Παρασκευή 14 Ιουνίου 2019


Η αντιμετώπιση του θανάτου . Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος

Πολλά πράγματα θέλουμε να μαθαίνουμε και να κατανοούμε, προπαντός όμως τον καιρό που θα γίνει η συντέλεια του κόσμου. Ο απόστολος Παύλος, για να περιορίσει την άκαιρη αυτή πολυπραγμοσύνη μας, γράφει σε μιαν επιστολή του: «Σχετικά με το χρόνο του ερχομού του Κυρίου, αδελφοί, δεν χρειάζεται να σας γράψω, γιατί κι εσείς το ξέρετε πολύ καλά, ότι η ημέρα του Κυρίου θα έρθει απροειδοποίητα, όπως ο κλέφτης τη νύχτα» (Α' Θεσ. 5:1-2).

Τί θα κερδίσουμε, δηλαδή, αν γνωρίζουμε πότε θα γίνει η Δευτέρα Παρουσία του Χριστού; Πέστε μου. Ας υποθέσουμε ότι θα γίνει ύστερ' από είκοσι χρόνια ή τριάντα ή εκατό. Ποια σημασία μπορεί να έχει αυτό για μας; Μήπως για τον καθένα μας η συντέλεια δεν έρχεται με το τέλος της ζωής του; Γιατί, λοιπόν, πο­νοκεφαλιάζεις και βασανίζεσαι για το τέλος του κόσμου;

Δυστυχώς, όμως, όπως συμβαίνει και σε πολλές άλλες περιπτώσεις, στις οποίες αδιαφορούμε για τα ζητήματα που μας αφορούν άμεσα και καταπιανόμα­στε με τα ζητήματα των άλλων, παραμελούμε τις δικές μας υποθέσεις και φροντίζουμε για τις ξένες, έτσι και σε τούτη την περίπτωση· αντί ο καθένας μας να ενδιαφέρεται για το δικό του τέλος, θέλουμε να μάθουμε με λεπτομέρειες πώς και πότε θα έρθει το κοινό τέλος όλων μας.

Αν θέλετε να πληροφορηθείτε, γιατί είναι άγνωστο στον καθένα μας το τέλος της ζωής του και γιατί ο θάνατος έρχεται ξαφνικά, όπως ο κλέφτης τη νύχτα, θα σας το πω, καθώς μάλιστα νομίζω ότι σωστά γίνεται έτσι. Αν, λοιπόν, ο καθένας μας ήξερε τη χρονική στιγμή του θανάτου του, κανείς μας δεν θα φρόντιζε να κάνει ενάρετα έργα, όσο θα ζούσε, αλλά, γνωρίζοντας ποια θα ήταν η τελευταία μέρα της ζωής του, αφού πρώτα θα έκανε αμέτρητα κακά, θα μετανοούσε λίγο πριν κλείσει για πάντα τα μάτια του και θα έφευγε για την άλλη ζωή απαλλαγμένος από τις αμαρτίες του.

Αν δηλαδή τώρα, που ο φόβος από την άγνοια του χρόνου του θανάτου συγκλονίζει τις ψυχές μας, αφού περάσουμε όλη μας τη ζωή μέσα στην αμαρτία, μόλις στις τελευταίες μας στιγμές αποφασίζουμε οι περισσότεροι να μετανοήσουμε, εφόσον βέβαια προλάβουμε, ποιος από μας θα φρόντιζε για την αρετή, αν ξέραμε σίγουρα το πότε θα πεθάνουμε; Τίποτα δεν θα διστάζαμε να πράξουμε ως την ημέρα εκείνη. Από τους εχθρούς μας θα παίρναμε εκδίκηση, όσους θέλαμε θα σκοτώναμε, τα άγρια πάθη της ψυχής μας θα ικανοποιούσαμε σε βάρος των συνανθρώπων μας, και μετά, πριν πεθάνουμε, θα... μετανοούσαμε!

Πέρα απ’ αυτό, ούτε πράξεις αληθινής αυτοθυσίας θα υπήρχαν ούτε οι γενναιόψυχοι άνθρωποι θα είχαν καμιάν ανταμοιβή, γιατί, όταν θ' αντιμετώπιζαν τολμηρά και ατρόμητα τους διάφορους κινδύνους, θα αντλούσαν το θάρρος τους από τη βεβαιότητα ότι δεν ήρθε η ώρα να πεθάνουν. Και ο πιο δειλός ακόμα θα ριχνόταν αδίσταχτα στη φωτιά, έχοντας τη γνώση ότι δεν κινδυνεύει να πάθει κανένα κακό. Γιατί αυτός που γνωρίζει ότι μπορεί να χάσει τη ζωή του σε κάποιον κίνδυνο και εντούτοις δεν διστάζει να εκτεθεί στον κίνδυνο αυτό, αποδεικνύει με ασφάλεια τη γενναιότητα και την αυτοθυσία του.

Όποιος έχει πραγματικά φιλοσοφημένη σκέψη και κατευθύνεται από την ελπίδα των μελλοντικών αγαθών, ούτε και το θάνατο θα θεωρήσει σαν θάνατο. Ο δίκαιος, δηλαδή, που βαδίζει στο δρόμο του Θεού και καθημερινά περιμένει να μπει στη βασιλεία Του, δεν ταράζεται, δεν αναστατώνεται, δεν στενοχωριέται, όταν έρχεται αντιμέτωπος με το θάνατο, όταν λ.χ. αντικρίσει νεκρό κάποιον συγγενή ή φίλο του. Γιατί γνωρίζει ότι ο θάνατος, γι' αυτούς που έζησαν ενάρετα στη γη, δεν είναι παρά μετάθεση σε μια καλύτερη ζωή, ταξίδι για έναν καλύτερο τόπο, δρόμος που οδηγεί στα στεφάνια.

Γι' αυτό μπροστά στις πόλεις και στα χωριά υπάρχουν τα κοιμητήρια και οι τάφοι, για να μας θυμίζουν συνέχεια την ανθρώπινη θνητότητα. Έτσι, καθώς μπαίνουμε σε μια μεγάλη και πλούσια πόλη ή σ' ένα ωραίο και γραφικό χωριό, πριν δούμε τις ομορφιές και τα αξιοθέατά τους, βλέπουμε το τέλος και την κατάληξη κάθε ομορφιάς, κάθε πλούτου, κάθε δόξας.

Όταν, πάλι, ένας άνδρας και μια γυναίκα πα­ντρεύονται, υπογράφουν συχνά ένα συμβόλαιο, με το οποίο ρυθμίζουν από πριν την τύχη της περιουσίας τους σε περίπτωση θανάτου του ενός ή του άλλου: «Αν ο σύζυγος πεθάνει πριν από τη σύζυγο, θα γίνει τούτο. Αν η σύζυγος πεθάνει πριν από το σύζυγο, θα γίνει τούτο και τούτο». Καλά-καλά δεν γνωρίστηκαν ακόμα, καλά-καλά τη ζωή τους δεν άρχισαν, και το θάνατο σκέφτονται. Πολλές φορές, μάλιστα, το συμβόλαιο αναφέρει τι θα γίνει, αν πεθάνει το παιδί, που θα γεννήσουν: «Αν το παιδί, που θα γεννηθεί, πεθάνει, θα γίνει αυτό κι αυτό». Ακόμα δεν φάνηκε ο απόγονος, και εκδόθηκε η απόφαση του θανάτου του!

Τί θέλω να πω με όλα αυτά; Ότι, πηγαίνοντας στο συμβολαιογραφείο για τη σύνταξη ενός συμβολαίου, ο καθένας γνωρίζει πως ο θάνατος θα επισκεφθεί κάποια στιγμή τον ίδιο ή έναν δικό του άνθρωπο. Το θεωρεί απόλυτα φυσιολογικό και αναπόφευκτο. Όταν, όμως, έρθει ο θάνατος, ξεχνάει όσα έγραψε και άλλα λέει. «Έπρεπε να πάθω εγώ τέτοιο πράγμα;», φωνάζει με θρήνους και αναστεναγμούς ο άντρας που χή­ρεψε. «Περίμενα να με βρει τέτοια συμφορά και να χάσω τη γυναίκα μου;». Τί λες, άνθρωπέ μου; Όταν ήσουνα, ή μάλλον νόμιζες πως ήσουνα, μακριά από το θάνατο, ήξερες καλά τους φυσικούς νόμους· τώρα που έπαθες τη συμφορά, τους ξέχασες; Ίσως να πήρε ο Θεός τη γυναίκα σου, επειδή θέλει να σε οδηγήσει στην εγκράτεια, επειδή σε θεωρεί ικανό για μεγαλύ­τερους αγώνες, για ανώτερη πνευματική ζωή, και γι' αυτό σε ελευθέρωσε από τον συζυγικό δεσμό.

Κι εσύ πάλι, η γυναίκα, που έχασες τον άντρα σου, γιατί κλαις; Μήπως επειδή έχασες τον προστάτη σου κι έμεινες έρημη στον κόσμο; Ποτέ μην πεις κάτι τέτοιο. Γιατί δεν έχασες το Θεό, που είναι ο πραγματικός προστάτης όλων μας. Αφού έχεις βοηθό το Θεό, δεν έχεις ανάγκη από κανέναν άλλο. Μήπως, και όταν ζούσε ο άντρας σου, ο Θεός δεν ήταν που σας τα έδινε όλα; Αυτό να σκέφτεσαι και να λες, όπως ο Δαβίδ: «Ο Κύριος είναι το φως μου και ο σωτήρας μου, ποι­όν θα φοβηθώ; Ο Κύριος είναι ο υπερασπιστής της ζωής μου, τί θα με κάνει να δειλιάσω;» (Ψαλμ. 26:1). Τώρα πια Αυτός, «ο πατέρας των ορφανών και συ­μπαραστάτης των χηρών» (Ψαλμ. 67:6), θα φροντίζει για σένα περισσότερο απ’ όσο φρόντιζε πριν.

Βλέπεις, λοιπόν, ένα συγγενή σου να φεύγει απ’ αυτόν τον κόσμο; Μην τρομάζεις, μη θρηνείς, μη συντρίβεσαι. Συγκεντρώσου στον εαυτό σου, εξέτασε τη συνείδησή σουκαι σκέψου ότι σε λίγο καιρό σε περιμένει κι εσένα το ίδιο τέλος.

«Μα ο νεκρός», θα μου πεις, «σαπίζει, γίνεται σκόνη». Ακριβώς γι' αυτό πρέπει να χαίρεσαι περισσότερο. Όταν θέλει κανείς να ξαναχτίσει ένα σπίτι, που πάλιωσε και έγινε ετοιμόρροπο, αφού πρώτα βγάλει τους ενοίκους, το κατεδαφίζει και το φτιάχνει πιο καλό. Και όταν γίνεται αυτό, οι ένοικοι δεν λυπούνται, επειδή βγήκαν από το παλιό σπίτι, αλλά μάλλον ευχα­ριστημένοι είναι. Δεν τους νοιάζει, βλέπεις, για την κατεδάφιση, που βλέπουν με τα μάτια τους, γιατί συλ­λογίζονται τη νέα και ωραία οικοδομή, που θα ανεγερθεί, κι ας μην τη βλέπουν ακόμα. Το ίδιο κάνει και ο Θεός. Όταν πρόκειται να διαλύσει το σώμα μας, βγάζει πρώτα την ψυχή, που κατοικεί μέσα σ' αυτό, όπως θα την έβγαζε από ένα παλιό και ετοιμόρροπο σπίτι, για να την εγκαταστήσει πάλι με μεγαλύτερη δόξα στο νέο σπίτι, που θα οικοδομήσει. Και ο Αδάμ, όταν δημιουργήθηκε, δεν είδε ότι πλάστηκε από χώμα. Ο Θεός, δηλαδή, δεν έπλασε την ψυχή πρώτη, για να μη δει τη δημιουργία του σώματος. Γι' αυτό η ψυχή δεν γνώριζε την ευτέλεια του σώματος. Όταν, όμως, γίνει η κοινή ανάσταση, τότε η ψυχή θα βρεθεί σ' ένα νέο άφθαρτο σώμα, όχι πια στο παλιό χωμάτινο ένδυμά της.

Ο νεκρός, κι αν δεν βλέπει τον εαυτό του, βλέπει όμως εκείνους που πέθαναν πιο μπροστά να γίνονται σκόνη, και διδάσκεται πολλά. Για κοίτα πόσο μαζεμένοι και συγκρατημένοι είναι μπροστά στους νεκρούς ακόμα και οι πιο περήφανοι, ακόμα και οι πιο απόκοτοι άνθρωποι! Ακούγεται η λέξη «θάνατος», και η καρδιά όλων σπαρταράει από το φόβο. Και φιλοσοφούμε γύρω από τους τάφους και σκεφτόμαστε που καταλήγουμε και φλυαρούμε για τη ματαιότητα των εγκοσμίων, αλλά, μόλις απομακρυνθούμε, ξεχνάμε την ευτέλειά μας.

Να, για παράδειγμα, όταν βρεθεί κανείς στην κηδεία ενός φίλου του, γυρίζει στο διπλανό του και του λέει λόγια σαν και τούτα: «Αλήθεια, πόσο ταλαίπωροι είμαστε! Πόσο ασήμαντη είναι η ζωή μας! Τί γινόμαστε, άραγε, μετά το θάνατο; Αυτό πρέπει να σκεφτόμαστε και να μην κακολογούμε, να μην αδικούμε, να μη μνησικακούμε...». Φαίνεται να μιλάει με τόση ειλικρίνεια, ώστε, καθώς τον ακούς, δεν αμφιβάλλεις ότι την ίδια κιόλας στιγμή θ' απαρνηθεί ολότελα την κακία του και θ' αρχίσει να ζει ενάρετα. Μα, αλίμονο, μετά την κηδεία θα ξεχάσει και το φόβο του και τα λόγια του, και θα συνεχίσει να ζει στην αμαρτία, όπως πρώτα.

Ας ξαναγυρίσουμε, όμως, στο θέμα μας. Πες μου, για ποιο λόγο κλαις με τόσο πόνο αυτόν που πέθανε; Γιατί ήταν κακός; Ε, λοιπόν, όχι μόνο δεν πρέπει να κλαις, αλλά και να ευχαριστείς το Θεό, που σταμάτησε πια η κακία του. Μήπως, απεναντίας, ήταν καλός; Και στην περίπτωση αυτή πρέπει να χαίρεσαι, γιατί πέθανε «πριν η κακία αλλάξει τη σύνεσή του ή η δολιότητα της αμαρτίας εξαπατήσει την ψυχή του» (Σοφ. Σολ. 4:11). Ήταν μήπως νέος; Και γι' αυτό ακόμα ευχαρίστησε το Θεό και δόξασέ Τον, γιατί τον πήρε κοντά Του. Όπως εκείνους που πηγαίνουν για ν' αναλάβουν κάποιο αξίωμα, τους κατευοδώνουμε με χαρά και ικανοποίηση, έτσι πρέπει ν' αποχαιρετάμε κι αυτούς που φεύγουν από τούτη τη ζωή, γιατί πηγαίνουν κοντά στο Θεό, όπου θ' απολαμβάνουν μεγάλη τιμή και ευτυχία.

Δεν λέω, βέβαια, ότι δεν πρέπει να λυπόμαστε για το χωρισμό από τ' αγαπημένα μας πρόσωπα, που πεθαίνουν, αλλά να μη λυπόμαστε περισσότερο απ’ όσο πρέπει. Γιατί θα παρηγορηθούμε αρκετά, αν σκεφτούμε ότι ο άνθρωπος, που χάσαμε, ήταν θνητός, όπως όλοι μας. Με το ν' αγανακτούμε, δεν δείχνουμε τίποτ' άλλο, παρά πως ζητάμε πράγματα ασυμβίβαστα με την ανθρώπινη φύση.

Γεννήθηκες άνθρωπος, επομένως θνητός. Γιατί, λοιπόν, υποφέρεις με κάτι τόσο φυσικό, όπως ο θάνατος; Μήπως λυπάσαι, επειδή, για να ζήσεις, πρέπει να τρως; Μήπως επιδιώκεις να ζήσεις χωρίς τροφή; Τότε γιατί επιδιώκεις να μην πεθάνεις; Όσο φυσικό είναι το να τρως, άλλο τόσο και το να πεθάνεις. Αφού είσαι θνητός, μη ζητάς να γίνεις αθάνατος· γιατί αυτό το πράγμα καθορίστηκε και νο­μοθετήθηκε μια μόνο φορά και για πάντα. Ας μη μοιάζουμε στους ληστές, που θέλουν να κάνουν δικά τους όσα ανήκουν σε άλλους. Έτσι, όταν ο Θεός παίρνει από μας χρήματα ή τιμή ή δόξα, ακόμα και το σώμα ή και την ψυχή, παίρνει αυτά που Του ανήκουν. Και το παιδί σου ακόμη αν πάρει, δεν παίρνει ουσιαστικά το παιδί σου, αλλά το δικό Του πλάσμα.



Αφού, λοιπόν, εμείς δεν ανήκουμε στον εαυτό μας, πώς θα ανήκουν σ' εμάς όσα ανήκουν σ' Εκείνον; Αν η ψυχή σου δεν είναι δική σου, πώς είναι δικά σου τα χρήματά σου; Και αν δεν είναι δικά σου, πώς ξοδεύεις άσκοπα ή άπρεπα αυτά που ανήκουν σε άλλον; Μη λες, «Τα δικά μου ξοδεύω, από τα δικά μου διασκεδάζω»· γιατί ξοδεύεις και διασκεδάζεις με τα ξένα. Και τα αποκαλώ ξένα, γιατί ο Θεός θεωρεί δικά σου όσα σου έδωσε, για να τα μοιράσεις στους φτωχούς. Τότε μόνο τα ξένα γίνονται δικά σου. Αν τα ξοδέψεις για τον εαυτό σου, τότε τα δικά σου γίνονται ξένα.

Δεν βλέπεις ότι τα σώματά μας τα υπηρετούν τα χέρια; Δεν βλέπεις ότι το στόμα μασάει την τροφή, πριν τη δεχθεί το στομάχι; Μήπως το στομάχι λέει, «Αφού δέχτηκα την τροφή, δικαιωματικά τα κατέχω όλα»; Τα μάτια πάλι, μήπως, επειδή αυτά δέχονται το φως, το κρατάνε μόνο για τον εαυτό τους και δεν το θέτουν στην υπηρεσία όλου του σώματος; Ή μήπως τα πόδια, επειδή μόνο αυτά βαδίζουν, τον εαυτό τους μόνο μετακινούν και όχι το σώμα ολόκληρο; Αλλά και από τους επαγγελματίες, αν θελήσει ο καθένας να μην παραχωρήσει και σε άλλους την ωφέλεια από το επάγγελμά του, όχι μόνο εκείνους, αλλά και τον εαυτό του θα ζημιώσει. Ακόμα και οι φτωχοί, αν ήταν τόσο κακοί όσο εσείς, οι πλούσιοι, που τίποτ' άλλο δεν σκέφτεστε παρά το πως θ' αυξήσετε τα κέρδη σας, και δεν έδιναν από το υστέρημά τους στους πιο φτωχούς και αναγκεμένους, γρήγορα θα σας έριχναν κι εσάς στη φτώχεια.

«Μα έχασα το μονάκριβο παιδί μου», θα πει ίσως κάποιος, «που πάνω του στήριζα τόσες ελπίδες». Και τί μ' αυτό; Ευχαρίστησε το Θεό, που πήρε το παιδί σου, και τότε δεν θα είσαι κατώτερος από τον Αβρα­άμ, που οδήγησε το γιο του Ισαάκ στο βουνό για να τον θυσιάσει, ύστερ' από θεία εντολή. Όπως εκείνος αγόγγυστα πρόσφερε το μονάκριβο παιδί του στο Θεό, έτσι πρόσφερέ το κι εσύ, και δεν θα πάρεις μικρότερη αμοιβή. Μην κλαις, μη βαρυγγωμάς, μην αναστενάζεις. Πες ό,τι είπε και ο μακάριος Ιώβ, όταν έχασε όλα του τα παιδιά: «Ο Κύριος μου τα έδωσε, ο Κύριος μου τα πήρε. Όπως φάνηκε καλό στον Κύ­ριο, έτσι κι έγινε. Ας είναι τ' όνομά Του δοξασμένο παντοτινά» (Ιώβ 1:21). Έτσι αποστόμωσε και τη γυναίκα του, λέγοντάς της μάλιστα και τούτα τα λόγια, που προκαλούν το θαυμασμό μας: «Αν δεχτήκαμε από τα χέρια του Κυρίου τα αγαθά, δεν θα υπομείνουμε και τις συμφορές;» (Ιώβ 2:10). Έτσι να σκέφτεσαι κι εσύ, καθώς μάλιστα το παιδί σου δεν έπεσε στα χέρια εχθρού ή κακούργου, αλλά πήγε κοντά στο Θεό, που φροντίζει γι' αυτό περισσότερο από σένα και που γνωρίζει το συμφέρον του καλύτερα από σέ­να. Κοίτα πόσα παιδιά, που βρίσκονται στη ζωή, έκαναν μαρτυρική τη ζωή των γονιών τους.

«Τα καλά παιδιά δεν τα βλέπεις;», θα με ρωτήσεις. Και σου απαντώ: Τα βλέπω κι αυτά, η κατάσταση όμως του δικού σου παιδιού είναι πιο σίγουρη από τη δική τους. Μπορεί τώρα να είναι καλά, το τέλος τους όμως είναι άγνωστο. Εσύ δεν φοβάσαι πια για το παιδί σου, μήπως πάθει τίποτα ή μήπως πάρει στραβό δρόμο. Γι' αυτό, σου το ξαναλέω, μη θρηνείς. Να δοξολογείς μόνο τον Κύριο, όπως έκανε ο Ιώβ.

«Και πώς να μη θρηνώ», θα πεις, «που δεν είμαι πια πατέρας;». Τί λόγια είναι τούτα; Μήπως έχασες το παιδί σου; Μάλλον τώρα το έκανες δικό σου και το έχεις πιο σίγουρα. Δεν έπαψες να είσαι πατέρας. Είσαι μάλιστα κάτι παραπάνω -όχι πια πατέρας ενός θνητού πλάσματος, μα ενός αθάνατου όντος! Μη νομίζεις ότι έχασες πραγματικά το παιδί σου, επειδή δεν είναι κοντά σου. Όπως θα συνέχιζε να είναι παιδί σου, αν είχε μεταναστεύσει σε μακρινή χώρα, έτσι και τώρα, που έφυγε για τον ουρανό. Βλέποντας, λοιπόν, τα μάτια του κλειστά, το στόμα του άφωνο και το σώμα του ακίνητο, μη σκέφτεσαι: «Αυτό το στόμα δεν μιλάει πια, αυτά τα μάτια δεν βλέπουν πια, αυτά τα πόδια δεν βαδίζουν πια». Αλλά να σκέφτεσαι: «Αυτό το στόμα θα πει καλύτερα λόγια, αυτά τα μάτια θα δουν ωραιότερα πράγματα, αυτά τα πόδια θα περπατήσουν στον ουρανό, αυτό το σώμα θ’ αναστηθεί άφθαρτο και θα πάρω πίσω το παιδί μου λαμπρότερο».

«Αλλά δεν γνωρίζω που πήγε», ίσως θα μου πεις. Πώς δεν το γνωρίζεις; Είτε θεάρεστα έζησε είτε όχι, εί­ναι γνωστό που θα πάει. «Γι' αυτό ακριβώς κλαίω», θα εξηγήσεις, «γιατί έφυγε φορτωμένο με αμαρτίες». Μα κι αν δεν είχε αμαρτίες, μήπως δεν θα έκλαιγες και δεν θα βαρυγγωμούσες; Τώρα παραπονιέσαι στο Θεό και Του λες: «Γιατί μου πήρες το παιδί μου γεμάτο αμαρτίες;». Τότε θα Του έλεγες: «Γιατί μου πήρες ένα τόσο καλό παιδί;». Και στις δυο περιπτώσεις, όμως, πρέπει να χαίρεσαι. Αν το παιδί ήταν αμαρτωλό, γιατί έπαψε πια ν' αμαρτάνει και δεν πρόσθεσε μεγαλύτερο βάρος κακίας στην ψυχή του. Ενώ μάλιστα δεν μπορούσες να το βοηθήσεις όσο ζούσε, γιατί δεν άκουγε τις συμβουλές σου, τώρα μπορείς να το βοηθήσεις· όχι με δάκρυα και θρήνους, αλλά με προσευχές και ελεημοσύνες και προσφορές.

Αυτά καθορίστηκαν από τους αγίους αποστόλους όχι τυχαία, αλλά με το φωτισμό του Αγίου Πνεύματος. Ο ιερέας, μπροστά στο ιερό θυσιαστήριο, όταν τελεί τα φρικτά Μυστήρια του Χριστού, μνημονεύει όχι μόνο τους ζωντανούς, αλλά και τους νεκρούς, οπότε οι ψυχές ανακουφίζονται. Και όταν εμείς κάνουμε γι' αυτούς προσφορές στην εκκλησία ή ελεημοσύνες στους φτωχούς, τους προξενούμε κάποια παρηγοριά, όσο αμαρτωλοί κι αν ήταν. Αν πάλι το παιδί σου ήταν καλό και ενάρετο, πολύ περισσότερο δεν πρέπει να λυπάσαι. Γιατί, όπως ο καθαρός κι ολόλαμπρος ήλιος ανεβαίνει στον ουρανό, έτσι και η καθαρή ψυχή, που εγκαταλείπει το σώμα, ανεβαίνει ολόλαμπρη, με τη συνοδεία αγγέλων, στο βασίλειο του Θεού.

Δεν είναι κακό, λοιπόν, το να πεθάνει κανείς. Τότε για ποιο λόγο φοβόμαστε το θάνατο;Γιατί δεν μας έχει κυριέψει ο έρωτας της ουράνιας βασιλείας, γιατί δεν μας έχει φλογίσει ο πόθος των μελλοντικών αγαθών. Αν είχε συμβεί αυτό, όλα τα αγαθά της γης θα τα περιφρονούσαμε. Όποιος φοβάται πάντα την κόλαση, δεν θα φοβηθεί ποτέ το θάνατο. Να μην έχετε, λοιπόν, τη σκέψη μικρού παιδιού, αλλά την ακακία μικρού παιδιού. Τα μικρά παιδιά φοβούνται τις αγριωπές αλλ' ακίνδυνες μάσκες, δεν φοβούνται όμως την επικίνδυνη φωτιά. Έτσι, αν τα κρατάει κανείς κοντά σ' ένα αναμμένο λυχνάρι, χωρίς να το σκεφτούν, ακουμπάνε το χέρι τους στη φλόγα και καίγονται.
Θέλετε να σας πω και άλλη αιτία, για την οποία φοβόμαστε το θάνατο; Γιατί δεν ζούμε ενάρετη ζωή και δεν έχουμε καθαρή συνείδηση. Αλλιώς ο θάνατος δεν θα μας τρόμαζε. Απόδειξέ μου ότι θα κληρονομήσω τη βασιλεία των ουρανών και σφάξε με τώρα κιόλας. Θα σου χρωστάω μάλιστα και χάρη για τη σφαγή μου, αφού θα με στείλεις γρήγορα σ' εκείνα τα αγαθά. «Αλλά φοβάμαι να πεθάνω άδικα», ίσως θα μου πεις. Ώστε ήθελες να πεθάνεις δίκαια; Και ποιος είναι τόσο ταλαίπωρος, που, ενώ μπορεί να πεθάνει άδικα, προτιμάει να πεθάνει δίκαια;

Αν πρέπει να φοβόμαστε θάνατο, πρέπει να φοβόμαστε εκείνον που μας βρίσκει δίκαια. Όποιος πεθαίνει άδικα, μοιάζει στους αγίους. Γιατί οι περισσότεροι απ’ αυτούς που ευαρέστησαν το Θεό, θανατώθηκαν άδικα. Και πρώτος ο Άβελ. Δεν δολοφονήθηκε γιατί έφταιξε στον Κάιν, αλλά γιατί τίμησε το Θεό. Και ο Θεός παραχώρησε να γίνει αυτός ο φόνος γιατί αγαπούσε τον Άβελ ή γιατί τον μισούσε; Ολοφάνερα γιατί τον αγαπούσε και ήθελε να του προσφέρει πιο λαμπρό στεφάνι, λόγω της άδικης σφαγής του.



Βλέπεις που δεν πρέπει να φοβάσαι μήπως πεθάνεις άδικα, αλλά μήπως πεθάνεις φορτωμένος με αμαρτίες; Ο Άβελ πέθανε άδικα, μα ο Κάιν πέρασε την υπόλοιπη ζωή του έχοντας την κατάρα του Θεού, στενάζοντας και τρέμοντας ακατάπαυστα. Ποιός από τους δύο ήταν πιο μακάριος; Εκείνος που έπαψε να ζει μέσα στη αρετή ή αυτός που έζησε μέσα στην αμαρτία; Εκείνος που άδικα πέθανε ή αυτός που δίκαια τιμωρήθηκε;

Ας μην κλαίμε, λοιπόν, αδιάκριτα όλους όσοι πεθαίνουν, αλλά εκείνους που πεθαίνουν έχοντας πολλές αμαρτίες. Σ' αυτούς πρέπουν τα δάκρυα και οι θρήνοι. Γιατί ποιά ελπίδα έχουν, αφού δεν είναι πια δυνατό να καθαριστούν από τις αμαρτίες τους; Όσο βρίσκονταν στην παρούσα ζωή, υπήρχε ελπίδα να μετανοή­σουν. Εκεί που πήγαν, όμως, δεν κερδίζει κανείς τίποτα με τη μετάνοια.

Ας τους κλαίμε, ναι, όχι όμως με τρόπο υστερικό και άπρεπο, όχι τραβώντας τα μαλλιά μας, ξεσκίζοντας το πρόσωπό μας, ουρλιάζοντας και τσιρίζοντας, αλλά με σεμνότητα, αφήνοντας τα δάκρυα να κυλούν ήρεμα από τα μάτια μας. Αυτό ωφελεί κι εμάς. Γιατί, πενθώντας έτσι τον νεκρό, πολύ περισσότερο θα προσπαθήσουμε να μην πέσουμε και οι ίδιοι σε παρόμοια αμαρτήματα. Με το τράβηγμα των μαλλιών και τις κραυγές ο νους σκοτίζεται, ενώ με το ήρεμο πένθος διατηρεί τη διαύγειά του και μπορεί να φιλοσοφήσει ωφέλιμα γύρω από το θάνατο.

Μ' αυτόν τον τρόπο να φιλοσοφείς όχι μόνο όταν πεθαίνει κάποιος γνωστός σου, μα κι όταν βλέπεις έναν άγνωστο νεκρό να οδηγείται με πομπή μέσ' από τους δρόμους στην τελευταία του κατοικία και να συνοδεύεται από τα ορφανά παιδιά του, τη χήρα γυναίκα του, τους συγγενείς και τους φίλους του, όλους κλαμένους και συντετριμμένους. Να συλλογίζεσαι τότε πως η ζωή και τα πράγματα του κόσμου τούτου δεν έχουν καμιάν αξία και καμιά διαφορά από τις σκιές και τα όνειρα.

Κοίτα, πόσα κάστρα και παλάτια βασιλιάδων, ηγεμόνων και αρχόντων είναι σωριασμένα σε ερείπια! Σκέψου, πόση δύναμη και πόσο πλούτο είχαν κάποτε! Τώρα έχουν ξεχαστεί και τα ονόματά τους. Λέει η Γραφή: «Πολλοί άρχοντες έχασαν την εξουσία τους και κάθισαν στο χώμα· κι ένας άσημος, που κανείς δεν φανταζόταν ότι θα γίνει βασιλιάς, φόρεσε στέμμα» (Σοφ. Σειρ. 11:5).

Δεν σου φτάνουν αυτά; Συλλογίσου τότε, ποιά είναι η αξία σου όταν κοιμάσαι; Μήπως δεν μπορεί κι ένα ζωύφιο να σε θανατώσει; Ναι, πολλοί πέθαναν έτσι στον ύπνο τους. Αλήθεια, από μια κλωστή κρέμεται η ζωή μας! Κόβεται η κλωστή και τελειώνουν όλα.

Έτσι να φιλοσοφείς και να μη σαγηνεύεσαι από την ομορφιά, τα πλούτη, τη δόξα, τις απολαύσεις. Ένα μόνο να σε απασχολεί: Που τελειώνουν όλα αυτά. Θαυμάζεις όσα βλέπεις εδώ στη γη; Πιο αξιοθαύμαστα, όμως, είναι εκείνα που αναφέρονται στις άγιες Γραφές.

Δείξε μου έναν αγέρωχο άρχοντα ή έναν λαμπροντυμένο πλούσιο, όταν ψήνεται από τον πυρετό, όταν ψυχομαχεί, και τότε θα σε ρωτήσω: «Πού είναι εκείνος, που περνούσε από την αγορά καμαρωτός και περήφανος με ακολούθους και σωματοφύλακες; Πού είναι εκείνος, που φορούσε πανάκριβα ρούχα; Πού είναι η χλιδή της ζωής του, η πολυτέλεια των συμποσίων του, οι υπηρέτες, οι παρατρεχάμενοι, τα γέλια, οι ανέσεις, οι σπατάλες;» Όλα έφυγαν και πέταξαν. Τί απέγινε το σώμα, που απολάμβανε τόση ηδονή; Πλησίασε στον τάφο και κοίτα τη σκόνη, τη σαπίλα, τα σκουλήκια. Κοίτα και στέναξε πικρά. Και μακάρι το κακό να περιοριζόταν σε τούτη τη σκόνη, που βλέπεις. Από τον τάφο και τα σκουλήκια φέρε τη σκέψη σου στο ακοίμητο σκουλήκι της άλλης ζωής, στο τρίξιμο των δοντιών, στο αιώνιο σκοτάδι, στην άσβεστη φωτιά, στις πικρές και αφόρητες εκείνες τιμωρίες, που δεν θα έχουν τέλος. Εδώ, στη γη, και τα καλά και τα κακά κάποτε, αργά ή γρήγορα, τελειώνουν εκεί, όμως, και τα δύο διαρκούν αιώνια. Και διαφέρουν ως προς την ποιότητα από τα καλά και τα κακά του κόσμου τούτου τόσο, που δεν είναι δυνατό να εκφράσει κανείς με λόγια.

Τί έγιναν, λοιπόν, όλα εκείνα τα μεγαλεία; Τί έγιναν τα χρήματα και τα κτήματα; Ποιος άνεμος φύσηξε και τα πήρε και τα σκόρπισε; Τί θέλει, πάλι, κι αυτή η ανώφελη δαπάνη για την κηδεία, που και τον νεκρό δεν ωφελεί και τους οικείους του ζημιώνει; Ο Χριστός αναστήθηκε γυμνός από τον τάφο. Ας μη γίνεται, λοιπόν, η κηδεία αφορμή ικανοποιήσεως της μανίας μας για επίδειξη. Ο Κύριος είπε: «Πείνασα και μου δώσατε να φάω· δίψασα και μου δώσατε να πιω· ήμουνα γυμνός και με ντύσατε» (Ματθ. 25:35-36).

Όμως δεν είπε: «Ήμουνα νεκρός και με θάψατε». Γιατί, αν μας παραγγέλλει να μην έχουμε τίποτα περισσότερο από ένα σκέπασμα, όταν ζούμε, πολύ περισσότερο όταν πεθάνουμε. Ποιαν απολογία θα δώσουμε στο Θεό, λοιπόν, όταν ξοδεύουμε τεράστια ποσά για να κηδέψουμε ένα νεκρό σώμα, τη στιγμή που ο Χριστός, με τη μορφή των φτωχών συνανθρώπων μας, τριγυρνάει πεινασμένος και γυμνός, κι εμείς αδιαφορούμε γι' αυτό;

Όλα όσα σας λέω, βέβαια, είναι ανώφελα για κείνους που έχουν ήδη πεθάνει. Ας τ' ακούσουν, όμως, οι ζωντανοί και ας συνέλθουν, ας λογικευτούν, ας διορθωθούν. Όπου νά 'ναι θα έρθει και η δική τους ώρα. Δεν θ' αργήσουν να βρεθούν κι αυτοί, δεν θ' αργήσουμε να βρεθούμε όλοι μας, μπροστά στο φοβερό Κριτήριο, όπου θα δώσουμε λόγο για τις πράξεις μας.

Ας αγωνιστούμε, λοιπόν, να γίνουμε καλύτεροι, εγκαταλείποντας την αμαρτία και ακολουθώντας την αρετή, για να μη χάσουμε τη βασιλεία των ουρανών, για ν' αποκτήσουμε τα άφθαρτα αγαθά, που έχει ετοιμάσει για μας ο φιλάνθρωπος Κύριος.

Από το βιβλίο «Θέματα ζωής» / Κείμενα του Αγίου Ιωάννου του Χρυσόστομου. Τόμος Α’, σελ. 106-121. ηλ. πηγή κειμένου: alopsis.gr, επιμέλεια: www.sophia-ntrekou.gr / αέναη επΑνάσταση
ΛΟΓΟΙ ΠΕΡΙ ΠΙΣΤΕΩΣ

ΤΙ ΛΕΝΕ ΟΙ ΘΕΟΦΟΡΟΙ ΠΑΤΕΡΕΣ



Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος στὴν ὁμιλία του γιὰ τὴν Σαμαρείτιδα λέει σχετικὰ γιά τὴν πίστη «Ἡ Πίστις εἶναι μήτηρ τῶν ἀγαθῶν καὶ φάρμακον τῆς σωτηρίας. Χωρὶς αὐτὴν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κατανοήσωμεν τὰ μεγάλα δόγματα.

Ἀλλὰ ὅπως ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐπιχειροῦν νὰ διαπλεύσουν τὸ πέλαγος χωρὶς πλοῖον μόνον ἐπ᾽ ὀλίγον ἠμποροῦν νὰ κολυμβήσουν χρησιμοποιοῦντες χεῖρας καὶ πόδας, ἀλλὰ ἀφοῦ προχωρήσουν μακρύτερα, ταχέως βυθίζονται ἀπὸ τὰ κύματα, ἔτσι ὁμοιάζουν καὶ ἐκεῖνοι ποὺ χρησιμοποιοῦν τοὺς ἰδικοὺς των συλλογισμοὺς καὶ οἱ ὁποῖοι ναυαγοῦν πρὶν μάθουν κάτι.

Εἶναι αὐτοὶ διὰ τοὺς ὁποίους ὁ Παῦλος λέγει ὅτι "Αὐτοὶ ἐναυάγησαν περὶ τὴν πίστιν". Διά νὰ μὴ πάθωμεν καὶ ἡμεῖς αὐτό, ἂς κρατοῦμεν τὴν ἱερὰν ἄγκυραν τῆς Πίστεως».1

Ὁ στάρετς Ἀμβρόσιος τῆς Ὄπτινα ἑρμηνεύοντας τό: «γίνεσθε οὖν φρόνιμοι ὡς οἱ ὄφεις καὶ ἀκέραιοι ὡς αἱ περιστεραί» σημειώνει: «Ὅπως λένε οἱ ἑρμηνευτές, ἡ σοφία τοῦ φιδιοῦ ἔγκειται στὸ γεγονὸς πὼς ὅταν δέχεται ἐπίθεση, τὸ πρῶτο ποὺ προσπαθεῖ νὰ προστατεύσει εἶναι τὸ κεφάλι του.

Καὶ ὁ χριστιανὸς σὲ περίοδο δυσκολιῶν καὶ συμφορῶν, τὸ πρῶτο ποὺ ὀφείλει νὰ προστατεύσει εἶναι ἡ πίστη του. Δεύτερο, ἡ σοφία τοῦ φιδιοῦ ἔγκειται στὸ γεγονὸς πὼς ὅταν θέλει νὰ ἀποβάλει τὸ παλιό του δέρμα περνάει μέσα ἀπὸ ἕνα στενὸ πέρασμα, διαφορετικὰ δὲν θὰ μπορέσει νὰ τὸ ἀλλάξει.

Τὸ ἴδιο πρέπει νὰ κάνει καὶ ὁ χριστιανὸς, ὅταν θέλει νὰ ἀποβάλει τὸν παλιὸ ἄνθρωπο. Πρέπει νὰ ἀκολουθήσει τὴ στενὴ ὁδό, σύμφωνα μὲ τὴν εὐαγγελικὴ διδαχή. Ἡ ἀκεραιότητα τοῦ περιστεριοῦ ἔγκειται στὴν καλωσύνη του καὶ στὴ συγχωρητικότητα, ποὺ δείχνει στὶς προσβολές, τὶς παρενοχλήσεις καὶ τὰ παρόμοια».2

Ὁ ἅγιος Ἰγνάτιος Μπριαντσανίνωφ κάνει τὶς ἑξῆς σκέψεις γιὰ τὴν πίστη «Ἡ πίστη στὸ Χριστὸ εἶναι ζωή. Ὅποιος τρέφεται μὲ τὴν πίστη, γεύεται ἤδη, στὴ διάρκεια τῆς ἐπίγειας πορείας του, τὴν αἰώνια ζωή, ποὺ ἑτοιμάστηκε γιὰ τοὺς δικαίους στὸ τέλος αὐτῆς τῆς πορείας. Ὁ Κύριος εἶπε: "Ὅποιος πιστεύει σὲ ἐμένα, αὐτὸς ἔχει αἰώνια ζωή".

Μὲ τὴν πίστη οἱ ἄνθρωποι τοῦ Θεοῦ ὑπέμειναν σκληρὲς δοκιμασίες. Μὲ τὴν πίστη δέχονταν τὶς θλίψεις καὶ τὶς στενοχώριες σὰν δῶρα τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ, δῶρα μὲ τὰ ὁποῖα Ἐκεῖνος τοὺς ἀξιῶσε νὰ γίνουν μιμητὲς καὶ μέτοχοι τῶν παθημάτων Του».3

Ὁ ἅγιος Μακάριος ὁ Αἰγύπτιος σὲ ὁμιλία του γιὰ τὴν ζωὴ τῶν χριστιανῶν λέει: «Πόσες θλίψεις ὑπέμειναν οἱ Πατέρες, πόσα ἔπαθαν γιὰ τὸν Θεό, πόσα ἀνδραγαθήματα ἔκαναν καὶ πόσο ἀγωνίσθηκαν, ὅλους αὐτοὺς τοὺς μακαρίζουμε καὶ θέλουμε νὰ ἀπολαύσουμε τὶς ἴδιες μὲ αὐτοὺς δωρεὲς καὶ τὰ ἴδια ἀξιώματα, ἐπιθυμοῦμε μὲ προθυμία νὰ λάβουμε τὰ ἔνδοξα ἐκεῖνα χαρίσματα, παρακάμπτοντας τοὺς κόπους καὶ τοὺς ἀγῶνες τους καὶ τὶς θλίψεις καὶ τὰ παθήματά τους· καὶ τὶς τιμὲς καὶ τὰ ἀξιώματά τους, ποὺ ἀπὸ τὸν Θεὸ ἔχουν ἀποκτήσει, θέλουμε μὲ προθυμία νὰ λάβουμε, τὴν κούραση, ὅμως, καὶ τοὺς κόπους καὶ τοὺς ἀγῶνες τους αὐτὰ δὲν θέλουμε νὰ τὰ ὑποστοῦμε.

Σοῦ λέγω αὐτὸ τὸ θέλει καὶ τὸ ἐπιθυμεῖ καθένας ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους καὶ οἱ ἄδικοι ἄνθρωποι θέλουν μὲ εὐκολία καὶ χωρὶς ἀγῶνες νὰ κερδίσουν τὴν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ.

Ἀλλὰ γι᾽ αὐτὸ τὸ λόγο ὑπάρχουν ἀνάμεσά μας πειρασμοὶ καὶ θλίψεις καὶ δοκιμασίες, γιὰ νὰ γίνουν φανεροὶ οἱ ἐκλεκτοί. Μερικοί, ἀφοῦ ἔφθασαν πράγματι μέχρι τὸν θάνατο, μὲ ὅλη τὴν ἐπιθυμία τους καὶ τὴν δύναμη ἀγάπησαν μόνο τὸν Κύριο.

Γι᾽ αὐτὸ καὶ δίκαια εἰσέρχονται στὴ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν, γιατί ἀρνήθηκαν τὸν ἑαυτό τους καὶ ἀγάπησαν τὸν Κύριο. Διότι μέσα στὶς θλίψεις καὶ τὰ παθήματα καὶ τὴν ὑπομονὴ καὶ τὴν Πίστη εἶναι κρυμμένες οἱ ὑποσχέσεις καὶ ἡ δόξα καὶ ἡ ἀποκατάσταση τῶν οὐρανίων ἀγαθῶν».4

Ὁ Μέγας Βασίλειος γράφει γιὰ τὴν Πίστη: «Ὅλα τὰ ἔργα Αὐτοῦ ἔχουν πίστη. Τίποτε νὰ μὴ σοῦ γίνει ἀφορμὴ ἀπιστίας. Νὰ μὴ πεῖς ὅτι ἀπὸ τὴν τύχη ἔγινε αὐτὸ καὶ αὐτομάτως φύτρωσε τὸ ἄλλο. Τίποτε δὲν ἔγινε χωρὶς τάξη, τίποτε χωρὶς σκοπό, τίποτε μάταια, τίποτε δὲν ἦλθε στὴν ὕπαρξη ἀπὸ τὴν τύχη. Ἡ κακὴ σύμπτωση, ἡ κακιὰ ὥρα, αὐτὰ τὰ λένε φωνὲς ἀμαθῶν».5

ΜΑΚΑΡΙΟΣ ΟΠΟΙΟΣ ΠΙΣΤΕΥΕΙ ΚΑΙ ΕΛΠΙΖΕΙ ΣΤΟΝ ΘΕΟ!

ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΠΕΝΤΑΠΟΛΕΩΣ



Πόσο ωραία, πόσο ευχάριστη, πόσο χαριτωμένη είναι η εικόνα εκείνου που ελπίζει στον Θεό που σώζει, στον Θεό των οικτιρμών, τον Θεό του ελέους, τον αγαθό και φιλάν­θρωπο Θεό.

Αληθινά μακάριος είναι ο άνθρωπος που ελπίζει στον Θεό! Ο Θεός είναι πάντα βοηθός του και δεν φοβάται ό,τι κακό κι αν του προξενήσει άνθρωπος. Ελπίζει στον Κύριο και πράττει τα αγαθά! Κάθε του ελπίδα την έχει εναποθέσει σ’ Αυτόν, και σ’ Αυτόν εξομολογείται με όλη του την καρδιά. Είναι το καύχημά του, είναι ο Θεός του και Τον επικαλείται μέρα και νύχτα. Το στόμα του ωραίο, αναπέμπει αίνους στον Θεό, τα χείλη του, πιο γλυκά από μέλι και κερί σαν ανοίγουν για να ψάλλουν στον Θεό· η δε γλώσ­σα του γεμάτη χάρη, κινείται προς δοξολογία Θεού.

Η καρδιά του είναι έτοιμη να Τον επικαλεσθεί, η διάνοια του έτοιμη να ανυψωθεί προς Αυτόν, η ψυχή του είναι προ­σηλωμένη στον Θεό και «η δεξιά του Κυρίου αντελάβετο αυτού». «Εν τω Κυρίω επαινεθήσεται η ψυχή αυτού». Ζητά και λαμβάνει από τον Θεό αυτό που ζητά η καρδιά του. Ζητά και βρίσκει όσα ποθεί. Κρούει και του ανοίγονται οι θύρες του ελέους.

Αυτός που ελπίζει στον Κύριο επαναπαύεται σε ήσυχα νερά. Ο δε Κύριος του δίνει πλούσια τα ελέη του. Η δεξιά του Κυρίου κατευθύνει την πορεία του και δάκτυλος Κυρί­ου τον καθοδηγεί στους δρόμους του.

Αυτός που ελπίζει στον Κύριο δεν αστοχεί. Η ελπί­δα του δεν πεθαίνει ποτέ. Ο Θεός είναι η προσδοκία του, η ακρότατη επιθυμία της καρδιάς του. Προς Αυτόν στε­νάζει η καρδιά του όλη την ημέρα: «Κύριε μην αργήσεις, σήκω, κάνε γρήγορα, έλα και απομάκρυνε από την ψυχή μου κάθε ανάγκη, εξάγαγε εκ φυλακής την ψυχή μου! Θα σε δοξολογήσω με όλη μου την καρδιά Κύριε. Σε Σένα θα απευθύνεται κάθε λόγος που θα βγαίνει απ’ το στόμα μου».

Αυτός που ελπίζει στον Κύριο, ευλογεί τον Ύψιστο, τον λυτρωτή του και αγιάζει «το όνομα το άγιον αυτού». Ελπί­ζει και από τα βάθη της καρδιάς του κραυγάζει προς τον Θεό: «Κύριε πότε ήξω και οφθήσομαι τω προσώπω σου;».

Αυτός που ελπίζει στον Κύριο, θα επικαλεσθεί τον Ύψιστο για να εισέλθει στο αγιαστήριό Του, για να δει και να χαρεί τα θαυμάσια Του· και ο Κύριος θα ακούσει τη φωνή της δέησής του.

Αυτός που ελπίζει στον Κύριο, απολαμβάνει άκρα ειρή­νη· γαλήνη επικρατεί στην καρδιά του και στην ψυχή του βασιλεύει πλήρης αταραξία. Όταν έχει βοηθό του τον Θεό, από τί να φοβηθεί; Από τί να δειλιάσει; Αν ξεσηκωθεί ενα­ντίον του πόλεμος, δεν πτοείται, γιατί ελπίζει στον Κύριο. Αν τον καταδιώξουν πονηροί δεν φοβάται, γιατί ξέρει ότι όλα είναι υπό τον έλεγχο του Κυρίου. 

Δεν ελπίζει στο τόξο του ούτε στη φαρέτρα του· ούτε εξαρτά τη σωτηρία του από τη ρομφαία, αλλά από τον Κύριο και Θεό του, που μπορεί να τον γλιτώσει από τα χέρια αυτών που τον πολεμούν, από την παγίδα του αμαρτωλού και από την καταιγίδα. Είναι πεπεισμένος για τη δύναμη του Κυρίου και «επί τον βραχί­ονα τον υψηλόν αυτού και ο Κύριος σώσει αυτόν».

Αυτός που ελπίζει στον Κύριο, βαδίζει ήρεμος στον αγώνα της ζωής του και διανύει τον δρόμο αυτό δίχως το άγχος των μερίμνων. Εργάζεται ακατάπαυστα το αγαθό, το ευάρεστο και τέλειο, τα δε έργα του τα ευλογεί ο Θεός. Σπέρνει ευλογημένα και λαμβάνει πλούσιους τους καρπούς των κόπων του. Έχει θάρρος στον Κύριο και δεν παρεκτρέπεται από τους πειρασμούς που τον κυκλώνουν. Στις δοκιμασίες της ζωής δεν παραιτείται, αλλά ελπίζει, δι­ότι εκεί που τα πράγματα φαίνονται αδύνατα, ο Θεός φα­νερώνει τη διέξοδο. Μέσω της πίστης προσδοκά και την ελπίδα της δικαιοσύνης.

Αυτός που ελπίζει στον Κύριο δεν ελπίζει σε χρήματα, ούτε στο μέγεθος της δύναμής του, αλλά επαναπαύεται στη βοήθεια που θα του παράσχει ο Θεός.

Αυτός που ελπίζει στον Κύριο, είναι γεμάτος πίστη και αγάπη προς τον Θεό, ζει έχοντας θάρρος στην αγαθή του συνείδηση, εμφανίζεται με την παρρησία γιου απέναντι στον ουράνιο Πατέρα του και Τον επικαλείται για να έλθει η βασιλεία Του στη γη και το θέλημά Του να πραγματώνε­ται στη γη όπως και στον ουρανό.

Αυτός που ελπίζει στον Κύριο, είναι αφοσιωμένος ολο­κληρωτικά σ’ Εκείνον και υψώνει την καρδιά του στον αγαθό και αθάνατο Θεό. Ζητά απ’ Αυτόν το ύψιστο αγαθό και την αθανασία στη βασιλεία των Ουρανών, και ο Θεός τον εισακούει.

Μακάριος ο άνθρωπος που ελπίζει στον Κύριο!

Υπερηφάνεια


ΣΥΝΟΜΙΛΙΕΣ ΜΕ ΤΟΥΣ ΠΑΤΕΡΕΣ ΤΗΣ ΕΡΗΜΟΥ
ΑΒΒΑ ΚΑΣΣΙΑΝΟΥ
ΓΙΑ ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΤΗΣ ΥΠΕΡΗΦΑΝΕΙΑΣ
ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΝ


Κεφάλαιο 9· Πῶς θά μπορέσουμε νά νικήσουμε τήν ὑπερηφάνεια.
Θά μπορέσουμε νά ξεφύγουμε ἀπό αὐτή τήν παγίδα τοῦ Πονηροῦ καί Παγκάκιστου δαίμονα ἄν, γιά κάθε μιά ἀπό αὐτές τίς ἀρετές, στίς ὁποῖες ἔχουμε τήν ἐντύπωση ὅτι ἔχουμε σημειώσει πρόοδο, μαζί μέ τόν ᾿Απόστολο, λέμε· «Μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ εἶμαι ἐκεῖνο πού εἶμαι… δέν κοπίασα ἐγώ, ἀλλά ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ πού εἶναι μαζί μου μέ ἐνίσχυε» (Α´ Κορ. 15, 10) καί «ὁ Θεός εἶναι ἐκεῖνος πού ἐργάζεται μέσα σας καί τό νά θέλετε καί τό νά ἐνεργεῖτε σύμφωνα μέ τήν ἀγαθή του θέληση» (Φιλ. 2, 13). 

῾Ο ῎Ιδιος ὁ δημιουργός τῆς σωτηρίας μας ἐπίσης λέει· «᾿Εκεῖνος πού μένει ἑνωμένος μ᾿ ἐμένα καί ἐγώ μ᾿ ἐκεῖνον, αὐτός θά φέρει πολύ καρπό, γιατί χωρίς ἐμένα δέν μπορεῖτε νά κάνετε τίποτε» (᾿Ιωάν. 15, 5). ῾Ο δέ Ψαλμωδός λέει· «᾿Εάν δέν θελήσει ὁ Κύριος νά κτίσει τήν οἰκία, μάταια κοπιάζουν οἱ οἰκοδόμοι· ἄν ὁ Κύριος δέν περιφρουρήσει τήν πόλη, μάταια ἀγρυπνοῦν οἱ φύλακες. ῎Αν ὁ Κύριος δέν σᾶς προστατεύει, μάταια ξυπνᾶτε νωρίς τό πρωί γιά τήν ἐργασία σας» (Ψαλμ. 126, 1-2). Γιατί «τό ἔργο δέν ἐξαρτᾶται ἀπό τή θέληση ἤ ἀπό τήν προσπάθεια τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλά ἀπό τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ» (Ρωμ. 9, 16).
Κεφάλαιο 10· Δέν μποροῦμε νά γίνουμε τέλειοι καί νά φθάσουμε στή μακαριότητα μέ τίς δικές μας δυνάμεις.
Πράγματι, κανένας ἄνθρωπος, ὅσο μεγάλο ζῆλο ἤ πόθο κι ἄν αὐτός διαθέτει, δέν μπορεῖ –ἐνόσω τουλάχιστον αὐτός βρίσκεται ἀκόμα στό σῶμα, τό ὁποῖο εἶναι ἀντίπαλος τοῦ πνεύματος– νά ἔχει θέληση ἱκανή νά τόν ὁδηγήσει στήν τόσο ὑψηλή κορυφή τῆς τελειότητας καί νά λάβει τό βραβεῖο τῆς καθαρότητας. Γιά νά ἀξιωθεῖ αὐτός νά φθάσει μέ μεγάλο κόπο σ᾿ αὐτό πού ἐπιθυμεῖ καί πρός τό ὁποῖο τρέχει, θά πρέπει νά ἔχει σκέπη καί συνεργό του τή Χάρη καί τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Γιατί «κάθε ἀγαθή προσφορά στόν ἄνθρωπο καί κάθε τέλειο δῶρο εἶναι ἐκ τοῦ οὐρανοῦ, καί κατεβαίνει ἀπό τόν Θεό, ἀπό τόν πατέρα τῶν φώτων» (᾿Ιάκ. 1, 17). «Ποιό χάρισμα», λέει, «ἔχεις πού δέν τό πῆρες ἀπό τόν Θεό; ῞Ολα ἀπό τόν Θεό τά ἔχεις. Γιατί λοιπόν, καυχιέσαι σάν νά μήν τά ἔχεις πάρει;»; (Α´ Κορ. 4, 7).


Κεφάλαιο 11· ῾Η περίπτωση τοῦ Ληστῆ, τοῦ προφήτη Δαυίδ, ἀλλά καί τῆς κλήσης τοῦ κάθε ἀνθρώπου, δείχνουν ξεκάθαρα ὅτι ἡ σωτηρία μας εἶναι ἔργο τῆς Θείας Χάρης.
῎Αν, γιά παράδειγμα, φέρουμε στό νοῦ μας, ἐκεῖνον τό Ληστή, ὁ ὁποῖος μέ μιά μόνο ὁμολογία μπῆκε στόν Παράδεισο (Λουκ. 23, 40 κ.ἑ.), θά καταλάβουμε ὅτι δέν εἶναι ὁ τρόπος τῆς ζωῆς του αὐτός πού τοῦ ἐξασφάλισε αὐτή τήν τόσο μεγάλη μακαριότητα, ἀλλά ὅτι αὐτή τοῦ παραχωρήθηκε ὡς δωρεά τοῦ οἰκτίρμονος καί ἐλεήμονος Θεοῦ. ῎Αν ἀναλογισθοῦμε ἐπίσης, τά δύο τόσο σοβαρά παραπτώματα τοῦ βασιλιᾶ Δαυίδ, πού σβήστηκαν μέ ἕνα μόνο λόγο μετάνοιας, θά δοῦμε ὅτι, καί σ᾿ αὐτή τήν περίπτωση, ἡ ἀξία τῶν κόπων του δέν ἰσοδυναμοῦσε μέ τήν ἀπολαβή τῆς συγχώρησης τῶν ἁμαρτιῶν του, ἀλλά ὅτι καί σ᾿ αὐτόν ἐπάνω ξεχύθηκε πλούσια ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ. 

Αὐτή ἡ Θεία Χάρη, τήν ῾Οποία ὁ Δαυίδ ἔλαβε, λόγω τῆς βαθιάς μετάνοιας καί συντριβῆς του, ἐξαφάνισε τό μεγάλο ὄγκο τῶν ἁμαρτιῶν του, μέ τήν εἰλικρινή ὁμολογία μιᾶς μόνο λέξης μετάνοιας, «ἁμάρτησα» (Β´ Βασ. 12, 13).
᾿Επίσης, ἄν ἐξετάσουμε τήν προέλευση τῆς κλήσης καί τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου, βλέπουμε ὅτι δέν σωζόμαστε, σύμφωνα μέ τόν ᾿Απόστολο, μέ τίς δικές μας δυνάμεις, ἤ ἀπό τά καλά ἔργα μας, ἀλλά ἀπό τή Χάρη καί τή δωρεά τοῦ Θεοῦ· «Μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ», λέει ὁ ᾿Απόστολος, «ἔχετε σωθεῖ διά μέσου τῆς πίστεως. ῾

Η σωτηρία σας δέν προῆλθε ἀπό σᾶς, εἶναι δωρεά τοῦ Θεοῦ. Δέν σωθήκατε μέ τά δικά σας ἔργα, γιά νά μήν μπορεῖ κανείς νά καυχηθεῖ» (᾿Εφεσ. 2, 8-9). ῞Ολο τό ἔργο τῆς τελείωσης λοιπόν, «δέν ἐξαρτᾶται ἀπό τή θέληση ἤ ἀπό τήν προσπάθεια τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλά ἀπό τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ» (Ρωμ. 9, 16), ὁ ῾Οποῖος μᾶς χαρίζει τή νίκη πάνω στά πάθη. Γιατί, ἡ ἀξία τῶν κόπων μας καί ἡ ἐνάρετη ζωή μας δέν ἔχει αὐτή τή δύναμη. Οὔτε ἡ δική μας ἡ φιλοπονία καί ἐπιμέλεια ἐπαρκεῖ γιά νά ἀνυψωθοῦμε στή δυσκολοπάτητη κορυφή τῆς καθαρότητας καί στήν ἀπόλαυση τῆς ἐλευθερίας ἀπό τό σαρκικό φρόνημα. Καμία σωματική ἄσκηση καί κακουχία, καμία συντριβή τῆς καρδιᾶς δέν εἶναι ἀρκετή γιά τήν ἀπόκτηση αὐτῆς τῆς αὐθεντικῆς καί γνήσιας καθαρότητας τοῦ ἐσωτερικοῦ ἀνθρώπου.

 ῾Η καθαρότητα δέν εἶναι δυνατόν νά ἀποκτηθεῖ μόνο μέ τόν ἀνθρώπινο κόπο καί τήν προσπάθεια, δηλαδή χωρίς τήν ἐνίσχυση καί τή σκέπη τῆς Χάρης τοῦ Θεοῦ. Αὐτή τήν τόσο μεγάλη ἀρετή τῆς καθαρότητας τήν κατέχουν οἱ ἅγιοι ῎Αγγελοι. Γιατί καί αὐτή εἶναι ἀρετή πού χαρακτηρίζει μόνο τούς οἰκιστές τῆς Οὐράνιας πολιτείας. Κάθε καλό εἶναι δωρεά τῆς Χάρης τοῦ πολυεύσπλανου Κυρίου, ὁ ῾Οποῖος παραχώρησε αὐτή τήν ἄπειρη μακαριότητα στήν ἀδύναμη θέλησή μας καί αὐτή τήν ὑπέρμετρη δόξα στήν ἀσθενή καί ἐφήμερη πορεία τῆς ζωῆς μας.
Κεφάλαιο 12· Οἱ κόποι τῆς παρούσας ζωῆς δέν εἶναι ἄξιοι νά συγκριθοῦν μέ τή μέλλουσα μακαριότητα, τήν ὁποία μᾶς ὑπόσχεται ὁ Θεός.
Πράγματι, ἡ διάρκεια αὐτῆς τῆς ζωῆς ἐκμηδενίζεται, ἄν τή συγκρίνει κανείς μέ τήν αἰώνια καί ἀτελείωτη μελλοντική δόξα. Καί ὅλοι οἱ κόποι καί οἱ ὀδύνες ἁπαλύνονται, σβήνουν σάν καπνός καί σκορπίζονται σάν στάχτη, μπροστά στή θεωρία αὐτῆς τῆς ἄπειρης μακαριότητας.
Κεφάλαιο 13· Ποιά εἶναι ἡ διδασκαλία τῶν Γερόντων γιά τήν ἀπόκτηση τῆς καθαρότητας.
῏Ηρθε λοιπόν ἡ ὥρα νά σᾶς ἀναφέρω τή θεολογική τοποθέτηση καί τό συμπερασματικό λόγο τῶν ἁγίων Πατέρων. Γιατί οἱ Πατέρες δέν περιέγραψαν μόνο μέ ὡραῖα λόγια τό δρόμο πρός τήν τελείωση καί τήν ποιότητά της, ἀλλά, ἐπειδή εἶχαν φθάσει οἱ ἴδιοι βιωματικά σ᾿ αὐτή τήν κατάσταση, τή δίδαξαν καί τή μετέδωσαν, κατά τό μέτρο τῆς ἐμπειρίας τους, ἀφήνοντας ἔτσι στούς νεότερους παραδείγματα ζωντανά καί ἀληθινά. Οἱ Πατέρες λοιπόν λένε ὅτι κανείς δέν μπορεῖ νά καθαρισθεῖ τελείως ἀπό τά πάθη του, ἄν δέν ἔχει κατανοήσει ὅτι ὅλος ὁ κόπος καί ὅλες οἱ προσπάθειές του δέν ἀρκοῦν γιά τήν ἐπίτευξη μιᾶς τόσο μεγάλης τελειότητας. Καί, ἐπιπλέον, ἄν δέν ἀναγνωρίσει, ὄχι τόσο ἀπό τή διδασκαλία τῶν ἄλλων, ὅσο ἀπό τή δική του ἐσωτερική αἴσθηση καί ἀπό τή δύναμη τῆς προσωπικῆς του ἐμπειρίας, ὅτι δέν θά μπορέσει νά ἐγγίσει ποτέ τήν τελειότητα μέ τίς δικές του δυνάμεις. 

῎Αν ὅμως αὐτό τό ἐπιζητεῖ ἀληθινά, ἀσφαλῶς θά τοῦ χαρισθεῖ ὡς δωρεά τοῦ Θείου ἐλέους. Γιατί αὐτό δέν εἶναι κάτι ἁπλό καί συνηθισμένο, ἀλλά πρόκειται γιά τήν ὑψίστη κατάσταση τῆς λαμπρῆς κορυφῆς τῆς καθαρότητας καί τῆς ἀκεραιότητας. ῞Οσος ὅμως κι ἄν εἶναι ὁ κόπος πού καταβάλλει κανείς μέ νηστεῖες, ἀγρυπνίες, μελέτη τῶν Θείων Γραφῶν, παραμονή στήν ἔρημο καί ἀποταγή τοῦ κόσμου, δέν εἶναι ἀρκετός γιά νά τοῦ ἐξασφαλίσει τήν ἀπόκτηση αὐτοῦ τοῦ στεφάνου. ᾿Αληθινά, δέν μπορεῖ ποτέ ὁ προσωπικός κόπος ἤ ἡ ἀνθρώπινη ἐπιμέλεια νά ἀντισταθμίσει ἤ νά ἀναπληρώσει τή Θεία Δωρεά, τήν ὁποία παραχωρεῖ μόνο τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ σ᾿ αὐτόν πού πράγματι τό ἐπιθυμεῖ καί σέ ὅποιον ἀγωνίζεται φιλότιμα.
Κεφάλαιο 14· ῾Η βοήθεια τοῦ Θεοῦ δίνεται σ᾿ αὐτούς πού κοπιάζουν.
Μ᾿ αὐτό πού λέω δέν θέλω νά ἀπαξιώσω τίς ἀνθρώπινες προσπάθειες, οὔτε καί νά ἀποτρέψω κανέναν ἀπό τό νά εἶναι προσεκτικός καί ἐπίμονος στόν ἀσκητικό του ἀγώνα. ᾿Αλλά τό κάνω μόνο καί μόνο γιά νά πῶ ξεκάθαρα –καί αὐτό δέν εἶναι δικά μου λόγια, ἀλλά ἡ ὁμόφωνη γνώμη τῶν Γερόντων– ὅτι· ῎Αν καί, γιά τήν κατάκτηση τῆς τελειότητας εἶναι πολύ βοηθητικά αὐτά τά ἀνθρώπινα μέσα καί οἱ ἀσκητικές πρακτικές, ἐντούτοις κανείς δέν θά μποροῦσε μόνο μέ τήν ἄσκηση νά τήν πραγματώσει στήν πληρότητά της, χωρίς τή συνέργεια τῆς Χάρης. 

῞Οπως λέμε ξεκάθαρα ὅτι οἱ ἀνθρώπινες προσπάθειες ἀπό μόνες τους, χωρίς τή βοήθεια τῆς Χάρης τοῦ Θεοῦ, εἶναι ἀναποτελεσματικές καί δέν ἐπαρκοῦν γιά τήν ἐπίτευξη τῆς τελειότητας, κατά τόν ἴδιο τρόπο δηλώνουμε ἀπερίφραστα ὅτι ἡ εὐσπλαχνία καί ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ δέν ἐνεργοῦν ἀνεξάρτητα ἀπό τή βούληση καί ἀπό τίς ἀσκητικές καταθέσεις τοῦ ἀνθρώπου. Καί γιά νά χρησιμοποιήσουμε τό λόγο τοῦ ᾿Αποστόλου πού λέει «τό ἔργο τῆς σωτηρίας μας δέν ἐξαρτᾶται ἀπό τή θέληση ἤ ἀπό τήν προσπάθεια τοῦ ἀνθρώπου» (Ρωμ. 9, 16), λέμε κι ἐμεῖς ξεκάθαρα ὅτι ἡ τελειότητα παραχωρεῖται σ᾿ αὐτούς πού τήν ποθοῦν καί πού ἀγωνίζονται μέ ζῆλο καί φιλότιμο, γιά νά τήν ἀποκτήσουν. Γιατί ὁ Κύριος, μέ τό στόμα τοῦ Ψαλμωδοῦ, λέει· «῎Εδωσα τή βοήθειά μου σέ δυνατό ἄνθρωπο, τόν ἀνέδειξα ἐκλεκτό μεταξύ τοῦ λαοῦ μου» (Ψαλμ. 88, 20).

῾Η τελειότητα σύμφωνα μέ τό λόγο τοῦ Κυρίου, πού λέει, «ζητᾶτε καί θά σᾶς δοθεῖ, ἀναζητῆστε καί θά βρεῖτε, χτυπᾶτε καί θά σᾶς ἀνοίξει ἡ θύρα» (Ματθ. 7, 7), δίδεται ὡς δωρεά σ᾿ αὐτούς πού τή ζητοῦν καί τή βρίσκουν αὐτοί πού ψάχνουν ἐπίμονα γι᾿ αὐτήν. Γιατί ὁ Κύριος ἀνοίγει σ᾿ αὐτούς πού χτυποῦν. Τό γεγονός ὅμως τοῦ ὅτι ζητᾶμε, ψάχνουμε ἤ χτυπᾶμε δέν μᾶς παρέχει συγχρόνως κανένα δικαίωμα ἀπολαβῆς, ἄν ἡ εὐσπλαχνία τοῦ Θεοῦ δέν μᾶς δώσει αὐτό πού ζητᾶμε, ἄν δέν μᾶς ἀνοίξει τήν πόρτα τήν ὁποία χτυπᾶμε καί ἄν δέν μᾶς κάνει νά βροῦμε αὐτό πού ἔμμονα ἀναζητᾶμε.

 Γιατί ὁ Θεός εἶναι πάντα ἕτοιμος νά μᾶς χαρίσει ἀφειδώλευτα τή δωρεά Του. ᾿Αληθινά, περισσότερο ἀπό ἐμᾶς, ἐπιθυμεῖ ᾿Εκεῖνος ὁ ῎Ιδιος καί ἀναμένει τήν τελείωση καί τή σωτηρία μας. ῾Ο προφήτης Δαυίδ ἦταν τόσο βέβαιος ὅτι δέν θά μποροῦσε ποτέ νά ἀποκτήσει μόνο μέ τίς δικές του δυνάμεις τήν ἐπιτυχία στό ἔργο καί στούς κόπους του, ὥστε ζήτησε δύο φορές ἀπό τόν Κύριο νά κατευθύνει τά ἔργα του, λέγοντας· «Εὐόδωσε, Κύριε, τά ἔργα τῶν χεριῶν μας, καί, κάνε νά προοδεύει τό ἔργο τῶν χεριῶν μας» (Ψαλμ. 89, 17). Καί ἀλλοῦ πάλι λέει· «Στερέωσε, Κύριε, τό ἔργο αὐτό πού (ἐσύ) ἔκανες μέσα μας» (Ψαλμ. 67, 29).
Κεφάλαιο 15· ᾿Από ποιούς διδασκόμαστε τήν ὁδό τῆς τελειότητας.
῾Επομένως, ἄν θέλουμε πραγματικά νά φθάσουμε στήν τελειότητα τῆς ἀρετῆς, πρέπει νά ὑπακούσουμε σ᾿ αὐτούς τούς πνευματικούς δασκάλους καί ὁδηγούς, οἱ ὁποῖοι, ἀντί νά κάνουν «διαλογισμούς ματαίους» καί ἄκαρπες συζητήσεις, ἔχουν βιώσει αὐτή τήν κατάσταση καί μποροῦν νά τή διδάξουν καί σέ μᾶς καί νά μᾶς καθοδηγήσουν πρός αὐτήν ἀπό τό πιό ἀσφαλές μονοπάτι. Πρέπει νά γνωρίζουμε ὅμως ὅτι αὐτοί οἱ Πατέρες δήλωναν ξεκάθαρα ὅτι ἔφθασαν σ᾿ αὐτό τό ὕψος, περισσότερο μέ τήν πίστη τους, παρά μέ τήν ἀξία τῶν ἔργων καί τῶν κόπων τους. Καί ὅτι, ὅταν αὐτοί ἀπέκτησαν αὐτή τήν ποθητή καθαρότητα τῆς καρδιᾶς, συνειδητοποίησαν καί ὁμολόγησαν ὅτι ἡ ἁμαρτία δέν θά τούς ἐπέτρεπε νά φθάσουν σ᾿ αὐτή τήν κορυφή, ἀλλά θά τούς εἶχε ἀσφαλῶς ἀποδυναμώσει. Κι αὐτό, γιατί ἔβλεπαν πώς ἡ συντριβή γιά τά σφάλματά τους αὐξανόταν καθημερινά, ἀνάλογα μέ τήν πρόοδό τους στήν καθαρότητα τῆς ψυχῆς.

 ῎Εκτοτε, ἀναστέναζαν συνεχῶς ἀπό τά βάθη τῆς καρδιᾶς τους, νιώθοντας ὅτι δέν θά μπορέσουν ποτέ μέ μόνη τή θέληση καί τήν ἄσκησή τους, νά ἀποφύγουν τά στίγματα καί τίς κηλίδες τῶν ἁμαρτιῶν, τά σημάδια τῶν ὁποίων διέκριναν βαθιά ριζωμένα, μέσα στούς πολυσχιδεῖς καί μάταιους λογισμούς τους. Γι᾿ αὐτό προσδοκοῦσαν ὅτι θά ἀξιώνονταν νά ἀπολαύσουν τήν αἰώνια ζωή, ὄχι λόγω τῆς ἀξίας τῶν ἔργων τους, ἀλλά χάρη στήν εὐσπλαχνία τοῦ Κυρίου. Οὔτε ἐπίσης ἀπέδιδαν στή δική τους προσπάθεια καί ἀγωνιστικότητα τήν καθαρότητα τῆς καρδιᾶς, ἀλλά τή θεωροῦσαν ὡς ἰδιαίτερη δωρεά τῆς Θείας Χάρης. Γι᾿ αὐτό ποτέ δέν ὑπερηφανεύονταν, συγκρίνοντας τή δική τους κατάσταση μέ τήν ἀμέλεια τῶν κατωτέρων τους ἤ τῶν χλιαρῶν καί πνευματικά ἀδύνατων ἀδελφῶν τους. 

᾿Αλλά, παρατηρώντας μᾶλλον αὐτούς, τούς ὁποίους γνώριζαν ὅτι ὑπῆρξαν πράγματι ἄμεμπτοι καί ὅτι ἀπολάμβαναν ἤδη στή Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν τήν αἰώνια μακαριότητα, ἀγωνίζονταν φιλότιμα, λειτουργώντας συνεχῶς καί περισσότερο τή μετάνοια καί τήν ταπείνωση. ῎Ετσι, μ᾿ αὐτή τή θεώρηση, ἀπέφευγαν τόν ὄλεθρο πού φέρνει ἡ ὑπερηφάνεια, ἐνῶ ταυτόχρονα δέν ἔχαναν οὔτε στιγμή ἀπό τά μάτια τους τό στόχο τους. Γιατί αὐτοί οἱ ἅγιοι Πατέρες μας γνώριζαν, γιά ποιά πράγματα πρέπει νά κοπιάζουν καί νά θλίβονται. Εἶχαν ἐπιπλέον πλήρη συνείδηση τοῦ ὅτι τό φορτίο τῆς σάρκας τούς ἐμπόδιζε νά φθάσουν σ᾿ αὐτή τήν καθαρότητα τῆς καρδιᾶς, πού τόσο ἔμπονα ποθοῦσαν καί ἀναζητοῦσαν.
Κεφάλαιο 16· Χωρίς τό ἔλεος καί τήν ἔμπνευση ἀπό τόν Θεό, δέν μποροῦμε νά κάνουμε οὔτε κάν τήν προσπάθεια, ὥστε νά ἀρχίσουμε τόν ἀγώνα γιά τήν τελειότητα.
῎Ας ἀκολουθήσουμε λοιπόν τήν παράδοση καί τή διδασκαλία τῶν Πατέρων καί ἄς ἀναζητήσουμε τήν τελειότητα μέ τήν ἄσκηση, μέ νηστεῖες, ἀγρυπνίες καί προσευχές, ἐπιδιώκοντας παράλληλα τή συντριβή τῆς καρδιᾶς καί τοῦ σώματος. Αὐτά ὅλα ὅμως μέ πολλή διάκριση, γιά νά μήν καταστρέψουμε τούς καρπούς ὅλων αὐτῶν τῶν ἀγώνων μας μέ τό μολυσμό τῆς ὑπερηφάνειας.

 Γιατί δέν ἀρκεῖ νά πιστεύουμε ὅτι δέν μποροῦμε νά ἀποκτήσουμε τήν ἀληθινή τελειότητα μέ τή δική μας ἱκανότητα καί μέ τό δικό μας κόπο, ἀλλά θά πρέπει ἐπίσης νά γνωρίζουμε ὅτι δέν θά μπορέσουμε νά λειτουργήσουμε αὐτές τίς ἀσκητικές μεθόδους, χωρίς τή Χάρη τοῦ Θεοῦ, ἡ ῾Οποία μᾶς ἐμπνέει, μᾶς καθοδηγεῖ καί μᾶς διορθώνει. Χωρίς δηλαδή αὐτή τή Δωρεά, τήν ῾Οποία ἐκχέει μακρόθυμα στίς καρδιές μας, ὅταν ᾿Εκεῖνος εὐδοκεῖ νά μᾶς τή χορηγήσει, εἴτε μέ τήν ἐπίσκεψη κάποιου πνευματικοῦ ἀδελφοῦ, εἴτε μέ τή δική Του παρουσία.
Κεφάλαιο 17· ῾Αγιογραφικά χωρία πού μᾶς δείχνουν ὅτι δέν μποροῦμε νά κάνουμε τίποτα γιά τή σωτηρία μας, χωρίς τή συνέργεια τῆς Θείας Χάρης.
Εἴθε ὁ Πρωτουργός καί ᾿Εγγυητής τῆς σωτηρίας μας νά μᾶς φωτίσει νά καταλάβουμε ὅτι σέ κάθε βῆμα τῆς ζωῆς μας, θά πρέπει, ὄχι μόνο νά γνωρίζουμε, ἀλλά καί νά βιώνουμε αὐτό πού ἐννοεῖ ὁ Κύριος, ὅταν λέει· «Δέν μπορῶ νά κάνω τίποτε ἀπό τόν ἑαυτό μου. ῾Ο πατέρας μου πού μένει μέσα μου, αὐτός ἐνεργεῖ τά ἔργα» (᾿Ιωάν. 5, 30 · 14, 10).




῾Ο Κύριος, μιλώντας ὡς ἄνθρωπος, λέει ὅτι δέν μπορεῖ νά κάνει τίποτε ἀπό μόνος Του. Καί ἐμεῖς πού εἴμαστε στάχτη καί χῶμα νομίζουμε ὅτι μποροῦμε νά σωθοῦμε μέ τίς δικές μας δυνάμεις καί ὅτι δέν ἔχουμε καμιά ἀνάγκη ἀπό τή βοήθεια τοῦ Θεοῦ; ῎Ας μάθουμε λοιπόν καί ἐμεῖς τήν ἀδυναμία μας καί τήν ἀνάγκη νά ἔχουμε, σέ καθετί πού ἐπιδιώκουμε καί ἐπιχειροῦμε, συνεργό τή Χάρη Του καί νά ἀναφωνοῦμε μαζί μέ τούς ῾Αγίους· «Μέ ἔσπρωξαν καί κινδύνευσα νά πέσω, ἀλλά ὁ Κύριος μέ συγκράτησε. ῾Ο Κύριος εἶναι ἡ δύναμή μου καί ὁ ὕμνος μου, διότι αὐτός μοῦ δείχνει τή σωτηρία» (Ψαλμ. 117, 13-14). «᾿Εάν δέν μέ βοηθοῦσε ὁ Κύριος, λίγο ἔλειψε ἡ ψυχή μου νά ἦταν τώρα στόν ῞Αδη. ῞Οταν ἔλεγα “κλονίζονται τά πόδια μου”, ἡ εὐσπλαχνία σου, Κύριε, μέ βοηθοῦσε ἀμέσως. Κύριε, ἀνάλογες μέ τίς πολλές θλίψεις πού ὑπέφερε ἡ καρδιά μου, ἦταν καί οἱ παρακλήσεις σου, οἱ ὁποῖες τή γέμιζαν μέ εὐφροσύνη» (Ψαλμ. 93, 17-19).


Βλέποντας ἐπίσης ὅτι ἡ καρδιά μας δυναμώνει, ὅταν ζοῦμε καί ἀγωνιζόμαστε μέ φόβο Θεοῦ καί ὑπομονή, ἄς ποῦμε· «῾Ο Κύριος ἔγινε τό στήριγμά μου καί ᾿Εκεῖνος ἀπό τή στενοχωρία μου μέ ἔφερε σέ εὐρυχωρία» (Ψαλμ. 17, 19-20). ῞Οταν ἐπίσης κατανοοῦμε ὅτι ἡ γνώση αὐξάνει μέσα μας, ἀνάλογα μέ τήν πρόοδο πού ἔχουμε στήν πνευματική ζωή, ἄς ποῦμε· «᾿Εσύ, Κύριε, κρατᾶς ἀναμμένο τό λυχνάρι τῆς ζωῆς μου, ἐσύ φωτίζεις τό σκοτάδι μου. 

Μέ τή δύναμή σου γλίτωσα ἀπό τούς πειρασμούς καί μέ τή βοήθειά σου θά ὑπερπηδήσω τίς δυσκολίες, πού σάν ἀνυπέρβλητο τεῖχος ὀρθώνονται στό δρόμο μου» (Ψαλμ. 17, 29-30).
῎Αν πάλι νιώθουμε ὅτι ἔχουμε λάβει αὐτή τή δύναμη πού ζητήσαμε καί τήν ὑπομονή καί ὅτι κατευθυνόμαστε πιό εὔκολα καί χωρίς κόπο πρός τό μονοπάτι τῶν ἀρετῶν, τότε ἄς προσθέσουμε· «῾Ο Θεός μέ περίζωσε μέ τή δύναμή του κι ἔκανε καθαρό τό δρόμο τῆς ζωῆς μου. Δυνάμωσε τά πόδια μου πού τρέχουν σάν τοῦ ἐλαφιοῦ καί μέ ἀνέβασε σέ ψηλά ὄρη. Μέ γύμνασε ἀκόμη καί ἔμαθε τά χέρια μου νά πολεμοῦν» (Ψαλμ. 17, 33-35). 


῎Αν δεχθοῦμε ἀπό ᾿Εκεῖνον τή δωρεά τῆς διάκρισης, ἡ ὁποία μᾶς ἐπιτρέπει, ἐνισχυμένοι ἀπό τή Χάρη Του, νά συντρίψουμε τόν ᾿Αντίπαλο, ἄς ἀναφωνήσουμε πρός τόν Θεό· «῾Η καθοδήγησή σου καί ἡ παιδαγωγία σου μέ κράτησαν ὄρθιο καί μέ ἀνέδειξαν νικητή κατά τῶν ἐχθρῶν μου. Αὐτή ἡ παιδεία σου θά μέ καθοδηγεῖ πάντοτε. ῎Ανοιξες τό βῆμα μου καί ἔτρεχα σέ εὐρύχωρους τόπους καί δέν κουράστηκαν τά πόδια μου» (Ψαλμ. 17, 36-37). Καί ἐπειδή δυνάμωσα κατ᾿ αὐτόν τόν τρόπο μέ τή γνώση καί τή δική Του δύναμη, θά προσθέσω μέ πίστη καί κάτι ἀκόμα καί θά πῶ· «Κατεδίωξα τούς ἐχθρούς μου καί τούς συνέλαβα, δέν θά στρέψω πίσω μέχρις ὅτου ἐξαφανισθοῦν. Τούς ἔλιωσα κυριολεκτικά καί δέν μπόρεσαν νά σταθοῦν, ἀλλά ἔπεσαν κάτω ἀπό τά πόδια μου» (Ψαλμ. 17, 38-39).

῎Αν πάλι ἔλθουμε σέ ἐπίγνωση τῆς ἀδυναμίας μας καί ἄν ἀντιληφθοῦμε ὅτι φέρουμε εὐάλωτη καί θνητή φύση καί γι᾿ αὐτό δέν μποροῦμε, χωρίς τή βοήθειά Του, νά ἐπιβληθοῦμε στά πάθη μας, πάνω σ᾿ αὐτούς τούς τόσο μανιώδεις ἐχθρούς, ἄς ποῦμε· «Κύριε, μέ τή βοήθειά σου θά χτυπήσουμε δυνατά καί θά καταβάλλουμε τούς ἐχθρούς μας καί, ἐπικαλούμενοι τό παντοδύναμο ὄνομά σου, θά ἐκμηδενίσουμε ὅσους ἐπαναστατοῦν ἐναντίον μας. 

Δέν στηρίζουμε τήν ἐλπίδα μας στά τόξα, οὔτε θά μᾶς σώσει ἡ ρομφαία μας. Διότι ἐσύ μᾶς ἔσωσες ἀπ᾿ αὐτούς πού μᾶς καταπίεζαν καί καταντρόπιασες ἐκείνους πού μᾶς μισοῦσαν» (Ψαλμ. 43, 6-8 · 17, 40-41). ᾿Αλλά, ἔχοντας ἐπίγνωση τοῦ ὅτι δέν μποροῦμε νά ἀναδειχθοῦμε νικητές μόνο μέ τά δικά μας ὅπλα, ἄς ποῦμε· «Πάρε Κύριε, στά χέρια σου, τά ὅπλα καί τήν ἀσπίδα, σήκω ἐπάνω καί ἔλα γρήγορα νά μέ βοηθήσεις. Γύμνωσε τό σπαθί σου καί φράξε τό δρόμο τῶν ἐχθρῶν μου, πού μέ καταδιώκουν. Πές στήν ψυχή μου· Μή φοβᾶσαι, ἐγώ εἶμαι ἡ σωτηρία σου» (Ψαλμ. 34, 2-3). Καί μετά ἄς προσθέσουμε· «῎Εκανες τούς βραχίονές μου δυνατούς, σάν τό χάλκινο τόξο. Σύ, Κύριε, εὐδόκησες νά μέ προστατεύσεις καί νά μέ σώσεις, τό δεξί σου χέρι μέ στήριξε» (Ψαλμ. 17, 35-36 · 43, 4).

῎Ας ἀνατρέξουμε τέλος σέ ὅλες τίς εὐεργεσίες Του, κι ἄς Τόν εὐχαριστήσουμε γιά τά τόσα δῶρα Του. ῎Ας Τοῦ ἐκφράσουμε τήν εὐγνωμοσύνη γιά τή νίκη στόν ἀγώνα, γιά τό φῶς τῆς γνώσης, γιά τή διάκριση, γιά τό ὅτι μᾶς ἐνδυνάμωσε μέ τά ὅπλα Του καί μᾶς προστάτευσε ἀπό τούς ποικίλους κινδύνους, γιά τό ὅτι ἐκδίωξε τούς ᾿Εχθρούς μας καί μᾶς ἔδωσε τή δύναμη νά τούς διασκορπίσουμε, «ὅπως ὁ ἄνεμος σκορπίζει τό χῶμα καί τή σκόνη» (Ψαλμ. 17, 43).

 Καί συνεχῶς ἄς ἀναφωνοῦμε δοξολογικά ἀπό τά βάθη τῆς καρδιᾶς μας, λέγοντας· «Θά σέ ἀγαπῶ πάντοτε, Κύριε, διότι εἶσαι ἡ δύναμή μου. Σύ εἶσαι τό ἀκλόνητο στήριγμά μου, τό καταφύγιό μου καί ὁ Λυτρωτής μου. ῾Ο Θεός εἶναι ὁ βοηθός μου, θά ἐλπίζω πάντοτε σ᾿ αὐτόν. Αὐτός εἶναι ὁ ὑπερασπιστής μου, ἡ μεγάλη μου δύναμη πού μέ σώζει, ὁ προστάτης μου καί ὁ ἀντιλήπτορας τῆς ζωῆς μου. Μέ ὕμνους καί δοξολογίες θά ἐπικαλοῦμαι τόν Κύριο καί θά σώζομαι ἀπό τούς ἐχθρούς μου» (Ψαλμ. 17, 2-4).

Κεφάλαιο 18· ῾Ο Θεός μᾶς δημιούργησε «κατ᾿ εἰκόνα Του» καί ᾿Εκεῖνος προνοεῖ γιά μᾶς καί μᾶς προστατεύει.
῎Ας εὐχαριστήσουμε τόν Θεό, ὄχι μόνο γιατί μᾶς δημιούργησε καί μᾶς προίκισε μέ τό «κατ᾿ εἰκόνα», ἀλλά καί γιατί μᾶς χάρισε τή δυνατότητα τῆς ἐλεύθερης βούλησης, γιατί μᾶς ἔδωσε τή Χάρη τοῦ ἁγίου Βαπτίσματος, γιατί μᾶς προίκισε μέ τή γνώση καί γιατί μᾶς δώρισε τή βοήθεια τοῦ Νόμου.


 ῎Ας Τόν δοξάζουμε ἀκατάπαυστα γιά ὅλα ὅσα ἡ Πρόνοιά Του μᾶς παραχωρεῖ καθημερινά, ὅπως γιά παράδειγμα, γιατί ᾿Εκεῖνος μᾶς γλίτωσε ἀπό τίς παγίδες ᾿Εχθρῶν, γιατί μᾶς στέλνει συνεργό τήν Χάρη Του, ὥστε νά κατορθώσουμε νά ἐπιβληθοῦμε στά σαρκικά πάθη μας, γιατί μᾶς προστατεύει ἀπό κινδύνους πού οὔτε κάν ἐμεῖς μποροῦμε νά τούς ἀντιληφθοῦμε, γιατί μᾶς προφύλαξε ἀπό τήν πτώση στήν ἁμαρτία, γιατί μᾶς βοήθησε καί μᾶς φωτίζει συνεχῶς, ὥστε νά μπορέσουμε νά αἰσθανόμαστε καί νά ἀναγνωρίζουμε τή βοήθεια πού κάθε στιγμή μᾶς παρέχει –τήν ὁποία ὁρισμένοι θεωροῦν ὅτι δέν εἶναι τίποτε ἄλλο παρά ὁ Μωσαϊκός Νόμος– γιατί μᾶς ἐμπνέει τή μετάνοια καί τή συντριβή γιά τίς ἀμέλειες καί τά σφάλματά μας, γιατί μᾶς ἔχει δώσει μαρτυρία ὅτι μᾶς νοιάζεται καί συνεργεῖ γιά τήν ἐπίτευξη τῆς σωτηρίας μας, γιατί νά μᾶς ἔχει γλιτώσει –μερικές φορές ἀκόμη καί παρά τή θέλησή μας– ἀπό σοβαρές πτώσεις. 

Καί τέλος, ἄς Τόν ὑμνοῦμε ἀκατάπαυστα, γιατί ᾿Εκεῖνος μέ τήν ἐνίσχυση καί τήν καθοδήγηση Του, ἔχει μεταστρέψει τό αὐτεξούσιό μας, τό ὁποῖο ρέπει ὑπερβολικά πρός τά πάθη, καί γιατί μᾶς ἔχει ἐπαναφέρει στό μονοπάτι πού ὁδηγεῖ στή σωτηρία.
Κεφάλαιο 19· Τήν πίστη, σχετικά μέ τή δωρεά τῆς Χάρης τοῦ Θεοῦ, τήν παραλάβαμε ἀπό τούς παλαιούς Πατέρες.
Αὐτή ἀκριβῶς εἶναι ἡ ταπείνωση ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. Αὐτή εἶναι ἡ γνήσια πίστη τῶν παλαιῶν Πατέρων, ἡ ὁποία τηρεῖται μέχρι σήμερα ἀπό τούς μαθητές καί διαδόχους τους. Αὐτή τήν πίστη τήν ἐπιβεβαιώνουν οἱ ἀποστολικές ἀρετές, πού ἔχουν αὐτοί οἱ Πατέρες. Αὐτή ἡ πίστη τούς ἀξίωσε νά δώσουν τή μαρτυρία τῆς ἀλήθειας, ὄχι μόνο σ᾿ ἐμᾶς, ἀλλά ἀκόμα καί στούς αἱρετικούς καί στούς ἄπιστους.

 Γιατί οἱ Πατέρες, διατηρώντας μέ ἁπλότητα καρδιᾶς τήν πίστη τῶν Ψαράδων, δέν τήν κατανόησαν καί δέν τήν διέσωσαν, μέ τή βοήθεια τῆς διαλεκτικῆς λογικῆς ἤ τῆς ρητορικῆς τοῦ Κικέρωνα –μέ ἕνα δηλαδή κοσμικοῦ χαρακτήρα πνεῦμα– ἀλλά τήν κατέχουν ὡς βιωματική ἐμπειρία, τήν ὁποία ἀπέκτησαν, μέ τό νά ἀναζητοῦν στήν καθημερινή τους ζωή τήν Εὐαγγελική ἀλήθεια καί μέ τό νά ἐξαλείφουν τά πάθη τους.

 Μ᾿ ἄλλα λόγια, ὁ ἁγιασμός τῶν Πατέρων ἀπέδειξε ξεκάθαρα ὅτι ἡ ἀρετή τῆς ταπείνωσης εἶναι ἡ ὁδός πρός τήν τελείωση καί ὅτι, χωρίς αὐτή, δέν μποροῦμε νά ἀποκτήσουμε, οὔτε εὐλάβεια πρός τόν Θεό, οὔτε καί νά ἀπελευθερωθοῦμε ἀπό τά πάθη μας. Δέν μποροῦμε δηλαδή χωρίς τήν ταπείνωση νά ἀλλάξουμε ἦθος καί βιώματα. Κατά συνέπεια, δέν μποροῦμε νά φθάσουμε στήν τελειότητα καί στόν ἁγιασμό μας.

Εἶναι λοιπόν σαφέστατο ὅτι, ἐκεῖνος πού κατέχεται ἀπό τό πνεῦμα τῆς ὑπερηφάνειας ἤ πού βλασφημεῖ ἐναντίον τοῦ Θεοῦ, δέν ἀξιώνεται νά φθάσει στήν τελείωση, οὔτε νά λάβει τήν ἁγιαστική χάρη τῆς ἁγνότητας καί τῆς καθαρότητας. Κι αὐτό, ἐπειδή αὐτός ὑβρίζει καί βλασφημεῖ ᾿Εκεῖνον, ἀπό τόν ῾Οποῖο προσδοκᾶ νά λάβει τό χάρισμα καί τήν ἐξαίρετη δωρεά τῆς καθαρότητας.


Κεφάλαιο 21· ῾Η περίπτωση τοῦ ᾿Ιωάς, τοῦ βασιλιᾶ τῆς φυλῆς τοῦ ᾿Ιούδα, ἡ ὁποία δείχνει ποῦ τόν ὁδήγησε ἡ ὑπερηφάνειά του.
Κάτι παρόμοιο διαβάζουμε στήν Παλαιά Διαθήκη. Πράγματι, ὁ ᾿Ιωάς, ὁ βασιλιάς τοῦ ᾿Ιούδα, κλήθηκε νά λάβει τή βασιλεία ἀπό τόν μεγάλο ἱερέα ᾿Ιωδαέ, ὅταν ἦταν στήν ἡλικία τῶν ἑπτά ἐτῶν. Καί ὅπως ἐπιβεβαιώνει ἡ ῾Αγία Γραφή, ὁ ᾿Ιωάς ἦταν ἀγαθός καί ἐνάρετος ἄνθρωπος, ἀλλά μόνο γιά ὅσον καιρό ζοῦσε ὁ ἱερέας ᾿Ιωδαέ. Μετά ὅμως ἀπό τό θάνατο τοῦ ἱερέα ᾿Ιωαδέ, ὁ ᾿Ιωάς κυριεύθηκε ἀπό ὑπερηφάνεια καί ἔτσι παραδόθηκε σ᾿ ἕνα ἐπαίσχυντο πάθος. «Μετά τό θάνατο τοῦ ἀρχιερέα ᾿Ιωαδέ», λέει, «ἦλθαν οἱ ἀσεβεῖς ἄρχοντες τοῦ βασιλείου τοῦ ᾿Ιούδα στόν βασιλιά ᾿Ιωάς καί τόν προσκύνησαν, καί ὁ βασιλιάς (μέ ὑπερηφάνεια) δέχθηκε τίς εἰσηγήσεις πού ἐκεῖνοι τοῦ ἔκαναν. Κι ἔτσι, αὐτοί σταμάτησαν νά λατρεύουν τόν ἀληθινό Θεό στό Ναό τοῦ Κυρίου, τοῦ Θεοῦ τῶν πατέρων τους.

 Λόγω αὐτῆς τῆς ἀποστασίας, ἡ ὀργή τοῦ Κυρίου ξέσπασε ἐναντίον τοῦ βασιλείου τοῦ ᾿Ιούδα καί τῆς ῾Ιερουσαλήμ κατά τήν ἡμέρα ἐκείνη» (Β´ Παραλ. 24, 17-18). Καί λίγο παρακάτω λέει· «Μετά τό τέλος τοῦ ἔτους ἦλθε ἐναντίον τοῦ ᾿Ιωάς συριακός στρατός καί ἐπιτέθηκε κατά τοῦ βασιλείου τοῦ ᾿Ιούδα καί κατά τῆς ῾Ιερουσαλήμ καί ἔσφαξαν ὅλους τούς ἄρχοντες τοῦ λαοῦ καί τά λάφυρα πού πῆραν τά ἔστειλαν στό βασιλέα τῆς Δαμασκοῦ. 

Παρόλο πού ὁ συριακός στρατός ἦταν ὀλιγάριθμος, ὅμως ὁ Θεός παρέδωσε στά χέρια του τή μεγάλη στρατιωτική δύναμη τῶν ᾿Ιουδαίων, γιατί αὐτοί εἶχαν ἐγκαταλείψει τόν Κύριο, τόν Θεό τῶν πατέρων τους. ῎Ετσι τιμώρησε ὁ Κύριος τήν ἁμαρτία τῆς ἀποστασίας τοῦ ᾿Ιωάς. ῞Οταν ἔφυγαν οἱ Σύροι γιά τή χώρα τους ἄφησαν τόν ᾿Ιωάς βαριά ἄρρωστο. Τότε οἱ ὑποτελεῖς του ἔκαναν συνομωσία ἐναντίον του, γιά νά ἐκδικηθοῦν τό φόνο τοῦ γιοῦ τοῦ ἀρχιερέα ᾿Ιωαδέ, καί σκότωσαν τόν ᾿Ιωάς πάνω στό κρεββάτι του, κι ἔτσι πέθανε ὁ ᾿Ιωάς» (Β´ Παραλ. 24, 23-25).
Βλέπετε σέ τί ἐπαίσχυντα καί ἐπονείδιστα πάθη καταντάει νά παραδοθεῖ ὁ ὑπερήφανος; Αὐτός ὁ ὁποῖος, γεμάτος θράσος καί ἀναίδεια, ἐπέτρεψε νά τόν λατρεύουν ὡς Θεό, «ἐπέτρεψε ὁ Θεός», λέει ὁ ᾿Απόστολος, «νά παραδοθεῖ σέ ἀτιμωτικά πάθη, σέ νοῦ ἀνίκανο νά διακρίνει τήν ἀλήθεια, ὥστε νά κάνει ἀνήθικα ἔργα» (Ρωμ. 1, 26 · 28). 

Καί ἐπειδή ἡ ῾Αγία Γραφή λέει ὅτι, «εἶναι βρομερός ἐνώπιον τοῦ Κυρίου ὁ ὑπερήφανος ἄνθρωπος» (Παροιμ. 16, 5), αὐτός πού ἔχει τήν καρδιά κυριευμένη καί ὑπόδουλη στήν ὑπερηφάνεια, ἐγκαταλείπεται καί γίνεται ἕρμαιο μιᾶς αἰσχρότατης σύγχυσης καί ταραχῆς, ὥστε νά συνειδητοποιήσει –κάτι πού ἀπό ὑπερηφάνεια δέν τό παραδεχόταν μέχρι ἐκείνη τή στιγμή– ὅτι μ᾿ αὐτό τόν τρόπο ταπεινώνει ὁ ἴδιος τόν ἑαυτό του καί ὅτι μολύνεται καί μόνο ἀπό τήν αἴσθηση τοῦ ἀκάθαρτου πάθους. ῾Η συμμετοχή ὅμως τῆς σάρκας στήν ἐπιτέλεση τῆς αἰσχρῆς πράξης, ἀποκαλύπτει τήν κρυμμένη ἀκαθαρσία τῆς καρδιᾶς του, ἀπό τήν ὁποία εἶχε ἤδη μολυνθεῖ λόγω τῆς ὑπερηφάνειας. ᾿Επιπλέον, ἡ πτώση στήν ἔμπρακτη ἁμαρτία ἀποδεικνύει καί τόν κατά τό πνεῦμα ἀκάθαρτο μολυσμό του. Μέσα στήν ἔπαρση πού πρίν τόν διακατεῖχε, οὔτε κάν ὁ ἴδιος αἰσθανόταν τήν ὕπαρξή του.
Κεφάλαιο 22· ῾Η ὑπερήφανη ψυχή παραδίδεται στά κακά πνεύματα καί ἀπατᾶται ἀπό αὐτά.
Αὐτό ἀποδεικνύει ξεκάθαρα ὅτι, κάθε ψυχή πού κυριεύεται ἀπό τό πάθος τῆς ὑπερηφάνειας, παραδίδεται στούς νοητούς ἐχθρούς καί αἰχμαλωτίζεται στά σαρκικά πάθη. Κι αὐτό, γιά νά φθάσει στό σημεῖο, ταπεινωμένη καθώς εἶναι ἀπό αὐτά τά γήινα καί χαμερπή πάθη καί μολυσμένη σαρκικά, νά ἀναγνωρίσει τουλάχιστον ὅτι εἶναι ἀκάθαρτη.

 Γιατί αὐτή ἡ ψυχή, μέσα στή χλιαρότητα καί στήν ψυχρότητα, στήν ὁποία τήν ἔσπρωχνε ἡ ὑπερηφάνεια, δέν μποροῦσε πρίν νά καταλάβει ὅτι ἐξαιτίας τῆς ὑπερηφάνειας, τοῦ βδελυροῦ αὐτοῦ πάθους πού ἦταν κρυμμένο στήν καρδιά της, ἦταν ἀκάθαρτη ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. ῾Επομένως, ἐκεῖνος πού ταπεινώθηκε κατ᾿ αὐτό τόν τρόπο, ἀποκτᾶ τή δυνατότητα καί τά κίνητρα, ὥστε νά μπορέσει νά ἐργασθεῖ, καί νά ἀπαλλαγεῖ ἀπό τήν προηγούμενη χλιαρότητά του. ῎Ετσι, ταπεινωμένος ἀπό τή ντροπή, ἡ ὁποία συνοδεύει πάντα τά σαρκικά πάθη, νά βιάσει στό ἑξῆς τόν ἑαυτό του καί νά ἐπιδοθεῖ, μέ περισσότερο ζῆλο καί ἀσκητική διάθεση, στόν πνευματικό ἀγώνα.
Κεφάλαιο 23· Μόνο μέ τήν ἀρετή τῆς ταπεινοφροσύνης θά ἐπιτύχουμε τήν τελειότητα.
Φαίνεται λοιπόν ξεκάθαρα ὅτι κανείς δέν μπορεῖ νά φθάσει στήν τέλεια καθαρότητα μέ ἄλλο τρόπο, ἐκτός ἀπό τήν ἀληθινή ταπείνωση. ῾Η ἀληθινή ταπείνωση εἶναι «στάσις καρδίας», ἡ ὁποία ἐκδηλώνεται πρός τούς ἀδελφούς καί πρός τόν Θεό. Γιατί ὁ ταπεινός ἄνθρωπος γνωρίζει καλά ὅτι, χωρίς τήν προστασία τοῦ Θεοῦ καί χωρίς τήν ἀκατάπαυστη βοήθειά Του, εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον νά φθάσει κανείς στήν τελειότητα πού ἐπιθυμεῖ, πρός τήν ὁποία ἀποβλέπει καί τήν ὁποία ἔμπονα καί ἔνθερμα λαχταρᾶ νά ἀπολαύσει.
Κεφάλαιο 24· ῾Η πνευματική ὑπερηφάνεια καί ἡ σαρκική ὑπερηφάνεια.
Εἶναι ἀρκετά νομίζω ὅσα μέχρι τώρα εἴπαμε γιά τήν πνευματική ὑπερηφάνεια. Μέ τή Χάρη τοῦ Θεοῦ ἀποδείξαμε, ὅσο μᾶς ἦταν δυνατόν, μέ ποιό τρόπο καί μέ ποιά μέθοδο αὐτή ἐπιτίθεται καί πῶς αὐτή πλήττει τούς προχωρημένους στήν τελειότητα μοναχούς. ᾿Ελάχιστοι ὅμως εἶναι αὐτοί πού γνωρίζουν ἐμπειρικά αὐτό τό εἶδος ὑπερηφάνειας.

 Κι αὐτό, γιατί εἶναι ἐλάχιστοι ἐκεῖνοι πού προσπαθοῦν καί ἀγωνίζονται γιά νά φθάσουν στή δυσκολοπάτητη κορυφή τῆς καθαρότητας τῆς καρδιᾶς. Εἶναι, μ᾿ ἄλλα λόγια, λιγοστοί ἐκεῖνοι οἱ ἄνθρωποι, πού ἡ ἐπιθυμία τους γιά τήν κατάκτηση αὐτῆς τῆς καθαρότητας, θά τούς ὁδηγοῦσε νά ριχθοῦν σέ τέτοιους σκληρούς ἀγῶνες, ὥστε νά κατορθώσουν τελικά νά ἀπαλλαγοῦν ἀπό αὐτά τά βδελυρά πάθη, γιά τά ὁποῖα ἔχουμε ἤδη ἀφιερώσει ἕνα ἰδιαίτερο κεφάλαιο, στό ὁποῖο ἐκθέτουμε τή φύση καί τή θεραπεία τους.


῾Η πνευματική ὑπερηφάνεια χτυπᾶ μονάχα αὐτούς οἱ ὁποῖοι, ἔχοντας ἤδη νικήσει τά προηγούμενα πάθη, ἔχουν σχεδόν κατακτήσει τήν κορυφή τῆς ἀρετῆς τῆς καθαρότητας. ῾Ο πονηρός ἐχθρός, ἐπειδή δέν εἶχε καταφέρει νά τούς νικήσει προηγουμένως μέ τά σαρκικά πάθη, προσπαθεῖ νά τούς πολεμήσει, ὥστε νά τούς ἀφανίσει πνευματικά καί νά τούς ἀπογυμνώσει ἀπ᾿ ὅλες τίς ἀρετές πού εἶχαν μέ πολύ κόπο ἀποκτήσει, χρησιμοποιώντας ὡς κύριο ὄργανό του αὐτή τήν πνευματική ὑπερηφάνεια.


᾿Εμᾶς ὅμως, πού ἀκόμα παλεύουμε μέ τά σαρκικά πάθη, ὁ ἐχθρός δέν μᾶς πειράζει μ᾿ αὐτό τόν τρόπο, ἀλλά προκαλεῖ τήν πτώση μας μέ μιά χονδροειδέστερη σαρκική καί γήινη ὑπερηφάνεια. ᾿Επίσης, θεωρῶ ἀπαραίτητο, ὅπως ἄλλωστε τό ὑποσχέθηκα, νά πῶ ἐπίσης λίγα λόγια καί γι᾿ αὐτή τή δεύτερη μορφή ὑπερηφάνειας πού ἐκθέτει σέ μεγαλύτερο κίνδυνο κι ἐμᾶς τούς ἴδιους, ἀλλά καί τούς ὁμοιοπαθεῖς μ᾿ ἐμᾶς ἀδελφούς μας, καθώς καί τούς ἀρχάριους στήν πνευματική ζωή.

Κεφάλαιο 31· Πῶς θά ὑπερνικήσουμε τήν ὑπερηφάνεια γιά νά ἀξιωθοῦμε νά ὁδεύσουμε πρός τήν τελειότητα.
Γι᾿ αὐτό, ἀδελφοί μου, ἄν θέλουμε νά εἶναι τό πνευματικό οἰκοδόμημά μας τέλειο, στέρεο καί εὐάρεστο στόν Θεό, ἄς προσπαθήσουμε νά στηρίξουμε τά θεμέλια του, ὄχι στό θέλημά μας, ἀλλά στήν πολύτιμη διδασκαλία τοῦ ἱεροῦ Εὐαγγελίου. Τά θεμέλια ὅμως αὐτά δέν μπορεῖ νά εἶναι ἄλλα, παρά ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ καί ἡ ταπείνωση, ἡ ὁποία γεννιέται ἀπό τήν πραότητα καί ἀπό τήν ἁπλότητα τῆς καρδιᾶς.

 ῾Η ταπείνωση βέβαια δέν μπορεῖ νά ἀποκτηθεῖ χωρίς τήν πτωχεία. Καί ὅσο χρόνο δέν ἐστερνιζόμαστε τήν πτωχεία παραμένουμε ἀδιόρθωτοι. Γιατί, χωρίς τήν πτωχεία, δέν θά μπορέσουμε νά γίνουμε οὔτε ὑπάκουοι, οὔτε ὑπομονετικοί, οὔτε πράοι, οὔτε εἰρηνικοί, οὔτε θά καταφέρουμε νά τελειωθοῦμε στήν ἀγάπη. Δέν θά μπορέσουμε δηλαδή νά προκόψουμε στίς ἀρετές καί χωρίς αὐτές τίς ἀρετές, δέν μπορεῖ ἡ καρδιά μας νά γίνει κατοικητήριο τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος, ὅπως μᾶς τό παραγγέλει ὁ Κύριος μέ τό στόμα τοῦ Προφήτη πού λέει· «Σέ ποιόν ἄλλο θά ρίξω τό σπλαχνικό βλέμμα μου, παρά σ᾿ ἐκεῖνον πού εἶναι ταπεινός καί ἥσυχος καί τρέμει τούς λόγους μου;» (῾Ησ. 66, 2).
Κεφάλαιο 32· ᾿Ενῶ ἡ ὑπερηφάνεια καταστρέφει ὅλες τίς ἀρετές, αὐτή ἡ ἴδια ἐξοντώνεται μόνο ἀπό τήν πραγματική ταπεινοφροσύνη.
῎Ας προσπαθήσει λοιπόν νά ἀγωνιστεῖ ὁ ἀθλητής τοῦ Χριστοῦ, αὐτός πού, ὅπως λέει καί ὁ ᾿Απόστολος, θέλει νά ἀθλήσει «νόμιμα καί σύμφωνα μέ τούς κανόνες» (Β´ Τιμ. 2, 5). Καί ἔτσι νά καταπνίξει τήν ὑπερηφάνεια, τό ἀνήμερο αὐτό θηρίο πού καταβροχθίζει ὅλες τίς ἀρετές. Γιατί θά πρέπει νά γνωρίζει καλά ὁ μοναχός ὅτι, ἄν τό θηρίο τῆς ὑπερηφάνειας καταλάβει τήν καρδιά του, ὄχι μόνο δέν θά μπορέσει πλέον νά ἀπελευθερωθεῖ ἀπό κανένα πάθος, ἀλλά τό δηλητήριό του θά τοῦ ἀφανίσει καί ὅ,τι ἄλλο καλό καί κάθε ἄλλη ἀρετή πού εἶχε ὁ ἴδιος ἀποκτήσει. Δέν θά μπορέσουμε μέ κανένα τρόπο νά ὑψώσουμε μέσα στήν ψυχή μας τό πνευματικό οἰκοδόμημα τῆς ἀρετῆς, ἄν δέν τό θεμελιώσουμε πάνω στήν ἀληθινή ταπείνωση πού εἶναι ἱκανή νά ὑποστηρίξει καί νά ὑποβαστάσει ὅλο τό ἔργο τῆς τελειότητας καί τῆς ἀγάπης. 

Γι᾿ αὐτό, ὅπως ἤδη ἔχουμε πεῖ, ἄς δείξουμε πρῶτα πρός τούς ἀδελφούς μας βαθιά καί ἀληθινή ταπείνωση, ἀποφεύγοντας, ὅσο ἐξαρτᾶται ἀπό ἐμᾶς, νά τούς λυπήσουμε ἤ νά τούς προσβάλουμε ἀκόμα καί στό ἐλάχιστο. Δέν θά μπορέσουμε ποτέ, ἐπαναλαμβάνω, νά φθάσουμε σ᾿ αὐτή τήν εὐλογημένη κατάσταση τῆς ταπείνωσης, χωρίς τήν εἰλικρινή ἀποταγή καί τήν πτωχεία, ἡ ὁποία θά πρέπει ἀσφαλῶς νά εἶναι θεμελιωμένη στήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ. ᾿Επιπλέον, θά πρέπει νά ἀποδεχθοῦμε μέ εἰλικρίνεια καί ἁπλότητα τό ζυγό τῆς ὑπακοῆς, ὥστε νά μήν ἔχουμε πλέον τίποτε ἄλλο μέσα μας, παρά μόνο τήν ἐπιθυμία νά λειτουργοῦμε τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, ὅπως αὐτό ἐκφράζεται μέσα ἀπό τίς ἐντολές πού δεχόμαστε ἀπό τόν Γέροντα.

Αὐτό θά μπορέσει νά τό κάνει ζωή του μόνο ἐκεῖνος πού θεωρεῖ ὅτι εἶναι, ὄχι μόνο νεκρός γι᾿ αὐτό τόν κόσμο, ἀλλά ἀκόμη ὅτι εἶναι καί ἄφρονας καί μωρός. Καί ἔχοντας αὐτά τά βιώματα, νά βιάζει τόν ἑαυτό του, ὥστε νά ἐκτελεῖ ἀναντίρρητα καθετί πού θά τοῦ ζητηθεῖ ἀπό τούς Γέροντες, θεωρώντας ὅτι αὐτό εἶναι ἱερό καί ὅτι προέρχεται ἀπό τόν ῎Ιδιο τόν Θεό.
Κεφάλαιο 33· Πῶς θεραπεύεται τό πάθος τῆς ὑπερηφάνειας.
῞Ενα τέτοιο σωστό θεμέλιο θά δώσει στή συνέχεια τή δυνατότητα νά συνεχίζει κανείς τόν ἀγώνα πρός τήν τελείωση μέ εἰρηνική καρδιά καί μέ ἑδραιωμένο ταπεινό φρόνημα. ῎Αν θεωροῦμε τόν ἑαυτό μας κατώτερο ἀπ᾿ ὅλο τόν κόσμο, τότε θά ἀξιωνόμαστε νά ὑπομένουμε γενναῖα κάθε δοκιμασία πού προέρχεται ἀπό τούς συνανθρώπους μας, θεωρώντας ὅτι προέρχεται ἀπό ἀδελφούς, οἱ ὁποῖοι εἶναι πιό προχωρημένοι πνευματικά ἀπό ἐμᾶς. Θά τά ὑπομένουμε μάλιστα ὅλα, χωρίς δυσκολία, καί θά τά θεωροῦμε ἐλαφρά καί ἀσήμαντα, σέ σύγκριση μέ τά ῞Αγια Πάθη τοῦ Κυρίου μας καί μέ τά μαρτύρια τῶν ῾Αγίων.


 Τότε, θά ζοῦμε μέ τή βεβαιότητα ὅτι, ὅσο λιγότερες προσβολές δεχόμαστε, τόσο πιό μακριά εἴμαστε ἀπό τήν ἀρετή τῶν ῾Αγίων καί ἀπό τόν τρόπο πού ἐκεῖνοι ἔζησαν καί πού ἔδωσαν τή μαρτυρία τους. ᾿Επιπλέον, νά διατηροῦμε ἀδιάλειπτη μνήμη θανάτου. Νά σκεπτόμαστε ὅτι μιά μέρα θά φύγουμε ἀπό αὐτό τόν κόσμο καί ὅτι πρόκειται νά ζήσουμε αἰώνια μαζί Του. Γιατί αὐτή ἡ θεώρηση τῆς ζωῆς, ὄχι μόνο ἐξαλείφει τήν ὀργή, ἀλλά καί μᾶς βοηθάει νά ἀπαλλαγοῦμε καί ἀπό ὅλα τά ἄλλα πάθη.

Μέ αὐτό πάντα τό σκεπτικό, ἄς διατηρήσουμε ἀκλόνητη τήν ταπείνωση πρός τόν Θεό. Καί αὐτό θά γίνει μόνο, ὅταν ἀναγνωρίσουμε ὅτι, πέρα ἀπό τόν προσωπικό μας ἀγώνα, ἡ πρόοδός μας πρός τή ζωή τῆς πνευματικῆς τελείωσης εἶναι ἔργο τῆς Θείας Χάρης. Πραγματικά, τό μόνο βέβαιο εἶναι ὅτι τίποτα δέν μποροῦμε νά κάνουμε ἀπό μόνοι μας, χωρίς τή βοήθεια καί τή καθοδήγηση τῆς Χάρης Του. ᾿Ακόμα καί τό γεγονός ὅτι ἀξιωθήκαμε νά κατανοήσουμε αὐτή τή μεγάλη ἀλήθεια –τό ὅτι δηλαδή ἔχουμε γιά καθετί πού ἐπιχειροῦμε τήν ἀνάγκη τῆς συνέργειας τῆς Θείας Χάρης– εἶναι ἤδη ἕνα ἀνεκτίμητο δῶρο τῆς Θείας εὐσπλαχνίας καί τῆς φιλανθρωπίας Του.

Γιατί ονομαζόμαστε Χριστιανοί;


Γιατί ονομαζόμαστε Χριστιανοί;
( Αγίου Κυρίλλου Ιεροσολύμων,  Γ΄ Μυσταγωγική Κατήχηση)Α’.

 Με το Βάπτισμά σας, όπως ενδυθήκατε το φωτεινό χιτώνα, έτσι ενδυθήκατε και το Χριστό και ήδη έχετε πάρει τον ίδιο πνευματικό χαρακτήρα, την ίδια μορφή με τον Υιό του Θεού. Δηλαδή πήρατε τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της Θεανδρικής προσωπικότητάς Του. Διότι εφόσον ο Θεός μας προόρισε να μας κάνει παιδιά Του, κατά Χάρη, μας έδωσε τα ίδια χαρακτηριστικά γνωρίσματα της δοξασμένης θεανδρι¬κής προσωπικότητας του Χριστού, που Εκείνος τα έχει «κατά φύσιν» και απειροτέλεια. Και εφόσον έχετε γίνει κοινωνοί και μέτοχοι αυτής της θεανδρικής υποστάσεως του Χριστού, είναι πολύ φυσικό να ονομαζόσαστε και χριστοί και να λέει για σας ο Θεός:
 «Μη θίγετε, αυτούς που είναι δικοί μου, γιατί έχουν χριστεί από μένα, δηλαδή έχουν πάρει τα δικά μου πνευματικά γνωρίσματα». Και έχετε γίνει χριστοί, γιατί δεχτήκατε το άγιο Χρίσμα, που είναι μυστηριακό αντίτυπο του ίδιου του Αγίου Πνεύματος. Και όλα όσα έγιναν και πήρατε στο Βάπτισμά σας έχουν μια μυστηριακή και συμβολική αντιτυπία, επειδή και εσείς είσαστε εικόνες του Χριστού. Και Εκείνος, αφού βαπτίστηκε στον Ιορδάνη και μετέδωσε στα νερά του ποταμού την ευλογία και την αγιαστική χάρη, που ακτινοβολούσε το θεανδρικό σώμα Του, καθώς αναδυόταν από τα νερά, ήλθε και κάθισε καλά-καλά επάνω Του, αυτούσιο, το Άγιο Πνεύμα. (Διότι είναι αυτονόητο ότι μόνο το Άγιο Πνεύμα-Θεός μπορούσε να καθίσει πάνω στο Θεό-Ιησού Χριστό, αφού το όμοιο αναπαύεται πάνω στο όμοιο). Το ίδιο συνέβη και σε σας, όταν βγήκατε από την κολυμβήθρα των βαπτιστηρίων υδάτων. Σας δόθηκε δηλαδή το Χρίσμα που είναι σύμβολο Εκείνου, με το οποίο χρίστηκε ο Χριστός.

 Και αυτό το Άγιο Πνεύμα, για το οποίο είπε στην προφητεία του, ως εκπρόσωπος του Κυρίου, ο Προφήτης Ησαΐας: «Πνεύμα Κυρίου επαναπαύεται σε μένα, διότι ο Κύριος με έχρισε και με έχει αποστείλει να κηρύξω το χαρμόσυνο άγγελμα της σωτηρίας στους πνευματικά πτωχούς» (Ησ. 61, 1 και Λουκ. 4, 18).Β’. Γιατί ο Χριστός δεν χρίστηκε από ανθρώπινο χέρι με λάδι ή μύρο υλικό, αλλά τον έχρισε ο Θεός-Πατέρας με το Άγιο Πνεύμα, προχειρίζοντάς Τον Σωτήρα όλου του κόσμου. Καθώς λέει και ο Απόστολος Πέτρος: «Τον Ιησού από τη Ναζαρέτ, τον Οποίο έχρισε ο Θεός με το Άγιο Πνεύμα» (Πράξ. 10, 38). Και όπως επίσης ο Προφήτης Δαβίδ έλεγε μεγαλόφωνα: «Ο θρόνος Σου, Θεέ μου, θα παραμείνει ακλόνητος σ’ όλους τους αιώνες. Η ράβδος της βασιλείας Σου είναι σκήπτρο και εξουσία ευθύτητας και δικαιοσύνης. Αγάπησες τη δικαιοσύνη και μίσησες την ανομία. Γι’ αυτό και 0 Θεός και Πατέρας Σου, Θεέ μου, σε έχρισε με το Άγιο Πνεύμα, που είναι έλαιο, το οποίο φέρνει αγαλλίαση. 
Και έχυσε αυτό το έλαιο πάνω σε Σένα, πολύ περισσότερο, απ’ ό,τι έχυσε στους άλλους, που μετέχουν με Σένα σ’ αυτή τη χρίση» (Ψαλμ. 44,7-8). Όπως ακριβώς λοιπόν τότε ο Χριστός αληθινά σταυρώθηκε, ενταφιάστηκε και αναστήθηκε —κι εσείς κατά το Βάπτισμα αξιωθήκατε μαζί Του, συμβολικά, να σταυρωθείτε, να ενταφιαστείτε και να αναστηθείτε — έτσι γίνεται και τώρα με το Χρίσμα. Εκείνος χρίστηκε με το νοητό έλαιο που φέρνει αγαλλίαση, δηλαδή με το Άγιο Πνεύμα, το οποίο ονομάζεται έλαιο αγαλλιάσεως, γιατί είναι αίτιο και πρόξενο πνευματικής χαράς και αγαλλιάσεως.Εσείς όμως χριστήκατε με το Άγιο Μύρο, εφόσον έχετε γίνει κοινωνοί και μέτοχοι στη ζωή και στην υπόσταση του Χριστού.Γ’. Αλλά πρόσεχε να μη νομίσεις ότι το μύρο με το οποίο χριστήκατε είναι αυτή η λιπαρή ύλη, που αισθητά γίνεται αντιληπτή, χωρίς να έχει κάποια αγιαστική χάρη και δύναμη.
 Διότι έτσι όπως το ψωμί που χρησιμοποιούμε στο Μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας, μετά την «επίκληση» του Αγίου Πνεύματος, δεν είναι πλέον απλό ψωμί, αλλά Σώμα Χριστού, κατά τον ίδιο τρόπο και το Άγιο τούτο Μύρο δεν είναι πλέον αυτό που φανερώνουν τα υλικά στοιχεία του. Ούτε θα μπορούσε να πει κανείς ότι είναι αυτά τα υλικά φορτισμένα με τις ευχές της σχετικής μυστηριακής ακολουθίας, αλλά είναι ιδιαίτερο χάρισμα του Χριστού και του Αγίου Πνεύματος, που μέσα σ’ αυτό και με αυτό είναι παρών και δρα ο ίδιος ο Θεός. Αυτό βέβαια, μυστηριακά και συμβολικά, σφραγίζει το μέτωπό σου και τα άλλα αισθητήριά σου, μέσα στο Μυστήριο του Χρίσματος και ενώ το σώμα χρίεται με το άγιο Μύρο, η ψυχή αγιάζεται με το Άγιο και Ζωοποιό Πνεύμα.Δ’. Και πρώτα χριστήκατε στο μέτωπο, για να απαλλαγείτε από τη ντροπή, την οποία έφερνε παντού και πάντοτε μαζί του ο πρώτος άνθρωπος, που παρέβηκε την εντολή του Θεού.
 Και ακόμη για να δεχόσαστε, έχοντας ακάλυπτο το πρόσωπό σας και να αντανακλάτε τη δόξα του Κυρίου. Μετά χριστήκατε στα αυτιά, για να αποκτήσετε εκείνα τα αυτιά, για τα οποία ο προφήτης Ησαΐας έλεγε: «Και μου πρόσθεσε ο Κύριος αυτί για να ακούω» (Ησ. 50,4) και για τα οποία ο Κύριος λέει στο Ευαγγέλιο: «Όποιος έχει αυτιά για να ακούει, ας ακούει» (Ματθ. 11, 15). (Δηλαδή όποιος χρησιμοποιεί τις ψυχοσωματικές δυνάμεις του με την προαίρεση να γνωρίσει και να κατανοήσει τις αλήθειες που αποκαλύπτω, ας ακούει όσα λέγω). Στη συνέχεια χριστήκατε στην όσφρηση, ώστε, έχοντας την αίσθηση του πνευματικού μύρου, δηλαδή του Αγίου Πνεύματος, να λέτε: «Είμαστε Χρίστου ευωδία, ανάμεσα σ’ όλους όσους δέχονται το Χριστό ως Σωτήρα τους» (Β’ Κορ. 2, 15). Τέλος χριστήκατε στο στήθος, ώστε, «φορώντας το θώρακα της δικαιοσύνης, να αντιστρατευόσαστε στις μεθοδείες του διαβόλου» (Εφ. 6, 14-15). 
Γιατί όπως ακριβώς ο Σωτήρας μας, μετά από το Βάπτισμά Του και την επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος, πήγε στην έρημο και πάλεψε εναντίον του διαβόλου, έτσι και εσείς. Μετά το ιερό Βάπτισμα και το Χρίσμα, φορώντας την πανοπλία του Αγίου Πνεύματος, να μπορέσετε να αντισταθείτε και να πολεμήσετε εναντίον της δυνάμεως του διαβόλου. Και νικώντας τον να λέτε: «Όλα τα κατορθώνω με τη Χάρη και τη δύναμη του Χριστού» (Φιλιπ. 4. 13).Ε’. Αφού καταξιωθήκατε και λάβατε αυτό το Άγιο Χρίσμα, ονομαζόσαστε πλέον χριστιανοί. Επαληθεύοντας έτσι, με την αναγέννησή σας και το όνομα. Γιατί, πριν να αξιωθείτε να λάβετε το Βάπτισμα και τη Χάρη του Αγίου Πνεύματος, δεν ήσασταν κυριολεκτικά άξιοι, αλλά βρισκόσασταν στο δρόμο που οδηγεί κλιμακωτά στην επάξια κατάκτηση αυτής της ονομασίας.ΣΤ΄.
 Είναι όμως απαραίτητο να γνωρίζετε: ότι η συμβολική προτύπωση αυτού του μυστηρίου του Χρίσματος, βρίσκεται στην Παλαιά Διαθήκη. Διότι και τότε που ο Μωυσής διαβίβασε στον αδελφό του τη θεϊκή εντολή, σύμφωνα με την οποία και τον κατέστησε αρχιερέα, τον έχρισε με έλαιο, αφού προηγουμένως είχε δεχθεί το σχετικό καθαρτικό λουτρό. Και εξαιτίας αυτού του τυπικού χρίσματος, ο Ααρών ονομάστηκε «χριστός». Έτσι και ο αρχιερέας, προάγοντας τον Σολομώντα σε βασιλιά, τον έχρισε, αφού βέβαια πρώτα ο Σολομώντας λούστηκε στον ποταμό Γιων – Νείλο. Αυτά λοιπόν συνέβηκαν σ’ αυτούς προτυπωτικά.
 Σ’ εμάς συμβαίνουν, όχι προτυπωτικά, αλλά αληθινά, επειδή η αρχή της σωτηρίας μας βρίσκεται αληθινά σ’ Αυτόν, τον Ιησού Χριστό, ο οποίος χρίστηκε από το Άγιο Πνεύμα. Γιατί Εκείνος είναι πραγματικά «η απαρχή», ο Νέος Αδάμ. (Δηλαδή η ανθρώπινη φύση Του, μέσα στη θεανδρική Υπόστασή Του, είναι «ο πρώιμος καρπός και το πρωτολούβι και η πρωταρχική πηγή της αναγεννημένης ανθρωπότητας»). Και εμείς το «φύραμα», δηλαδή η γενιά του Νέου Αδάμ, που αν Τον θεωρήσουμε προζύμι, εμείς είμαστε το ζυμάρι. Αν λοιπόν το προζύμι, η απαρχή είναι αγία, οπωσδήποτε η αγιότητά της θα μεταδοθεί και στο φύραμα, σ’ όλο το ζυμάρι.Ζ’. Αυτή την πνευματική δωρεά, τη δύναμη και τη χάρη, την ανεξάλειπτη σφραγίδα, που σας χάρισε το Άγιο Πνεύμα, με το ιερό Μυστήριο του Χρίσματος, να τη διατηρήσετε αμόλυντη

. Διότι όπως ακούσατε, μόλις προ ολίγου και από την ανάγνωση της περικοπής, από την Α’ Καθολική Επιστολή του μακάριου και Αγίου Ιωάννου του Ευαγγελιστού και Θεολόγου, ο οποίος τόσο πολύ βάθυνε τη σκέψη του πάνω στο άγιο Χρίσμα, εάν παραμείνει αυτή η δωρεά μέσα σας; θα σας διδάσκει σε κάθε περίπτωση και περίσταση τα δέοντα. Γιατί αυτή η Πνευματική δωρεά του Αγίου Χρίσματος μπορεί να προφυλάσσει και το σώμα μας και να οδηγεί και την ψυχή μας στο δρόμο της σωτηρίας.Γι’ αυτή την Πνευματική δωρεά του Αγίου Χρίσματος, από τα παλιά τα χρόνια, προφήτεψε και ο μακάριος προφήτης Ησαΐας και είπε: «Και θα κάμει ο Κύριος των δυνάμεων συμπόσιο σε όλα τα έθνη, στο όρος τούτο της Σιών» (Ησ. 25,6) και τώρα και σε άλλες περιπτώσεις, με τη λέξη όρος, εννοεί την Εκκλησία, όπως και τότε που λέει: «κατά τις έσχατες ημέρες της Μωσαϊκής οικονομίας, όταν πρόκειται η νέα περίοδος του Μεσσία να αντικαταστήσει τούτη, θα γίνει εμφανές το όρος του Κυρίου» (Ησ. 2, 2). 

«Και θα πιούν ευφροσύνη, όσοι θα παρακάθονται σ’ αυτό και θα πιούν οίνο και θα χριστούν με μύρο» (Ησ. 25, 6). Και για να σε βεβαιώσει ότι αυτό το μύρο, για το οποίο άκουσες από το στόμα του προφήτη, είναι δηλωτικό του Μυστηρίου του Αγίου Χρίσματος, ο ίδιος ό προφήτης συνεχίζει και λέει: «Παράδωσε όλα αυτά τα ευφρόσυνα στα έθνη, διότι η απόφαση αυτή είναι για όλα τα έθνη και όχι μόνο για τους Ιουδαίους» (Ησ. 25, 7).Τώρα πια που έχετε χριστεί με αυτό το Άγιο Μύρο, διατηρείστε το όπως το πήρατε, καθαρό και αμόλυντο, αγωνιζόμενοι, ώστε να προκόπτετε σε έργα αγαθά και να γίνεσθε ευάρεστοι στον αρχηγό της σωτηρίας μας, τον Ιησού Χριστό, στον Οποίο ανήκει η δόξα στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.  

Αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου

ΟΙ ΕΝΤΟΛΕΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΣΤΗ ΖΩΗ ΜΑΣ

ΑΓΙΟΥ ΣΥΜΕΩΝΤΟΥ ΝΕΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ

  Προσέχετε νὰ φυλᾶτε τὶς ἐντολὲς τοῦ Κυρίου μᾶς Ἰησοῦ Χριστοῦ, γιατί μία μέρα θὰ δώσουμε λογαριασμὸ γιὰ τὰ ἔργα μας. Διῶξτε τὴν ἀμέλεια, γιὰ νὰ μὴν πέσετε στὸ βάραθρο τοῦ Ἅδη. Ἂν τηρεῖτε ὅλες, χωρὶς ἐξαίρεση, τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ, θὰ σωθεῖτε καὶ δὲν θὰ πιαστεῖτε στὰ δίχτυα τοῦ διαβόλου, ὅπως πιάνεται τὸ ἐλάφι στὰ βρόχια καὶ τὸ πουλὶ στὴν παγίδα.

Πρώτη καὶ σπουδαιότερη ἐντολὴ εἶναι ν’ ἀγαπᾶμε τὸ Θεὸ μ’ ὅλη μας τὴ ψυχή, καὶ μεταξὺ μας ὁ ἕνας ν’ ἀγαπάει τὸν ἄλλο, ὅπως καὶ ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς ἀγάπησε τὸν κόσμο.

Πότε ἀγαπᾶμε ἀληθινὰ τὸ Θεὸ καὶ τὸν ἀδελφό μας; Ὅταν δὲν ὑπερηφανευόμαστε. Ὅταν δὲ ζηλεύουμε. Ὅταν μιμούμαστε τὸ καλὸ ποὺ βλέπουμε νὰ κάνουν οἱ ἄλλοι. Ὅταν δὲ γογγύζουμε γιὰ τίποτα. Ὅταν ἀποφεύγουμε τὰ ἄκαιρα γέλια καὶ ἀστεία. Ὅταν δὲν ἀδικοῦμε. Ὅταν δὲ φροντίζουμε γιὰ τὸ στολισμὸ καὶ τὴν καλοπέραση τοῦ σώματος, ἀλλὰ γιὰ τὴν καλλιέργεια τῆς ψυχῆς μας.

Κι ἂν μέχρι τώρα δὲν νοιαζόμασταν γι’ αὐτά, ἂν ζούσαμε μέσα στὴν ἁμαρτία, ἂς μετανοήσουμε χωρὶς ἀναβολὴ.

Ὅταν μετανοήσουμε μὲ προθυμία καὶ πόνο, ὁ Θεὸς θὰ συγχωρήσει τὶς ἁμαρτίες μας. Πρέπει νὰ γνωρίζετε, πὼς ἡ θερμότητα τῆς μετάνοιας καὶ τὰ καυτὰ δάκρυα, ποὺ βγαίνουν ἀπὸ τὸ βάθος τῆς καρδιᾶς, κατακαῖνε σᾶ φωτιὰ τὸ μολυσμὸ τῆς ἁμαρτίας καὶ καθαρίζουν τὴν ψυχή, ποὺ γεμίζει ἀπὸ τὴν ἔλλαμψη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἀπὸ τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ καὶ ἀπὸ καρποὺς ἀγαθούς.

Ἔχουμε χρέος ὅλοι μας νὰ ἐγκρατευόμαστε καὶ νὰ μὴν περνᾶμε τὴ ζωή μας μὲ πολυφαγίες, σπατάλες, βιοτικὲς μέριμνες καὶ μάταιες ἀπολαύσεις, ἀλλὰ μὲ δάκρυα καὶ μετάνοια. Ἂς ἀκούσουμε τὸ Θεὸ ποὺ μᾶς διδάσκει μέσα ἀπὸ τὸ ἱερὸ Εὐαγγέλιό Του:  «Μή μεριμνήσητε τῇ ψυχῇ ὑμῶν τί φάγητε ἤ τί πίητε ἤ τί ἐνδύσησθε. Ζητεῖτε πρῶτον τήν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καί τήν δικαιοσύνην αὐτοῦ καί ταῦτα πάντα προστεθήσεται ὑμῖν». Καὶ γιὰ νὰ μὴν ἔχει κανεὶς ἀφορμὴ νὰ λέει ”τι θὰ κάνω ἂν ἀργήσει νὰ μοῦ δώσει καὶ δὲν ἔχω τί νὰ φάω;”, εἶπε: «Βλέπετε τά πετεινά τοῦ οὐρανοῦ, πῶς οὐ σπείρει οὐδέ θερίζει οὐδέ συνάγει εἰς ἀποθήκας, καί ὁ Πατήρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος τρέφει αὐτά. Οὐχί πολλῶν στρουθίων διαφέρετε ὑμεῖς, ὀλιγόπιστοι;». Καὶ γιὰ νὰ μὴ λιποψυχοῦμε καὶ γογγύζουμε γιὰ τὸ φαγητό μας καὶ τὶς ἄλλες μᾶς ἀνάγκες, μᾶς ὑπενθυμίζει ὁ Κύριος: «Μακάριοι οἱ πεινῶντες καί διψῶντες τήν δικαιοσύνην ὅτι αὐτοί χορτασθήσονται».

Ἂν λοιπὸν στὴ ζωὴ μᾶς στερηθοῦμε κάποτε τὸ ψωμὶ ἢ τὸ φαγητό, ἂς ὑπομείνουμε ἐλπίζοντας καὶ πιστεύοντας ὅτι ὁ Κύριος δὲν θὰ μᾶς ἐγκαταλείψει.

Ἀλλὰ καὶ σ’ ὅλους τους πειρασμούς, ποὺ εἶναι ἐνδεχόμενο νὰ συναντήσουμε, ἂς συλλογιζόμαστε τοὺς ἀδελφούς μας ἐκείνους, ποὺ δὲν ἔχουν πολλὲς φορὲς οὔτε νερό. Κι ὅμως δὲν ἀγανακτοῦν καὶ δὲν βλασφημοῦν, ἀλλ’ ἀντίθετα εὐχαριστοῦν τὸ Θεό, μὲ τὴν ἐλπίδα ὅτι μία ἡμέρα θὰ συναριθμηθοῦν μὲ τοὺς ἁγίους μάρτυρες. Ἐνῶ ἐμεῖς, μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ, ἔχουμε τουλάχιστον τὰ’ ἀναγκαία γιὰ τὴ συντήρησή μας, καὶ μάλιστα μὲ τὸ παραπάνω. Ἂν λοιπὸν κατακρίνεται ἐκεῖνος ποὺ δὲν ἔχει τίποτα καὶ γογγύζει γι’ αὐτό, πόσο μᾶλλον θὰ τιμωρηθεῖ ἐκεῖνος ποὺ ἔχει τόσα ἀγαθὰ καὶ πάλι διαμαρτύρεται;

Ἂς μὴ μεριμνοῦμε λοιπὸν γιὰ τὰ τωρινὰ καὶ μάταια, ἀλλὰ γιὰ τὰ μελλούμενα καὶ αἰώνια. Ἡ τήρηση τῶν παθοκτόνων καὶ καθαρτικῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ νὰ ἔχει πάντα τὴν προτεραιότητα τοῦ ἐνδιαφέροντος καὶ τῆς μέριμνάς μας. Μὲ προθυμία καὶ ζῆλο νὰ φυλᾶμε τὶς ἐντολές, νικώντας τὴ φυσικὴ ραθυμία καὶ ἀποφεύγοντας τὴν ἀργία καὶ τὴν ἀργολογία.

Ἂς μιμηθοῦμε τοὺς ἁγίους πατέρες μας, ποὺ ποτὲ δὲν σπαταλοῦσαν ἄσκοπα τὸ χρόνο τους καὶ τὰ λόγια τους. Ἐργάζονταν γιὰ τὴ σωτηρία τους στὴν ἀφάνεια καὶ τὴ σιωπὴ γιὰ χρόνια ὁλόκληρα. Τί ἀπολογία θὰ δώσουμε ἐμεῖς, ποῦ δὲν κρατᾶμε τὸ στόμα μᾶς κλειστό, οὔτε γιὰ λίγες ἡμέρες; Τί λέω μέρες; Οὔτε μία ὥρα δὲν κρατιόμαστε. Τί θὰ κάνουμε καλοί μου ἀδελφοί, ἂν ἔρθει ξαφνικὰ ὁ οὐράνιος Κριτής, ποὺ εἶπε ὅτι  «πᾶν ῥῆμα ἀργόν ὅ ἐάν λαλήσωσιν οἱ ἄνθρωποι, ἀποδώσουσι περί αὐτοῦ λόγον ἐν ἡμέρᾳ κρίσεως»; 

Καὶ πῶς θὰ ἐπιβληθοῦμε σὲ ἄλλα, βαθύτερα πάθη, ὅταν ἔχουμε ἀσυγκράτητη γλώσσα; Ἡ σάρκα, ἔχοντας τὴ φυσική της ἐπιθυμία καὶ πύρωση, ἐπαναστατεῖ ἐναντίον τοῦ πνεύματος καὶ πολεμάει σκληρὰ τὴ ψυχή. Ἡ κοιλιὰ πάλι θέλει νὰ γεμίζει μὲ φαγητὰ καὶ μᾶς παρακινεῖ βασανιστικὰ στὸ χορτασμό. Ἂν ἑπομένως δὲν κρατήσουμε τὴ γλώσσα μας, πράγμα ποὺ εἶναι εὔκολο καὶ ἀνώδυνο, πὼς θὰ χαλιναγωγήσουμε αὐτὰ τὰ μεγάλα καὶ φοβερὰ πάθη, ποῦ στηρίζουν τὴ δύναμή τους στὴ ἴδια τὴ φύση;

Ἂς κάνουμε λοιπὸν ἀρχὴ ἀπὸ σήμερα στὴν ἐργασία τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ, ἀρχίζοντας ἀπὸ τὶς ἐλαφρότερες καὶ εὐκολότερες. Ἔτσι, μὲ τὴν ἐνάρετη ζωή μας, θὰ δοξαστεῖ τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου, ἐπειδὴ θὰ βρεθοῦν καὶ πάλι ἄνθρωποι, ποὺ θὰ μιμοῦνται τοὺς παλαιοὺς ἁγίους, πράγμα σπάνιο σήμερα.

Πῶς ἀποβάλλουμε τὸ χοϊκὸ ἄνθρωπο καὶ ἐνδυόμαστε τὸν Χριστό, καθιστάμενοι συγγενεῖς καὶ ἀδελφοί του.

Ὁ μακάριος Παῦλος ἀφοῦ μᾶς φιλοξένησε καλῶς στὴν προηγούμενη τράπεζα τῶν θείων τοῦ λόγων καὶ εὔφρανε τὶς καρδιές μας, μᾶς προσφέρει πάλι πρὸς φιλοξενία κι’ ἄλλη τράπεζα τῶν θεόπνευστών του λόγων, γεμάτη μὲ πνευματικὰ φαγητά, ἀπὸ τὰ ὁποῖα γνωρίζει ὅτι τρέφεται ὁ ἐσωτερικός μας ἄνθρωπος, εὐφραινόμενος μαζὶ καὶ στηρίζοντας τὴν καρδιὰ μὲ τὸ ζωτικὸ ἄρτο τοῦ λόγου καὶ μὲ τὸν οἶνο τῆς σοφίας καὶ τῆς γνώσεως τοῦ Θεοῦ ποὺ εὐφραίνει, γεμάτη μάλιστα καὶ μὲ τὴ θεία χάρη τοῦ Πνεύματος, ἀπὸ τὸ ὁποῖο γεμίζει ἡ ψυχὴ μὲ κάθε εὐφροσύνη καὶ ἡδονὴ καί, ἐγκαταλείποντας τὰ ἐγκόσμια, ἀνέρχεται μὲ ἐλαφρά τα φτερὰ τῆς διανοίας στοὺς οὐρανοὺς καὶ στὸ Θεό.

Ἃς δοῦμε λοιπὸν ποιὰ εἶναι αὐτὴ ἡ τράπεζα τοῦ Ἀποστόλου καὶ ποιὰ εἶναι τὰ φαγητά της. Ἀλλ’ ἃς ὑψώσουμε τὶς διάνοιές μας ἀπὸ τὰ γήινα καὶ φθειρόμενα καί, ἐπειδὴ πρόκειται ν’ ἀκούσουμε θεϊκὰ λόγια, ἃς προσέχουμε στὰ λεγόμενα μὲ κάθε ἀκρίβεια, ὥστε νὰ ἀξιωθοῦμε νὰ φιλοξενηθοῦμε ἀξίως μαζὶ μὲ τὸ Πνεῦμα τὸ ὁποῖο διὰ τοῦ Ἀποστόλου λέγει τὰ κρυμμένα μυστήρια τῆς βασιλείας τῶν οὔρανων. Λέγει πράγματι· «ὁ πρῶτος ἄνθρωπος πλάσθηκε ἀπὸ τὴ γῆ καὶ ἦταν χοϊκός, ὁ δεύτερος ἄνθρωπος, ὁ Κύριος, εἶναι ἀπὸ τὸν οὐρανό». Μὴ προσπεράσεις ἁπλῶς τὸ λόγο, ἀγαπητέ, καὶ τὸν θεωρήσεις ὡς εὐκολοκατανόητο διότι στὸ συλλογισμὸ τοῦ παρόντος λόγου βρίσκεται πολὺ νοηματικὸ βάθος, ποὺ ἀπαιτεῖ μεγάλη ἔρευνα καὶ προσοχή. Ἀλλ’ ἑτοίμασε τὴν ἀκοὴ καὶ θὰ κατανοήσεις τὸ κρυμμένο σ’ αὐτὸν βάθος τῶν μυστηρίων τοῦ Θεοῦ.

«Ὁ πρῶτος ἄνθρωπος πλάσθηκε ἀπὸ τὴ γῆ καὶ ἦταν χοϊκός, ὁ δεύτερος ἄνθρωπος, ὁ Κύριος, εἶναι ἀπὸ τὸν οὐρανό. Ὅποιος ἦταν ὁ χοϊκός, τέτοιοι εἶναι καὶ οἱ χοϊκοί· καὶ ὅποιος εἶναι ὁ ἐπουράνιος, τέτοιοι καὶ οἱ ἔπουρανιοι».«Πρώτον» καὶ «χοϊκὸν ἄνθρωπο» ἐννοεῖ τὸν Ἀδάμ, καθὼς ἔχει γραφεῖ· «καὶ ἔπλασε ὁ Θεὸς τὸν ἄνθρωπο παίρνοντας χῶμα ἀπὸ τὴ γῆ». Αφού λοιπὸν πλάσθηκε χοϊκὸς ἀπὸ τὴ γῆ καὶ ἔλαβε πνεῦμα ζωῆς, τὸ ὁποῖο ὁ Λόγος γνωρίζει ὅτι καλεῖται ψυχὴ νοερὴ καὶ εἰκόνα Θεοῦ, τοποθετήθηκε στὸν παράδεισο, λαμβάνοντας ἐντολὴ νὰ ἐργάζεται καὶ νὰ τὸν φυλάττει.

Μὲ ποιὸν σκοπό; Μὲ σκοπό, ὅσο θὰ φυλάττει αὐτὴν καὶ θὰ ἐνεργεῖ σύμφωνα μ’ αὐτήν, νὰ διαμένει ἀθάνατος καὶ νὰ συναγωνίζεται αἰώνια τους ἀγγέλους, καὶ ν’ ἀνυμνεῖ  μαζί τους τὸ Θεό, νὰ δέχεται τὶς ἀπὸ ἐκεῖ ἐλλάμψεις, καὶ νὰ βλέπει νοερῶς τὸ Θεὸ καὶ ν’ ἀκούει τὶς θεῖες φωνές του· τὴ στιγμὴ ὅμως ποὺ θὰ παραβεῖ τὴν ἐντολὴ ποὺ τοῦ δόθηκε καὶ θὰ φάει ἀπὸ τὸ δένδρο, ἀπὸ τὸ ὁποῖο τὸν πρόσταζε ὁ Θεὸς νὰ μὴ φάει, νὰ παραδοθεῖ στὸ θάνατο, νὰ καταστραφοῦν οἱ ὀφθαλμοὶ τῆς ψυχῆς, νὰ στερηθεῖ τὴ θεία δόξα, νὰ φραχθοῦν τὰ αὐτιά, νὰ ἐκπέσει ἀπὸ αὐτὴ τὴ διαγωγὴ ποὺ εἶχε μαζὶ μὲ τοὺς ἀγγέλους καὶ νὰ διωχθεῖ ἀπὸ τὸν παράδεισο.

Κι’ αὐτὸ συνέβηκε ἀφοῦ παρέβηκε τὴν ἐντολὴ καὶ ἐξέπεσε ἀπὸ τὴν ἀθάνατη καὶ ἀΐδια ζωή. Πράγματι, μόλις ὁ Ἀδὰμ παρέβηκε τὴν ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ καὶ ἔστρεψε τὸ αὐτί του στὸν ἀπατεώνα διάβολο νὰ τοῦ ψιθυρίσει καὶ τὸν ὑπάκουσε ἀκούγοντας τὰ δόλια λόγια του, μὲ τὰ ὁποῖα μιλοῦσε ἐναντίον τοῦ δημιουργοῦ Δεσπότη, γεύθηκε τὸ δένδρο καί, ἀναβλέποντας αἰσθητικῶς, μόλις θεώρησε καὶ εἶδε ἐμπαθὼς τὴ γύμνωση τοῦ σώματός του, στερήθηκε δικαίως ἀπὸ ὅλα τα ἀγαθά, καὶ κουφάθηκε, γιὰ νὰ μὴν ἀκούσει μὲ βέβηλα αὐτιὰ θεοπρεπεῖς καὶ πνευματικοὺς θείους λόγους, αὐτοὺς ποὺ ἀκούονται μόνον ἀπὸ τοὺς ἄξιους· ἀλλὰ στερήθηκε κι’ ἀπὸ τὴ θεωρία τῆς ἀνέκφραστης ἐκείνης δόξας, ἐπειδὴ ἀπομάκρυνε ἑκουσίως τὸ νοῦ του ἀπὸ αὐτήν, κατανόησε ἐμπαθὼς τὸν καρπὸ τοῦ δένδρου καὶ πίστεψε στὸν ὄφι ποὺ εἶπε· «μόλις φάγετε ἀπὸ αὐτόν, θὰ γίνετε ὡς θεοί, γνωρίζοντας τὸ καλὸ καὶ τὸ πονηρό».

Αὐτὸς λοιπὸν ὁ χοϊκὸς ἄνθρωπος, ἀφοῦ ἀπατήθηκε μὲ τὴν ἐλπίδα τῆς θεώσεως καὶ ἔλαβε καὶ ἔφαγε ἀπὸ αὐτὸν τὸν καρπό, στερήθηκε τελείως ἀπ’ ὅλα τα νοητὰ καὶ οὐράνια ἀγαθὰ καὶ κατάντησε στὴν παθητικὴ αἴσθηση τῶν ἐπιγείων καὶ ὁρατῶν κτισμάτων καὶ ἀπέναντι σ’ αὐτὰ ἀπὸ τὰ ὁποῖα ξέπεσε, γιὰ νὰ ἐπαναλάβω τὰ ἴδια, ἔγινε κουφός, τυφλός, γυμνός, ἀναίσθητος, καθὼς ἐπίσης καὶ θνητός, φθαρτὸς καὶ ἄλογος, ὅμοιος μὲ τὰ ἀνόητα κτήνη κατὰ τὸν προφήτη ποὺ βοᾶ· «ἀναμείχθηκε μὲ τὰ ἀνόητα κτήνη καὶ ὁμοιώθηκε μ’ αὐτά». Ἔμαθες ἀπὸ ποιὰ δόξα καὶ ἀθάνατη τρυφὴ καὶ διαγωγὴ σὲ ποιὰ ἀτιμία κατρακύλησε ὁ ἄνθρωπος, σὲ ποιὰ ντροπὴ καὶ ἄγνοια, σὲ ποιὰ φτώχεια περιέπεσε ἀπὸ τὸν ἄφθονο πλοῦτο; Ἔτσι λοιπὸν ἔγινε καὶ ἦταν ὁ πρῶτος ἄνθρωπος, ποὺ πλάσθηκε ἀπὸ τὴ γῆ, χοϊκός, ἂν καὶ δὲν μπορέσαμε νὰ ποῦμε τὰ πάντα.

Ἃς δοῦμε λοιπὸν καὶ ἃς διδαχθοῦμε ἀπὸ τὶς θεῖες Γραφὲς ποιὸς εἶναι καὶ ὁ δεύτερος ἄνθρωπος, ὁ Κύριος ἀπὸ τὸν οὐρανό. Αὐτός, ὄντας Θεὸς ἀπὸ Θεό, ἄναρχο γέννημα ἀνάρχου Πατρός, γέννημα ἀσώματο ἀσωμάτου, ἀκατάληπτο ἀκαταλήπτου, αἰώνιο αἰωνίου, ἀπρόσιτο ἀπροσίτου, ἀχώρητο ἀχωρήτου, ἀθάνατο ἀθανάτου, ἀόρατο ἀοράτου, Λόγος Θεοῦ καὶ Θεός, διὰ τοῦ ὁποίου ἔγιναν τὰ πάντα, καὶ τὰ οὐράνια καὶ τὰ ἐπίγεια καί, γιὰ νὰ ἀνακεφαλαιώσω, αὐτὸς λοιπὸν ὄντας ἔτσι καὶ μένοντας ἔτσι μέσα στὸν Πατέρα καὶ ἔχοντας τὸν Πατέρα νὰ μένει μέσα του, χωρὶς νὰ χωριστεῖ ἀπὸ αὐτὸν οὔτε νὰ τὸν ἐγκαταλείψει τελείως, κατέβηκε στὴ γῆ καὶ σαρκώθηκε ἀπὸ τὸ ἅγιο Πνεῦμα καὶ τὴν παρθένο Μαρία.

Καὶ ἐνανθρώπησε, γενόμενος ἀτρέπτως ἴσος κατὰ πάντα μ’ ἐμᾶς χωρὶς ἁμαρτίες, ὥστε, διερχόμενος ἀπὸ ὅλα τα δικά μας, νὰ ἀναχωνεύσει καὶ νὰ ἀνακαινίσει ἐκεῖνον τὸν πρώτον ἄνθρωπο καὶ δὶ’ ἐκείνου ὅλους ὅσοι γεννήθηκαν καὶ γεννῶνται ἀπὸ αὐτόν, καὶ νὰ γίνουν ὅμοιοι μ’ ἐκεῖνον ποὺ τοὺς γέννησε. Ἐπειδὴ λοιπὸν ὁ γεννήτορας Ἀδὰμ ἔγινε φθαρτὸς καὶ θνητός, θὰ προσθέσω καὶ κουφὸς καὶ τυφλός, ἐξαιτίας τῆς παραβάσεως, καὶ διετέλεσε γυμνὸς ἀπὸ τὴν ἔνθεη ἐνδυμασία καὶ ἀναίσθητος, ὅπως αὐτὸς ὁ χοϊκός, ἔτσι καὶ ὅλοι ὅσοι γεννήθηκαν ἀπὸ αὐτόν, ἔγιναν χοϊκοί, φθαρτοί, θνητοί, κουφοί, τυφλοί, γυμνοὶ καὶ ἀναίσθητοι, μὴ διαφέροντας σὲ τίποτε ἀπὸ τὰ ἄλογα ζῶα, ἢ νὰ πῶ καλύτερα ὑπῆρξαν χειρότεροι κι’ ἀπὸ αὐτὰ τὰ ἴδια, ἐπειδὴ συμπεριέλαβαν τὸ καθένα ἀπὸ τὰ πάθη ἐκείνων καὶ τὰ προσάρτησαν μέσα τους.

Σὲ τέτοια λοιπὸν ἄγνοια Θεοῦ καὶ τῶν θείων τοῦ ἐντολῶν ὁδηγήθηκαν οἱ γεννημένοι χοϊκοὶ ἀπὸ αὐτὸν τὸν χοϊκό, ὥστε τὴν τιμὴ ἐκείνη ποὺ ὄφειλαν ν’ ἀποδώσουν στὸν Θεὸ τὴν ἀπέδωσαν στὴν ὁρατὴ αὐτὴ κτίση· καὶ ὄχι μόνο στὸν οὐρανό, στὴ γῆ, στὸν ἥλιο, στὴ σελήνη, στὰ ἄστρα, στὸ πῦρ, στὸ ὕδωρ καὶ στὰ ὑπόλοιπα, ἀλλὰ ἀφοῦ θεοποίησαν κι’ αὐτὰ ἀκόμη τὰ αἰσχρὰ πάθη, τὰ ὁποῖα ὁ Θεὸς τοὺς ἀπαγόρευσε οὔτε νὰ τὰ σκέπτονται, πολὺ περισσότερο νὰ τὰ πράττουν, καὶ τὰ ἔστησαν (πῶ, πῶ ἀναισθησία!), τὰ προσκύνησαν ὡς θεούς. Ποιὰ ἀπὸ αὐτά; Τὴν πορνεία, τὴ μοιχεία, τὴν ἀνδρομανία, τὴν ἀλληλοφονία καὶ ὁτιδήποτε παρόμοιο μὲ αὐτά, τὰ ὁποῖα ὄχι ὁ Θεὸς (μακριὰ μιὰ τέτοια βλασφημία!), ἀλλ’ ὁ διάβολος προστάζει, ὑποβάλλει καὶ ἀποδέχεται, καὶ μὲ τὰ ὁποῖα ὑποδούλωσε καὶ ὑποδουλώνει ὅλο το ἀνθρώπινο γένος καὶ τοὺς ἔκανε καὶ τοὺς κάνει ὑποχειρίους καὶ δούλους του.

Ἔτσι, κι’ ἂν ἀκόμη βρέθηκε ἀπὸ παλαιὰ κάποιος ἀπὸ τὶς ἄπειρες ἐκεῖνες μυριάδες καὶ χιλιάδες ποὺ νὰ μὴν ὑπέκυψε στὰ αἰσχρὰ προστάγματά του καὶ τὰ θελήματά του, ἀλλ’ ἐπειδὴ κι αὐτὸς καταγόταν ἀπὸ τὸ σπέρμα τῶν ἁμαρτωλῶν ἦταν δοῦλος τοῦ τυράννου θανάτου καὶ παραδιδόταν στὴ φθορά του καὶ παραπεμπόταν ἀσυμπαθῶς στὸν ἅδη, χωρὶς δηλαδὴ νὰ ὑπάρχει κάποιος ποὺ νὰ μπορεῖ νὰ τὸν σώσει καὶ νὰ τὸν λυτρώσει· γι’ αὐτὸν λοιπὸν μᾶς λυπήθηκε ὁ δημιουργός μας Θεὸς Λόγος καὶ κατέβηκε, ὡς γνωστόν, καὶ ἔγινε ἄνθρωπος ὄχι ἀπὸ συνουσία ἢ ρεύση (διότι αὐτὰ συνέβηκαν μετὰ τὴν παράβαση), ἀλλὰ ἀπὸ τὸ ἅγιο Πνεῦμα καὶ τὴν ἀειπάρθενο Μαρία. Πράγματι, ἀναλαμβάνοντας ἔμψυχη σάρκα ἀπὸ τὰ παναγνὰ αἵματά της, ἔγινε ἄνθρωπος, διατέλεσε καὶ ἔγινε δηλαδὴ ὁλόκληρος σάρκα, ὁ Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ, ἀτρέπτως, ἀναλλοιώτως, ὅπως ἔχει γραφεῖ· «καὶ ὁ Λόγος ἔγινε σάρκα καὶ κατασκήνωσε μεσά μας». Αυτό εἶναι τὸ ἀκατάληπτο καὶ ἀκατανόητο σ’ ὅλους θαῦμα, ὅτι δηλαδὴ ὁ ἴδιος καὶ ἄτρεπτος ἔμεινε κατὰ τὴ θεότητα καὶ τέλειος ἄνθρωπος ἔγινε.

Συνέβηκε δηλαδὴ ὅ,τι καὶ μὲ τὸν Ἀδάμ· ὁ Θεὸς τὸν ἔπλασε ἀπὸ τὴ γῆ καὶ τοῦ χάρισε πνεῦμα ζωῆς, καὶ ἔγινε τέλειος ἄνθρωπος μὲ ζωντανὴ ψυχὴ χωρὶς συνουσία καὶ ρεύση· ἔτσι κι αὐτὸς ποὺ τὸν δημιούργησε χωρὶς συνουσία καὶ ρεύση γίνεται ἄνθρωπος. Καὶ ὅπως γράφτηκε ἐκεῖ στὴν παλαιὰ Γραφή, ὅτι ὁ Θεὸς ἔβαλε ἔκσταση πάνω στὸν Ἀδὰμ καὶ τὸν ὕπνωσε καὶ λαμβάνοντας μία πλευρὰ τοῦ οἰκοδόμησε καὶ ἔπλασε τὴ γυναίκα, ἔτσι ἔκανε κι’ ἐδῶ. Πῶς καὶ μὲ ποιὸν τρόπο; Πρόσεχε. Ἡ πλευρὰ τοῦ Ἀδὰμ εἶναι ἡ γυναίκα. Ἀπὸ αὐτὴν λοιπὸν τὴν πλευρὰ τοῦ Ἀδάμ, δηλαδὴ ἀπὸ τὴν ἴδια τὴ γυναίκα, ἔλαβε ὁ Θεὸς Λόγος ἔμψυχη σάρκα καὶ τὴν οἰκοδόμησε σὲ τέλειο ἄνδρα, ὥστε νὰ γίνει ἀληθῶς υἱὸς τοῦ Ἀδάμ· κι ἀφοῦ διετέλεσε ἄνθρωπος κι ἔγινε ὅμοιός μας κατὰ πάντα πλὴν τῆς ἁμαρτίας, ἀμέσως ἔγινε κατὰ σάρκα συγγενὴς ὅλων των ἀνθρώπων.

Αὐτὸ ὅμως τὸ εἶπε καὶ κάποιος ἄλλος πρὶν ἀπὸ ἐμᾶς λέγοντας τὸ ἑξῆς· «ἐνδυόμενος τὴ σάρκα, ἐνδύθηκε καὶ τὴν ἀδελφότητα». Ἀλλὰ ὄντας αὐτὸς Θεὸς καὶ ἄνθρωπος μαζί, καὶ ἡ σάρκα του καὶ ἡ ψυχὴ τοῦ ἦταν καὶ εἶναι ἁγία καὶ ὑπεραγία ὅπως ἦταν Θεὸς ἅγιος, ὁ ἴδιος καὶ εἶναι ἅγιος καὶ θὰ εἶναι, διότι καὶ ἡ παρθένος ἦταν ἄμωμη, ἄσπιλη καὶ ἀμίαντη· ἀλλὰ τέτοια ἦταν καὶ ἡ πλευρὰ ποὺ ἀφαιρέθηκε ἀπὸ τὸν Ἀδάμ. Οἱ ἄλλοι ὅμως ἄνθρωποι, παρ’ ὅλο ποὺ ὑπῆρξαν κατὰ σάρκα ἀδελφοὶ καὶ συγγενεῖς του, ἀλλὰ ὄντας χοϊκοὶ ἔμειναν ἔτσι καὶ δὲν ἔγιναν ἀμέσως ἅγιοι καὶ υἱοὶ τοῦ Θεοῦ. Ἀλλὰ προσέχετε ἀκριβῶς τὸ Πνεῦμα ποὺ λέγει αὐτά· ὁ Θεὸς ἔγινε ἄνθρωπος καὶ διετέλεσε συγγενὴς καὶ ἀδελφὸς ὅλων των ἀνθρώπων. Μόνο λοιπὸν ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ εἶναι Θεὸς καὶ ἄνθρωπος, μόνος ἦταν καὶ εἶναι ἅγιος, ὅπως θὰ εἶναι στοὺς αἰῶνες, μόνος δίκαιος, μόνος ἀληθινός, μόνος ἀθάνατος, μόνος φιλάνθρωπος, μόνος ἐλεήμων καὶ εὔσπλαχνος, μόνος δυνάστης, μόνος φῶς τοῦ κόσμου καὶ ὄντας φῶς τὸ ἀπρόσιτο.

                Ἐνῶ λοιπὸν αὐτὸς ἦταν τέτοιος καὶ ἐμεῖς βρισκόμασταν στὸ θάνατο καὶ τὴ φθορὰ χωρὶς νὰ ἔχουμε καμμία τελείως ἐπικοινωνία μαζί του, παρὰ μόνον, ὅπως εἴπαμε, τὴν κατὰ σάρκα συγγένεια, ἀνάμεσα σ’ αὐτοὺς τοὺς δύο, τὸ Θεὸ δηλαδὴ καὶ τοὺς ἀνθρώπους, μεσίτευσε ἡ πρὸς αὐτὸν πίστη, ὥστε, ἐπειδὴ ἤμασταν πτωχοὶ καὶ τίποτε δὲν μπορούσαμε νὰ προσφέρουμε γιὰ τὴ σωτηρία μας, δεχόμενος τὴν πρὸς αὐτὸν πίστη ἀντὶ πάντων, μᾶς ἐλέησε καὶ μᾶς χάρισε τὴν ἄφεση τῶν ἁμαρτημάτων, τὴν ἀπαλλαγὴ τοῦ θανάτου καὶ τῆς φθορᾶς καὶ τὴν ἐλευθερία. Αὐτὰ τὰ χαρίζει καὶ μέχρι σήμερα σ’ ἐκείνους ποὺ πιστεύουν ὁλοψύχως, καὶ ὄχι μόνον αὐτά, ἀλλὰ καὶ τὰ ὑπόλοιπά τα ὁποῖα μᾶς ὑποσχέθηκε καὶ μᾶς ἐπαγγέλλεται καθημερινὰ διὰ τῶν ἁγίων εὐαγγελίων.

Ποιὰ ὅμως εἶναι αὐτά; Ἡ ἀναγέννηση καὶ ἀνάπλασή μας δὶ’ ὕδατος καὶ Πνεύματος, ἡ συναρίθμησή μας μὲ τοὺς ἁγίους του δούλους, ἡ παροχὴ τῆς χάριτος τοῦ ἁγίου του Πνεύματος σὲ μᾶς, ἡ δωρεὰ τῆς συμμετοχῆς δὶ’ αὐτοῦ στὰ ἀγαθά της γῆς τὴν ὁποία κληρονομοῦν οἱ πράοι μὲ εὐφροσύνη καὶ ἀγαλλίαση καρδιᾶς, ἡ ἕνωση καὶ σύναψή του μαζί μας, ὥστε νὰ γίνουμε καὶ οἱ δύο ἕνα στὸν ἴδιο τὸν Θεὸ καὶ Πατέρα συνδεόμενοι δὶ’ αὐτοῦ μὲ τὸ Πνεῦμα.

Μετέχομε λοιπὸν σ’ ὅλα αὐτὰ τὰ ἀγαθὰ καὶ τὰ ἀπολαμβάνομε, ὅταν τηροῦμε ἀκριβῶς ὅλα ὅσα ὑποσχεθήκαμε σ’ αὐτὸν καὶ ὅταν ἀποφεύγουμε ὅσα πάλι ἀπορρίψαμε, μὴ ἐπιστρέφοντας στὸ ἴδιο ἐξέραμα (ἐμετὸ) ὅπως οἱ σκύλοι. Ἔτσι λοιπὸν ἂν φυλάξουμε ὅλα ὅσα μᾶς εἶπε καὶ μᾶς λέει ὁ ἴδιος ὁ Θεός, εἴμαστε πράγματι πιστοί, ἀποδεικνύοντας τὴν πίστη μας ἀπὸ τὰ ἔργα, καὶ γινόμαστε ὅπως ἐκεῖνος ἅγιοι καὶ τέλειοι, ὅλοι τελείως ἐπουράνιοι, τέκνα ἐπουράνιου Θεοῦ, ὅμοια μαζί του κατὰ πάντα θέσει καὶ χάριτι, ἐπειδὴ εἶναι καὶ αὐτὸς ὅπως ἐμεῖς ὅμοιός μας πλὴν τῆς ἁμαρτίας.

Ἐὰν ὅμως, περιφρονώντας τὶς ἅγιες καὶ ζωοποιὲς τοῦ ἐντολές, ἀπομακρυνθοῦμε ἀπὸ ἀμέλεια καὶ ἐνεργήσουμε κάτι ἐναντίον τῶν προσταγμάτων του, ἐπειδὴ πράξαμε ὅσα δὲν μᾶς παρήγγειλε, ἀμέσως ἐκπίπτουμε ἀπὸ ὅλα ἐκεῖνα τὰ ἀγαθὰ ποὺ μᾶς δόθηκαν ἀπὸ τὸ Θεὸ διὰ τοῦ βαπτίσματος. Καὶ ὅπως ὁ Ἀδὰμ μετὰ τὴν παράβαση ἐκβάλλεται καὶ ἀπογυμνώνεται ἀπὸ τὸν παράδεισο καὶ τὴν τρυφὴ καὶ τὴν μετὰ τῶν ἀγγέλων διαβίωση καὶ ἀπομακρύνεται ἀπὸ τὴ θέα τοῦ Θεοῦ, ἔτσι κι ἐμεῖς ἀμαρτάνοντας ἀποχωριζόμαστε ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία τῶν ἁγίων δούλων του καὶ τὴ θεία ἐνδυμασία τὴν ὁποία ἐμεῖς οἱ βαπτιζόμενοι ἐνδυθήκαμε, τὸν ἴδιο δηλαδὴ τὸ Χριστό, ὅπως πιστεύουμε, αὐτὸν τὸν ἀποδυόμαστε διὰ τῆς ἁμαρτίας· καὶ ὄχι μόνον αὐτά, ἀλλὰ στερούμαστε καὶ τὴν ἴδια τὴν αἰώνια ζωὴ κι αὐτὸ τὸ ἄδυτο φῶς, τὰ αἰώνια ἀγαθά, τὸν ἁγιασμὸ καὶ τὴν υἱοθεσία.



Καὶ ἔτσι γινόμαστε πάλι χοϊκοί, ὅπως κι’ ἐκεῖνος ὁ πρῶτος χοϊκός, ἀντὶ νὰ γίνουμε ἐπουράνιοι καὶ ὅμοιοι κατὰ πάντα μὲ αὐτὸν τὸν δεύτερο ἄνθρωπο καὶ Κύριο Ἰησοῦ Χριστό· κι’ ἀκόμη μαζὶ μ’ αὐτὰ γινόμαστε ὑπόδικοι στὸ θάνατο καὶ στὸ σκοτάδι, καὶ παραπεμπόμαστε στὸ ἄσβεστο πῦρ, βασανιζόμενοι μὲ μεγάλο κλαυθμὸ καὶ μὲ τρίξιμο τῶν δοντιῶν. Διότι τώρα δὲν ἀποβαλλόμαστε κι’ ἐμεῖς ἀπὸ αἰσθητὸ παράδεισο, ὅπως τότε ὁ Ἀδάμ, οὔτε κατακρινόμαστε νὰ ἐργαζόμαστε ὅπως κι ἐκεῖνος τὴ γῆ, ἀλλ’ ἀποβαλλόμαστε ἀπὸ τὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν καὶ ἀπὸ τὰ ἀγαθὰ ἐκεῖνα γιὰ τὰ ὁποῖα ἔχει γραφεῖ· «ὅσα ὀφθαλμὸς δὲν εἶδε καὶ αὐτὶ δὲν ἄκουσε καὶ σὲ καρδιὰ ἀνθρώπου δὲν ἀνέβηκαν»· ἀπ’ αὐτὰ λοιπὸν ἀποβάλλομε τοὺς ἑαυτούς μας καὶ γινόμαστε ὑπεύθυνοί της κολάσεως. Κι ἂν δὲν μᾶς ἀποδιδόταν ἡ ἀνάκληση διὰ τῆς μετανοίας, δὲν θὰ μποροῦσε νὰ σωθεῖ κανεὶς ποτέ.

Γι’ αὐτὸ λοιπόν, ὄντας φιλάνθρωπος ὁ Θεὸς καὶ οἰκτίρμων καὶ ἐπιθυμώντας τὴ σωτηρία μας, ἔθεσε σαφῶς ἀνάμεσα σ’ ἐμᾶς καὶ σ’ ἐκεῖνον τὴν ἐξομολόγηση καὶ τὴ μετάνοια· ἔδωσε ἐξουσία στὸν καθένα ποὺ θέλει ν’ ἀνακληθεῖ ἀπὸ τὴν πτώση καὶ δὶ’ αὐτῆς νὰ εἰσέλθει στὴν προηγούμενη οἰκειότητα καὶ δόξα καὶ παρρησία ἀπέναντι στὸ Θεό, καὶ ὄχι μόνον αὐτό, ἀλλὰ καὶ νὰ γίνει πάλι κληρονόμος ὅλων ἐκείνων τῶν ἀναφερθέντων ἀγαθῶν, ἐὰν θελήσει νὰ ἐπιδείξει θερμὴ μετάνοια, ἢ καὶ μεγαλυτέρων. Καὶ κατὰ τὴν ἀναλογία τῆς μετανοίας κάθε ἄνθρωπος βρίσκει ἀνάλογη τὴν πρὸς τὸν Θεὸ παρρησία καὶ οἰκειότητα καὶ μάλιστα γνωστῶς καὶ καταφανῶς, ὅπως ἕνας φίλος πρὸς φίλο, καὶ συνομιλεῖ μαζί του πρόσωπο πρὸς πρόσωπο καὶ τὸν βλέπει καθαρὰ μὲ νοεροὺς ὀφθαλμούς.

Ὅσοι λοιπὸν μετὰ τὸ βάπτισμα δὲν ἔχουν μὲ κάθε βεβαιότητα αὐτὴν τὴν οἰκειότητα καὶ παρρησία καὶ τὴν συμμετοχὴ τῶν ἀναφερθέντων ἀγαθῶν, οὔτε γνωρίζουν ὅτι ἔχουν ἐνδυθεῖ τὸν Χριστό, οὔτε θεωροῦν στὸ φῶς τοῦ Πνεύματος τὸ φῶς τῆς θεότητός του, ἃς σκύψουν μέσα στὴ συνείδησή τους· κι ἀφοῦ τὴν ἐξερευνήσουν μὲ προσοχὴ μεγάλη, θὰ βροῦν ὅτι ἀθέτησαν ἐντελῶς τὶς ὁμολογίες (=συνετάξω τῷ Χριστῷ, συνεταξάμην) κατὰ τὸ βάπτισμα εἴτε ἐν μέρει εἴτε τελείως· καὶ ἐὰν ὄχι αὐτό, θὰ ἀνακαλύψουν ὅτι παράχωσαν τὸ τάλαντο τοῦ ἁγιασμοῦ καὶ τῆς υἱοθεσίας ποὺ τοὺς δόθηκε καὶ δὲν τὸ καλλιέργησαν καὶ γι’ αὐτὸ ἀποστερήθηκαν τὴν θέα τοῦ Δεσπότη, ἐπειδὴ ἐκεῖνος εἶναι ἀψευδὴς καὶ ἀμεταμέλητος στὰ χαρίσματά του. Πράγματι εἶπε· «ἐκεῖνος ποὺ μὲ ἀγαπᾶ θὰ τηρήσει τὶς ἐντολές μου καὶ ἐγὼ θὰ τὸν ἀγαπήσω καὶ θὰ τοῦ φανερωθῶ».

Ἀκούσατε, τί λέει ὃ Δεσπότης· «ἐκεῖνος ποὺ μὲ ἀγαπᾶ θὰ τηρήσει τὶς ἐντολές μου, κι ἐγὼ θὰ τὸν ἀγαπήσω καὶ θὰ τοῦ ἐμφανισθῶ». Εάν λοιπὸν ὁ Χριστὸς εἶναι ἡ ἀλήθεια, καθὼς ὁ ἴδιος εἶπε γιὰ τὸν ἑαυτό του, «ἐγὼ εἶμαι ἠ αλήθεια», καὶ ἡ ἀλήθεια δὲν μπορεῖ νὰ ψεύδεται (διότι «εἶναι ἀδύνατο», λέει ὁ Ἀπόστολος, «νὰ ψεύδεται ὁ Θεός», κανεὶς ἀπὸ ἐκείνους ποὺ δὲν βλέπουν τὸν Κύριο νὰ μὴ λέει ὅτι εἶναι αὐτὸ ἀδύνατο· διότι δὲν εἶναι ἀδύνατο, ἀλλὰ καὶ πολὺ δυνατό. Πράγματι, ἐὰν ἐκεῖνος λέει, «ἐγὼ εἶμαι τὸ φῶς τοῦ κόσμου», ἐκεῖνοι ποὺ δὲν τὸν βλέπουν εἶναι ἐντελῶς τυφλοί, ἔμειναν ὁπωσδήποτε τυφλοί, ἐπειδὴ δὲν ἀγάπησαν τὸν Κύριο καὶ δὲν τήρησαν τὶς ἐντολές του.

Ἐὰν ὅμως τὸν ἀγαποῦσαν καὶ τηροῦσαν τὶς ἐντολές του, θὰ ἐπιθυμοῦσαν νὰ τὸν δοῦν καὶ θὰ τοῦ τὸ ζητοῦσαν αὐτὸ μὲ ὅλη τους τὴ ψυχὴ καὶ θὰ τοὺς φανερωνόταν ὁ ἴδιος, ὁ ἀψευδής, ὁ ἐκ φύσεως ἀληθὴς καὶ ἡ ἀλήθεια, ποὺ γι’ αὐτὸ παρουσιάστηκε στὸν κόσμο, ὥστε νὰ φωτίσει ὅλους ὅσοι βρίσκονται στὸν κόσμο, δηλαδὴ ἐκείνους ποὺ κάθονται στὸ σκοτάδι, ὄχι μὲ κάποιο ξένο φῶς, ἀλλὰ μὲ τὸ φῶς τῆς δίκης τοῦ δόξας καὶ θεότητας. Κανεὶς λοιπὸν ἀπὸ τοὺς πιστοὺς ποὺ δὲν βλέπουν νοερῶς τὸν Κύριο, κανεὶς ποὺ δὲν φωτίζεται τρανῶς καὶ γνωστῶς μὲ τὸ φῶς του οὔτε μένει στὴ θεωρία τῆς δόξας τοῦ διαπαντὸς οὔτε μένοντας βλέπει μέσα του τὸ Θεό, νὰ μὴ πεῖ ὅτι εἶναι ἀδύνατον αὐτὸ οὔτε νὰ ὁμιλεῖ κι αὐτὸς ὡς ἄπιστος λέγοντας αὐτά, ἀλλὰ ὁ καθένας σας, ἀγαπητοί, ἐρευνώντας, ὅπως εἴπαμε, τὴ συνείδησή του, θὰ βρεῖ τὸν ἑαυτὸ τοῦ αἴτιο τῆς στερήσεως τοῦ Δεσπότη καὶ τῆς θέας τῆς δόξας του.

Ἃς μετανοήσει λοιπὸν ὁ καθένας σας καὶ ἃς θρηνήσει τὸν ἑαυτό του, ὁπότε θὰ δεῖ ὅτι βρίσκεται σὲ τέτοια κατάσταση, ἐπειδὴ στέρησε τὸν ἑαυτό του ἀπὸ τόσα καὶ τέτοια ἀγαθά, ἐκπίπτοντας ἀπὸ τὴ δόξα καὶ τὴ θεωρία τοῦ βασιλέως τῶν οὐρανῶν, καὶ ἃς φροντίσει μὲ τὴ μετάνοια καὶ τὴν ἐξομολόγηση νὰ ἐπιτύχει τὰ αἰώνια ἀγαθά, μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ Κυρίου μας. Σ’ αὐτὸν ἀνήκει ἡ δόξα καὶ ἡ δύναμη μαζὶ μὲ τὸν Πατέρα καὶ τὸ ἅγιο Πνεῦμα στοὺς αἰῶνες. Γένοιτο.

Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς γιά την Πεντηκοστή

ΛΟΓΟΣ ΣΤΗΝ ΑΓΙΑΝ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗΝ

ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΠΑΛΑΜΑ

«Ὅταν συμπληρωνόταν ἡ πεντηκοστὴ ἡμέρα μετὰ τὴν Ἀνάσταση, τῆς ὁποίας ἔφθασε τώρα ἡ μνήμη, ἐνῷ ὅλοι οἱ μαθητὲς ἦσαν συγκεντρωμένοι μαζὶ καὶ εὑρίσκονταν ὁμόψυχοι στὸ ὑπερῷο (οἶκος) ἐκείνου τοῦ ἱεροῦ, ἀλλὰ καὶ στὸ προσωπικό του ὑπερῷο, στὸ νοῦ του, συναγμένος ὁ καθένας τους (διότι ἦσαν σὲ ἡσυχία καὶ ἀφιερωμένοι στὴ δέηση καὶ στοὺς ὕμνους πρὸς τὸ Θεό), ξαφνικά, λέγει ὁ εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς, «ἀκούσθηκε ἦχος ἀπὸ τὸν οὐρανό, σὰν ἀπὸ ὁρμὴ βιαίου ἀνέμου καὶ ἐγέμισε τὸν οἶκο ὅπου κάθονταν». (Πράξ. 2, 1-11).

Εἶναι βίαιος γιατὶ νικᾶ τὰ πάντα καὶ ξεπερνᾶ τὰ τείχη τοῦ πονηροῦ, γκρεμίζει κάθε ὀχύρωμα τοῦ ἐχθροῦ, ταπεινώνει τοὺς ὑπερήφανους, ἀνυψώνει τοὺς ταπεινοὺς στὴ καρδιὰ καὶ διασπᾶ τοὺς συνδέσμους τῶν ἁμαρτημάτων. Γέμισε δὲ ὁ οἶκος ἐκεῖνος στὸν ὁποῖο κάθονταν, καθιστώντας τον, κολυμβήθρα πνευματικὴ καὶ ἐκπληρώνοντας τὴν ἐπαγγελία τοῦ Σωτῆρα, ποὺ τοὺς ἔλεγε, πρὶν ἀναληφθεῖ: «Ὁ μὲν Ἰωάννης βάπτισε μὲ νερό, ἐσεῖς δὲ θὰ βαπτισθῆτε μὲ ἅγιο Πνεῦμα, ὄχι ἔπειτα ἀπὸ πολλὲς μέρες».

Ἀλλὰ καὶ τὸ ὄνομα ποὺ ἔδωσε σ᾿ αὐτοὺς τὸ ἔδειξε νὰ ἀληθεύει. Διότι διὰ τοῦ ἤχου αὐτοῦ ἀπὸ τοὺς οὐρανοὺς οἱ Ἀπόστολοι ἔγιναν πραγματικὰ υἱοὶ βροντῆς. «Καὶ φάνηκαν σ᾿ αὐτοὺς γλῶσσες διαμεριζόμενες ὡσὰν πυρὸς καὶ στὸν καθένα τοὺς κάθισε ἀπὸ μία κι᾿ ἐγέμισαν ὅλοι ἅγιο Πνεῦμα καὶ μιλοῦσαν ἄλλες γλῶσσες, ὅπως τοὺς ἔδιδε τὸ Πνεῦμα νὰ μιλοῦν».

Ἀλλὰ γιὰ ποιὸ λόγο φάνηκε τὸ Πνεῦμα σὲ σχῆμα γλωσσῶν;

Ἀφ᾿ ἑνὸς γιὰ νὰ ἐπιδείξει τὴ συμφυΐα του, τὴ σχέση του μὲ τὸ Λόγο τοῦ Θεοῦ, γιατὶ τίποτε δὲν εἶναι συγγενέστερο ἀπὸ τὴ γλώσσα πρὸς τὸ λόγο. Συγχρόνως δὲ καὶ γιὰ τὴ χάρη τῆς διδασκαλίας, γιατὶ ὁ κατὰ Χριστὸ διδάσκαλος χρειάζεται χαριτωμένη γλώσσα.

Γιατί δὲ φανερώθηκε τὸ ἅγιο Πνεῦμα μὲ πύρινες γλῶσσες;

Ὄχι μόνο γιὰ τὸ ὁμοούσιο τοῦ Πνεύματος πρὸς τὸ Πατέρα καὶ τὸν Υἱὸ (γιατὶ πῦρ εἶναι ὁ Θεός μας), ἀλλὰ καὶ γιὰ τὴ διπλὴ ἐνέργεια τοῦ κηρύγματος τῶν Ἀποστόλων. Γιατὶ μπορεῖ συγχρόνως νὰ εὐεργετεῖ καὶ νὰ τιμωρεῖ. Ὅπως τὸ πῦρ ἔχει διπλὴ ἰδιότητα καὶ νὰ φωτίζει καὶ νὰ φλογίζει, ἔτσι καὶ ὁ λόγος τῆς διδασκαλίας, αὐτοὺς ποὺ ὑπακούουν φωτίζει καὶ αὐτοὺς ποὺ ἀπειθοῦν παραδίδει τελικὰ σὲ πῦρ καὶ κόλαση. Εἶπε δὲ γλῶσσες, ὄχι πυρός, ἀλλὰ σὰν πυρός, γιὰ νὰ μὴ νομίσει κανεὶς ὅτι τὸ πῦρ ἐκεῖνο εἶναι αἰσθητὸ καὶ ὑλικό, ἀλλὰ νὰ ἀντιληφθοῦμε τὴν ἐπιφάνεια τοῦ Πνεύματος σὰν μὲ παράδειγμα.

Γιὰ ποιὸ λόγο δὲ οἱ γλῶσσες φάνηκαν νὰ διαμερίζονται σ᾿ αὐτούς; Γιατὶ μόνο στὸ Χριστὸ ποὺ ἦλθε καὶ αὐτὸς ἀπὸ πάνω δὲν δίδεται μὲ μέτρο τὸ Πνεῦμα ἀπὸ τὸ Πατέρα. Ἐκεῖνος καὶ κατὰ σάρκα ἀκόμη εἶχε ὁλόκληρη τὴ θεία δύναμη καὶ τὴν ἐνέργεια, ἐνῷ σὲ κανέναν ἄλλο δὲν ἔγινε χωρητὴ ὅλη ἡ χάρη τοῦ Πνεύματος, ἀλλὰ ἀτομικὰ ὁ καθένας ἀποκτᾶ ἄλλος τὸ ἕνα καὶ ἄλλος τὸ ἄλλο ἀπὸ τὰ χαρίσματα, γιὰ νὰ μὴ νομίσει κανεὶς ὅτι ἡ ἀπὸ τὸ Πνεῦμα διδόμενη στοὺς ἁγίους χάρη εἶναι φύση.

Τὸ δὲ ἐκάθισε δὲν ὑποδηλώνει μόνο τὸ δεσποτικὸ ἀξίωμα, ἀλλὰ καὶ τὸ ἑνιαῖο του θείου Πνεύματος. Κάθισε πάνω στὸ καθένα τους καὶ πληρώθηκαν ὅλοι ἅγιο Πνεῦμα, γιατὶ καὶ ὅταν μερίζεται κατὰ τὶς διάφορες δυνάμεις καὶ ἐνέργειές του, διὰ τῆς καθεμιᾶς ἐνέργειας παρευρίσκεται καὶ ἐνεργεῖ ὁλόκληρο τὸ ἅγιο Πνεῦμα, ἀμερίστως μεριζόμενο καὶ ὁλοκληρωτικὰ μετεχόμενο, κατὰ τὴν εἰκόνα τῆς ἡλιακῆς ἀκτίνας. Λαλοῦσαν δὲ ἄλλες γλῶσσες, δηλαδὴ διαλέκτους, διότι ἔγιναν ὄργανα τοῦ θείου Πνεύματος, ἐνεργοῦντα καὶ κινούμενα κατὰ τὴ θέληση καὶ δύναμη ἐκείνου.

Αὐτὰ προαναγγέλθηκαν καὶ μέσῳ τῶν προφητῶν του, ὅπως διὰ τοῦ Ἰεζεκιήλ: «θὰ σᾶς δώσω καρδιὰ νέα καὶ Πνεῦμα νέο θὰ βάλω μέσα σας, τὸ Πνεῦμα μου». (Ἰεζ. 36,26). Διὰ τοῦ Ἰωήλ: «καὶ κατὰ τὶς ἔσχατες μέρες θὰ ἐκχύσω ἀπὸ τὸ Πνεῦμα μου ἐπάνω σὲ κάθε σάρκα». (Ἰωὴλ 2,28). Διὰ τοῦ Μωυσῆ: «ποιὸς θὰ καταστήσει προφῆτες ὅλο τὸ λαὸ τοῦ Κυρίου, ὅταν δώσει ὁ Κύριος σ᾿ αὐτοὺς τὸ Πνεῦμα του;».

Ὁ ἴδιος δὲ ὁ Κύριος ἔλεγε: «ὅποιος πιστεύει σὲ μένα, θὰ ρεύσουν ποτάμια ζωντανοῦ ὕδατος ἀπὸ τὴν κοιλιά του» τὸ ὁποῖο ἑρμηνεύοντας ὁ εὐαγγελιστής: «τοῦτο τὸ ἔλεγε περὶ τοῦ Πνεύματος ποὺ ἐπρόκειτο νὰ λαμβάνουν οἱ πιστεύοντες σ᾿ αὐτόν». (Ἰω. 17,39). Ἔλεγε ἐπίσης στοὺς μαθητές του: «ἐὰν μὲ ἀγαπᾶτε, θὰ τηρήσετε τὶς ἐντολές μου, κι᾿ ἐγὼ θὰ ζητήσω ἀπὸ τὸν Πατέρα νὰ σᾶς στείλει ἄλλο Παράκλητο, γιὰ νὰ μείνει μαζὶ σὰς αἰωνίως, τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας» καὶ «ὁ δὲ Παράκλητος, τὸ ἅγιο Πνεῦμα, ποὺ θὰ στείλει ὁ Πατέρας στὸ ὄνομά μου, ἐκεῖνος θὰ σὰς διδάξει τὰ πάντα» καὶ «θὰ σὰς ὁδηγήσει σὲ ὅλη τὴν ἀλήθεια». (Ἰω.14,15 - 14,26 - 15,26 - 17,39).

Τώρα λοιπὸν ἐκπληρώθηκε ἡ ἐπαγγελία καὶ κατῆλθε τὸ ἅγιο Πνεῦμα, σταλμένο καὶ δοσμένο ἀπὸ τὸ Πατέρα καὶ τὸν Υἱὸ καὶ ἀφοῦ περιέλαμψε τοὺς ἁγίους μαθητὲς καὶ τοὺς ἄναψε θείως ὡς πραγματικὲς λαμπάδες καὶ τοὺς ἀνέδειξε σὲ φωστῆρες ὑπερκοσμίους καὶ παγκοσμίους. Ὅπως δέ, ἂν κανεὶς ἀνάψει ἀπὸ τὴ φωσφόρο λαμπάδα ἄλλη καὶ ἀπὸ ἐκείνη ἄλλη καὶ οὕτω καθεξῆς, κρατώντας τὸ μὲ τὴ διαδοχή, ἔχει πάντοτε τὸ φῶς μόνιμα, ἔτσι διὰ τῆς χειροτονίας τῶν Ἀποστόλων ἐπὶ τοὺς διαδόχους των διαδίδεται ἡ χάρη τοῦ θείου Πνεύματος δι᾿ ὅλων τῶν γενεῶν καὶ φωτίζει ὅλους τοὺς ὑπακούοντας στοὺς ποιμένες καὶ διδασκάλους.

Τὸ ἅγιο Πνεῦμα ποὺ δὲν ἀποστέλλεται μόνο, ἀλλὰ καὶ ἀποστέλλει τὸν ἀπὸ τὸν Πατέρα Υἱὸ πάνω στὴ γῆ καὶ μᾶς δίδαξε τὰ θαυμαστὰ καὶ μεγάλα. Διότι τὸ ἅγιο Πνεῦμα ἦταν πάντοτε καὶ συνυπῆρχε μὲ τὸν Υἱὸ στὸν Πατέρα, συνδημιουργώντας στὸν καιρό τους τὰ δημιουργηθέντα καὶ συνανακαινίζοντας τὰ φθαρέντα καὶ συγκρατώντας τὰ διαμένοντα, πανταχοῦ παρὸν καὶ τὰ πάντα πληροῦν καὶ διέπον καὶ ἐφορῶν. Ὄχι μόνο παντοῦ, ἀλλὰ καὶ πάνω ἀπὸ τὸ πᾶν, οὔτε σὲ ὅλο τὸν αἰώνα καὶ τὸ χρόνο μόνο, ἀλλὰ καὶ πρὶν ἀπὸ κάθε αἰώνα καὶ χρόνο».

Άγιος Παΐσιος ο Μέγας και οι Οικουμενιστές

Στις σελ.266-268 ἀναφέρει την περίπτωση τοῦ Μοναχοῦ που εἶπε στο Ἐβραῖο "ἲσως εἶναι ἒτσι καθώς σύ λέγεις" και εὐθύς ἒχασ...