Οπου δεν υπάρχει αυτή η συνέχεια σκέψεως και ζωής, είναι πλάνη να ομιλούμε για Εκκλησία, έστω και αν όλα τα εξωτερικά φαινόμενα μιλούν γι' αυτήν. Πάντα θα βρεθεί ένας κανονικός ιερεύς, χειροτονημένος από έναν κανονικό Επίσκοπο, που να ακολουθεί τήν Παράδοση. Γύρω σε τέτοιους ιερείς θα συσπειρώνονται οι μικρές ομάδες των πιστών που θα απομείνουν στο τέλος των καιρών. Αυτές οι μικρές ομάδες, θα είναι η κάθε μία τους και από μία τοπική «Καθολική» Εκκλησία του Θεού. 

Ο πιστός θα βρίσκει μέσα σ' αυτές όλο το πλήρωμα της Χάριτος του Θεού. Δεν θα έχουν ανάγκη από διοικητικούς ή άλλους δεσμούς, γιατι η κοινωνία που θα υπάρχει μεταξύ τους θα είναι η τελειότερη που μπορεί να υπάρξει. Θα είναι η κοινωνία στο Σώμα και το Αίμα του Χριστού, η Κοινωνία στο Πνεύμα το Άγιο. Οι χρυσοί κρίκοι της αναλλοίωτης Ορθοδόξου Παραδόσεως θα συνδέουν τις Εκκλησίες αυτές μεταξύ τους, καθώς και με τις Εκκλησίες του παρελθόντος, με την θριαμβεύουσα Εκκλησία των ουρανών. Μέσα σ' αυτές τις μικρές ομάδες θα διατηρηθεί ακέραιη η Μία, Αγία, Καθολική καί Αποστολική Εκκλησία. Βέβαια είναι θαυμάσιο να μπορεί να υπάρχει τάξις και συντονισμός στις εξωτερικές εκδηλώσεις των διαφόρων Εκκλησιών, και oι ολιγότερο σημαντικές Εκκλησίες να παίρνουν κατευθύνσεις και οδηγίες από τις πιο σημαντικές, όπως γίνεται τώρα ανάμεσα στις Επισκοπές, τις Μητροπόλεις, τις Αρχιεπισκοπές και τα Πατριαρχεία. Όμως στο τέλος των καιρών τέτοιες εξωτερικές σχέσεις και επαφές θα είναι τις περισσότερες φορές αδύνατες. 

Θα υπάρχει τέτοια σύγχυσις στον κόσμο, που η μία Εκκλησία δεν θα μπορεί να είναι τόσο σίγουρη για την ορθοδοξία της άλλης, λόγω του πλήθους των ψευδοπροφητών, που θα έχουν γεμίσει τον κόσμο, και θα λέγουν «εδώ ο Χριστός και εκεί ο Χριστός». Μόνον μέσα σε μικρές ομάδες θα διατηρείται η βεβαιότης της ορθής πίστεως και ζωής. Μπορεί να υπάρχουν και παρεξηγήσεις ανάμέσα σέ πραγματικά Ορθόδοξες Εκκλησίες λόγω της «συγχύσεως των γλωσσών» που υπάρχει στην σύγχρονο Βαβέλ. Όμως τίποτε απ' αυτά δεν θα διασπά την ουσιαστική ενότητα της Εκκλησίας. Στο τέλος των καιρών όλοι θα ισχυρίζονται ότι είναι Χριστιανοί Ορθόδοξοι και ότι η Ορθοδοξία είναι όπως την καταλαβαίνουν αυτοί. Παρ' όλα αυτά όμως, όσοι θα έχουν καθαρή καρδιά και φωτισμένο από την θεία Χάρι νου, θα αναγνωρίζουν την Ορθόδοξο Εκκλησία παρ' όλες τις φαινομενικές διαιρέσεις και την ολοσχερή έλλειψη εξωτερικής αίγλης. Θα συσπειρώνωνιαι γύρω στους πραγματικούς ιερείς και θα γίνονται οι στύλοι της Εκκλησίας. Ας κάνουν ό,τι θέλουν oi άνθρωποι του κόσμου. Ας γίνονται οικουμενικά συνέδρια, ας ενώνονται οι «Εκκλησίες», ας νοθεύεται ο Χρι στιανισμός, ας αλλοιώνεται η παράδοσις και η ζωή, ας ενώνονται οι θρησκείες.

Η Εκκλησία του Χριστού θα μένει αναλλοίωτη, γιατι, όπως λέγει ο Χρυσόστομος, έστω και ένας στύλος της αν παραμείνη όρθιος, η Εκκλησία δεν θα πέσει. «Ουδέν Εκκλησίας ισχυρότερου. Του ούρανού υψηλοτέρα εστί, της γης πλατυτέρα εστίν. Ουδέποτε γήρα, αεί δε ακμάζει». Στύλος της Εκκλησίας είναι ο κάθε πραγματικός πιστός, που μένει κολλημένος στην Παράδοση των Πατέρων, παρ' όλα τα φοβερά ρεύματα τού κόσμου που δοκιμάζουν να τον παρασύρουν. Τέτοιοι στύλοι θα υπάρχουν μέχρι την συντέλεια του κόσμου, ό,τι και να γίνει. Εξ' άλλου, όταν φθάσουν να γίνουν αυτά τα πράγματα, ο ερχομός του Κυρίου δεν θα είναι μακριά. Αυτή η κατάστασις θα είναι το πιο φοβερό σημάδι, ότι κοντεύει ο ερχομός Του. Τότε ακριβώς «ήξει το τέλος». Oι γλυκανάλατοι και συναισθηματικοί Χριστιανοί θεωρούν τα παραπάνω σαν υπερβολική και αποκρουστική άπαισιοδοξία. Σύμμαχοι του κόσμου, δεν μπορούν να ιδούν την σφραγίδα του διαβόλου σ' αυτό που οι ίδιοι επικροτούν. Ούτε μπορούν να αναμετρήσουν το τεράστιο χάος που χωρίζει τον κόσμο από τον Θεό, γιατι τότε θα είναι αναγκασμένοι να παραδεχθούν ότι το ίδιο χάος χωρίζει και τους ίδιους από τον Θεό. 

Δεν μπορούν λοιπόν να ανεχθούν να είναι κανείς απαισιόδοξος για την σύγχρονη Βαβέλ. Είναι τόσο ικανοποιημένοι από την εποχή τους. Βλέπουν το μέλλον τόσο λαμπρό. Ο Χριστιανισμός γι' αυτούς είναι τόσο συμβατός με τον κόσμο και είναι τόσο ευχαριστημένοι γι' αυτό, που δεν θα σε συγχωρήσουν αν τους δείξεις ότι πλανώνται. Οραματίζονται στο μέλλον μια παγκόσμια ενωμένη Εκκλησία, με όλους τους ανθρώπους ενωμένους με τον δεσμό της αγάπης. Οι αιρετικοί των διαφόρων αποχρώσεων είναι γι' αυτούς «οι αδελφοί τους Χριστιανοί», από τους οποίους τους εχώρισαν οι εγωισμοί και οι στενοκεφαλιές παρωχημένων εποχών... Για τους ανθρώπους του κόσμου, αυτή η προοπτική του παγκοσμίου κράτους και της παγκοσμίου θρησκείας είναι κάτι το πολύ ευχάριστο. Το ίδιο συμβαίνει και για όσους ποθούν σήμερα την ένωση των «Εκκλησιών» και δεν δίδουν σημασία στην αλήθεια. Για τους τελευταίους αυτούς, τα δογματικά θέματα είναι μισερές βυζαντινολογίες. Αλλά, «διά τούτο πέμψει αυτοίς ο Θεός ενέργειαν πλάνης εις το πιστεύσαι αυτούς τω ψεύδει, ίνα κριθώσι πάντες oι μη πιστεύσαντες τη αληθεία, αλλ' ευδοκήσαντες εν τη αδικία».



Μέσα σ' αυτήν την κοινωνία του Αντιχρίστου, 
οι λίγοι που θα μείνουν γνήσιοι Ορθόδοξοι Χριστιανοί 
θα αποτελούν την πέτρα του σκανδάλου, 
την μόνη παραφωνία μέσα στην τόση διαβολική αρμονία. 
Γι αυτούς οι μέρες εκείνες θα είναι ημέρες θλίψεως μεγάλης. 
«Και έσεσθε μισούμενοι υπό πάντων των εθνών διά το όνομά μου». 
Θα είναι μία νέα περίοδος μαρτυρίου, μαρτυρίου περισσότερο ψυχικού παρά σωματικού. 
Οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί θα είναι μέσα στο απέραντο παγκόσμιο κράτος οι απόκληροι της κοινωνίας. 
«Και ποιήση, όσοι αν μη προσκυνήσωσι τη εικόνι του θηρίου, 
ίνα αποκτανθώσι. 
Και ποιεί πάντας, τους μικρούς και τους μεγάλους, 
και τους πλουσίους και τους πτωχούς, 
και τους ελευθέρους και τους δούλους, 
ίνα δώσωσιν αυτοίς χάραγμα επί της χειρός αυτών της δεξιάς, 
ή επί των μετώπων αυτών, 
και ίνα μη τις δύναται αγοράσαι ή πωλησαι 
ειμή ο έχων το χάραγμα, το όνομα του θηρίου 
ή τον αριθμόν του ονόματος αύτού».
 (Αποκ. 13, 15).



H Ιστορία έχει να μας παρουσιάσει δις την τοπικήν Εκκλησίαν της Κων/λεως άνευ ορθοδόξου επισκόπου. Πρώτον μεν, ότε ούσαν Αρειανοκρατουμένην, ο μεταβάς εκεί προς ενίσχυσιν του Ορθοδόξου ποιμνίου Γρηγόριος ο θεολόγος εύρε αυτό «και ανεπίσκοπον» (MANSΙ 3, 532). Δεύτερον δε επί κακοδόξου Νεστορίου, ότε οί πιστοί, κλήρος και λαος αποκηρύξαντες αυτόν συνήγοντο άνευ αυτού (MANSΙ 4, 1096). Συνεπώς, ο οργανικός σύνδεσμος επισκόπου και αληθείας αποτελεί όρον εκ των ων ουκ άνευ δια την Ορθοδοξίαν της τοπικής εκκλησίας , ης ούτος προίσταται. Δια τούτο και ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς ετόνιζε προς τους αντιπάλους του: ''Οι της του Χριστού Εκκλησίας, της αληθείας εισί. 

Και οι μη της αληθείας όντες, ουδέ της του Χριστού Εκκλησίας εισί''. (Συγγράμ. Β', 627). Ουχί λοιπόν της Εκκλησίας οι κακοδοξούντες, ουδέ ποιμένες, αλλά ''λύκοι'' εν προβάτου δορά, φορά προβάτων κατεργαζόμενοι, έστω κι αν τιτλοφορώνται αρχιποιμένες, παναγιώτατοι και οικουμενικοί. ''Και τοσούτον μάλλον αν και σφων αυτών κατεψεύδοιντο'' συνεχίζει ο μέγας πατήρ, ''ποιμένας και αρχιποιμένας ιερούς εαυτούς καλούντες και υπ' αλλήλων καλούμενοι. Μηδέ γαρ προσώποις τον Χριστιανισμόν, αλλ' αληθεία και ακριβεία πίστεως χαρακτηρίζεσθαι μεμυήμεθα''. (Ένθ αν). Δια τούτον είχε δίκαιον ο καθηγητής πατήρ Γ. Φλωρόφσκι, όταν έγραφε: ''Πολύ συχνά το μέτρον της αληθείας είναι η μαρτυρία της μεοψηφίας. Είναι δυνατόν να είναι Καθολική Εκκλησία το ''μικρόν ποίμνιον''. 

Ίσως υπάρχουν περισσότεροι ετερόδοξοι παρά Ορθόδοξοι. Είναι δυνατόν να εξαπλωθούν οι αιρετικοί παντού και να καταλήξει η Εκκλησία εις το περιθώριον της Ιστορίας ή να αποσυρθεί εις την έρημον. Αυτό συνέβη κατ' επανάληψιν εις την Ιστορίαν και είναι πολύ πιθανόν να συμβεί και πάλιν...''. ''Το καθήκον της υπακοής παύει όταν ο επίσκοπος παρεκκλίνει από τον καθολικόν κανόνα και ο Λαός έχει το δικαίωμα να τον κατηγορήσει, ακόμα δε και να τον καθαιρέσει''. (Αγία Γραφή, Εκκλησία, Παράδοσις, Θεσσαλον. 1977, σελ. 71, 75. Πρβλ. Ι. Κοτσώνη, Προβλήματα Εκκλησιαστικής Οικονομίας, σελ. 113). ''Γιατι όμως αισθάνονται οι Χριστιανοί τόσο πολύ έντονα την ανάγκη να καταφύγουν οπωσδήποτε σε μια διοικητικά οργανωμένη Εκκλησία; 

Αυτό γίνεται, γιατι η Ιστορία έχει μεγάλη δύναμη στην ψυχή μας. Επειδή στην Εκκλησία μέσα στους αιώνες την γνωρίσαμε οργανωμένη σε Πατριαρχεία και σε Συνόδους, την ταυτήσαμε με την οργάνωσή της αυτήν, ξεχνώντας ότι κατά την διάρκεια των αιρέσεων, η οργάνωση αυτή χανόταν για τους Ορθοδόξους και γινόταν το όπλο της κακοδοξίας εναντίον τους. Όμως στους αποκαλυπτικούς καιρούς που ζούμε, έχουμε αφήσει πια πίσω την Ιστορία και μπήκαμε στην Εσχατολογία. Η πνευματική μας επιβίωση εξαρτάται από την συνειδητοποίηση αυτού του γεγονότος. Έπεσαν πια όλα τα ιστορικά μας αντερείσματα. Η αποστασία άλλαξε τους ποιμένας σε λύκους και η οργανωμένη Εκκλησία που ξέραμε είναι πια σήμερα αγέλη λύκων και θάνατος προβάτων. Ο διάβολος είναι πια λυμένος. 

Για να επιβιώσουμε πρέπει να δούμε την Εκκλησία στη μυστική και μυστηριακή της ουσία, γυμνωμένη από την διοικητική της οργάνωση που γνωρίσαμε στην Ιστορία. Στην αρένα οι μάρτυρες γυμνοί αντιμετώπιζαν τα θηρία. Γυμνή και η στρατευομένη Εκκλησία των εσχάτων καιρών θα παλέψει μαζί τους χωρίς Συνόδους, χωρίς Πατριαρχεία, χωρίς σύνδεσμο των κατά τόπους μικρών Εκκλησιών άλλον από τον Χριστόν και την κοινωνία τους με την θριαμβεύουσα Εκκλησία. Το συνηθισμένο λοιπόν ερώτημα: ''Καλά να φύγουμε από τον Οικουμενισμό, αλλά σε ποια Εκκλησία να πάμε;'' δεν έχει την θέση του σήμερα. Γιατι δεν πρόκειται να πάμε πουθενά, αλλά να μείνουμε στην Εκκλησία του Χριστού, στην Εκκλησία των Πατέρων. Ν' αρνηθούμε τις παραποιήσεις και να μείνουμε στην αλήθεια που από απαλών ονύχων γνωρίσαμε, αλλά δυσκολευόμαστε πια ν' αναγνωρίσουμε σ' αυτό που μας λέγουν, ότι είναι δήθεν Εκκλησία. Αυτή την άρνηση του ψεύδους και των παραποιήσεων, θα την πραγματοποιήσουμε εκεί που βρισκόμαστε, διακόπτοντας απλά κάθε επικοινωνία μαζί της. 

Και τότε, όταν θα έχουμε κάνει το πρώτο βήμα που περιμένει από μας ο Θεός, θα έλθει ο ίδιος σε συνάντησή μας και θ' ανοίξει τα μάτια μας που μέχρι τότε όνομα είχαν ότι βλέπουν, αλλά ήταν ανίκανα να δουν τον αληθινό Χριστό. Και όταν τον δούμε θα τρέξουμε στον πιο ακριβό μας φίλο, όπως έτρεξε ο Φίλιππος στον Ναθαναήλ και θα τον καλέσουμε να' ρθει να δει κι αυτός , όσο κι αν αμφιβάλλει για το καλό που μπορεί να έλθει από την Ναζαρέτ. Έτσι σχηματίζεται το ''μικρό ποίμνιο'', η μικρή τοπική εκκλησία. Οι αληθινοί Ισραηλίτες βρίσκουν ο ένας τον άλλον και έρχονται μαζί στον Χριστό, λαικοί και Ιερείς και Επίσκοποι.

Δια της Εγκυκλίου της Ψευδοσυνόδου της Κρήτης καθιερώθηκε και ''Συνοδικά'' ο Οικουμενισμός,
ως διακεκηρυγμένη παναίρεση στους κόλπους της επισήμου Εκκλησίας,
αναγνωρίστηκε επίσημα η οντολογική ύπαρξη και άλλων Εκκλησιών
που έχουν σωστικά μυστήρια και νομοθετήθηκε ''πανορθόδοξα''
η απρόσκοπτη πορεία υπέρ της των πάντων ενώσεως!
Κατοχυρώθηκε ''Συνοδικά'' η φίμωση, η λογοκρισία και η απαγόρευση εις παντί,
μη συμμορφούμενο προς τας οικουμενιστικάς υποδείξεις,
νομιμοποιήθηκε το Π.Σ.Ε. αποκτώντας και κατοχυρωμένα οικουμενικό χαρακτήρα και ''ταυτοποιήθηκε''
επισήμως η Ορθοδοξία με τον Οικουμενισμό!
Οι αποφάσεις της Ληστρικής αυτής Ψευδοσυνόδου έχουν οικουμενικό χαραχτήρα,
αποτελούν πλέον εσωτερικό νόμο των τοπικών εκκλησιών
και εγγίζουν όχι μόνο τον κλήρο,
μα και παντί το ποίμνιο,
που κοινωνεί δια των ιερέων και επισκόπων του με
τους ακοινωνήτους του Οικουμενικού θρόνου.
Τέλος,
η ''Ευχή της των πάντων ενώσεως'' της Μεγάλης Συναπτής,
που τόσο υπερφίαλα, βλάσφημα και ανέξοδα
ερμηνεύθηκε πρόσφατα από τον Ποντίφηκα του Φαναρίου,
ως ένωση όλων των εκκλησιών, διαφορετικών δογμάτων,
σημαίνει αυτό και μόνον αυτό:
την ένωση δηλαδή πάντων των ανθρώπων εν αληθεία Ορθοδόξου πίστεως και την επιστροφή τους στην
Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία,
ως πασίδηλα μετανοημένοι και αναγεννημένοι εκ του Ορθοδόξου βαπτίσματος
ευλογημένοι Χριστιανοί.
Εύχεσθε και προσεύχεσθε!






Σάββατο 14 Μαρτίου 2020

Ορθόδοξος Αγώνας.






Εμείς, δεν είμαστε οι Φωτισμένοι Άγιοι, αμαρτωλοί είμαστε, οι Άγιοι είναι από την απέναντι μεριά, εφόσον όμως, συν Θεώ κάνουμε με λόγο και με έργο αυτά που μας λέγουν οι Άγιοι της Εκκλησίας, που προηγήθηκαν από εμάς, καθώς έγραψε και ο Απόστολος Παύλος στην προς Τιμόθεο Επιστολή και φυλάττουμε, δηλαδή, δικαιοσύνη, ευσέβεια, αγάπη, υπομονή, πραότητα και αγωνιζόμαστε τον καλό αγώνα της Πίστεως και της Ορθής και Σωτήριας Ομολογίας, που αυτό σημαίνει, ότι συν Θεώ, δεν θα δεχτούμε, έως αίματος, για μέλη της Εκκλησίας δηλ. για μέλη του Χριστού τους ψευδεπισκόπους της ληστρικής συνόδου της Κρήτης, τα επίσημα, συνοδικά πλέον μέλη της ψευδεκκλησίας του αντίχριστου, του λεγόμενου Παγκόσμιου Συμβουλίου Εκκλησιών (Π.Σ.Ε.) διακόπτοντας κάθε εκκλησιαστική κοινωνία μαζί τους και με όσους έχουνε εκκλησιαστική κοινωνία με αυτούς.
Μόνο τότε, θα λάβουμε και εμείς πλουσίως και αμέτρως αυτό που έλαβαν και εκείνοι. 

Γι' αυτό ας αντιληφθούν οι καλοπροαίρετοι Χριστιανοί, ότι μετά τη σύνοδο της Κρήτης (2016), είμαστε σε καιρό πολέμου, αφού η αίρεση επιβλήθηκε συνοδικά, η Πίστη προδόθηκε και η Εκκλησία του Ιησού Χριστού διώκεται. 
Ας παύσουν, λοιπόν, να προβάλλουν την ανάγκη των Μυστηρίων ως μεγαλύτερη από την τήρηση της Ορθόδοξης Πίστεως. Με την ανησυχία τους μην στερηθούν αυτά, τελικά συμβιβάζονται με την αίρεση, με κάθε κακοδοξία και την βλασφημία με αποτέλεσμα να χάνουν στο τέλος και τα δύο, δηλαδή και την Ορθόδοξη και Σωτήρια Ομολογία της Πίστεως και την Χάρη των Ορθοδόξων Μυστηρίων. 
Αυτό δε συμβαίνει επειδή το δόγμα των Χριστιανών είναι ότι η Ορθόδοξη Πίστη είναι η προϋπόθεση των Ορθοδόξων Μυστηρίων.

Θα πενθούν βαριά και οι Εκκλησίες, διότι δεν θα υπάρχει ούτε προσφορά ούτε θυμίαμα ούτε θα γίνεται η θεάρεστος λατρεία, αλλά τα ιερά των εκκλησιών θα ερημώσουν σαν την πρόχειρη καλύβα μετά τον τρυγητό και δεν θα προσφέρεται το τίμιο Σώμα και Αίμα του Χριστού σε εκείνες τις ημέρες. Η λειτουργία θα χαθεί, οι ψαλμωδίες θα παύσουν, δεν θα ακούγεται ανάγνωση των γραφών. Σκοτάδι θα καλύψει τους ανθρώπους και θρήνος πάνω στο θρήνο και αλίμονο.

«Ερμηνεία της Ιεράς Αποκαλύψεως κατά την Αγία Γραφή και τους Αγίους Πατέρες» – Μοναχού Μάξιμου Γαβριήλ Αγιορείτου. (Β’ Τόμος – Νέα έκδοση)

Παρασκευή 13 Μαρτίου 2020

Όρθόδοξος Καθολική Έκκλησία.



Όρθόδοξος Καθολική Έκκλησία. 




H Εκκλησία είναι «Μία», δηλαδη «μόνη ». Όπως είς είναι ό σαρκωθείς θεός καΙ εν τό σωμα του Κυρίου, οϋτω μία είναι καί ή 
«Έκκλησία θεου ζώντος» . H «Μία» Έκκλησία είναι έν Tώ κόσμω ό μοναδικός «στυλος καί έδραίωμα της αληθείας», τό μόνον 
Ταμείον της ανακαινιζούσης Χάριτος του Άγίου Πνεύματος, καΙ ή μόνη «Αγία» Kιβωτός της έν Xριστώ σωτηρίας. Έκτός της 
"Αγίας Έκκλησίας, «ό κόσμος όλος έν Tώ κόσμω Κείται». Ως «Μία» καί «Αγία» ή Έκκλησία είναι «Καθολική», μη δυναμένη 
να διαιρεθή. Αί κατα τόπους Έκκλησίαι δεν κατατέμνουν την 'Εκκλησίαν είς 'Πολλάς, άλλα αποτελούν μέλη της «Μιας» ΈKKλησίας.
Το ορατόν καί αόρατον στοιχείον της Έκκλησίας δέν μερίζουν ταύτην είς δύο EKKλησίας, είς ορατήν Έκκλησίαν καί είς άόρατον Eκκλησίαν. Το αόρατον καί ορατόν στοιχείον της Eκκλησίας αποτελούν έν Χριστώ εν, την «Μίαν... Καθολικην» Eκκλησίαν, την αληθή καί Όρθόδοξov ΈκκλησΙαν. Αιρέσεις καί τα σχίσματα δέν είναι μέλη της Έκκλησίας, αλλά είναι έκτος της Εκκλησίας καί εντός του κόσμου, ο οποίος «ολος έν τώ πονηρώ κείται».
Οί Χριστιανοί εξακολουθουν να αποτελούν μέλη του σώματος του Κυρίου, ήτοι της Eκκλησίας, εφόσον κρατούν καί
επαυξάνουν την ορθόδοξον Πίστιν. Aρνoύμενoι δε την ορθόδοξον 
πίστιν, εστω και κατα μιικρόν, δια της Παραδοχης της αίρέσεως, αποχωρίζονται του θεού οικειοθελώς. Δια της απωλείας. της ορθοδόξου πίστεως τα μέλη της Εκκλησίας αποκόπτονται εθελοκάκως του σώματος του Κυρίου ήμων Ίησου Χριστού, εξέρχονται 
της Έκκλησίας και εκπίπτουν της εν Χριστώ σωτηρίας, H Παραδοχή της αίρέσεως είναι όντως ή Εσχάτη πτωσις της ψυχης «το έσχατον πτωμά έστι ψυχής».

Αποτείχιση η μόνη οδός σωτηρίας. 

H ΠΡΟΦΗΤΙΚΗ ΦΩΝΗ ΤΟΥ ΜΑΚΑΡΙΣΤΟΥ ΑΓΩΝΙΣΤΗ ΚΑΙ ΟΜΟΛΟΓΗΤΟΥ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΦΛΩΡΙΝΗΣ

 

ΕΙΧΕ ΠΡΟΦΗΤΕΥΣΕΙ Ο ΜΑΚΑΡΙΣΤΟΣ ΠΡΩΗΝ ΦΛΩΡΙΝΗΣ π.ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΣ ΚΑΝΤΙΩΤΗΣ ΤΗΝ ΠΑΝΔΗΜΙΑ ΤΟΥ ΚΟΡΩΝΟΪΟΥ ΠΟΥ ΕΧΕΙ ΧΤΥΠΗΣΕΙ ΟΛΟ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΚΙΝΔΥΝΟΥΣ ΕΞ. ΑΝΑΤΟΛΩΝ ΓΙΑ ΤΑ ΝΗΣΙΑ ΤΟΥ ΑΙΓΑΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΝ ΕΒΡΟ - π.ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΣ ΚΑΝΤΙΩΤΗΣ : " ΕΡΧΕΤΑΙ ΕΠΙΔΗΜΙΑ ΕΞ' ΑΝΑΤΟΛΩΝ , ΤΥΠΟΥ "ΓΡΙΠΗΣ" ΑΛΛΑ ΟΧΙ ΓΡΙΠΗ "_ " ΔΕΝ ΤΟ ΠΙΣΤΕΥΩ ΑΛΛΑ ΟΛΑ ΕΙΝΑΙ ΔΥΝΑΤΑ ΚΑΙ ΟΛΑ ΕΙΝΑΙ ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΑ , ΟΤΙ ΜΕΣΑ ΣΕ 24 ΩΡΕΣ ΚΑΤΑΛΑΜΒΑΝΟΥΝ ΤΑ ΝΗΣΙΑ ΤΟΥ ΑΙΓΑΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΝ ΕΒΡΟ ΟΛΟΚΛΗΡΟ.....Η ΜΙΚΡΑ ΕΛΛΑΣ ΚΙΝΔΥΝΕΥΕΙ " ΜΕΤΑΝΟΙΑ.


Αποτείχιση η μόνη οδός σωτηρίας. 



Άγιος Παΐσιος ο Μέγας και οι Οικουμενιστές

Στις σελ.266-268 ἀναφέρει την περίπτωση τοῦ Μοναχοῦ που εἶπε στο Ἐβραῖο "ἲσως εἶναι ἒτσι καθώς σύ λέγεις" και εὐθύς ἒχασ...