Σάββατο 14 Μαρτίου 2020

Ορθόδοξος Αγώνας.






Εμείς, δεν είμαστε οι Φωτισμένοι Άγιοι, αμαρτωλοί είμαστε, οι Άγιοι είναι από την απέναντι μεριά, εφόσον όμως, συν Θεώ κάνουμε με λόγο και με έργο αυτά που μας λέγουν οι Άγιοι της Εκκλησίας, που προηγήθηκαν από εμάς, καθώς έγραψε και ο Απόστολος Παύλος στην προς Τιμόθεο Επιστολή και φυλάττουμε, δηλαδή, δικαιοσύνη, ευσέβεια, αγάπη, υπομονή, πραότητα και αγωνιζόμαστε τον καλό αγώνα της Πίστεως και της Ορθής και Σωτήριας Ομολογίας, που αυτό σημαίνει, ότι συν Θεώ, δεν θα δεχτούμε, έως αίματος, για μέλη της Εκκλησίας δηλ. για μέλη του Χριστού τους ψευδεπισκόπους της ληστρικής συνόδου της Κρήτης, τα επίσημα, συνοδικά πλέον μέλη της ψευδεκκλησίας του αντίχριστου, του λεγόμενου Παγκόσμιου Συμβουλίου Εκκλησιών (Π.Σ.Ε.) διακόπτοντας κάθε εκκλησιαστική κοινωνία μαζί τους και με όσους έχουνε εκκλησιαστική κοινωνία με αυτούς.
Μόνο τότε, θα λάβουμε και εμείς πλουσίως και αμέτρως αυτό που έλαβαν και εκείνοι. 

Γι' αυτό ας αντιληφθούν οι καλοπροαίρετοι Χριστιανοί, ότι μετά τη σύνοδο της Κρήτης (2016), είμαστε σε καιρό πολέμου, αφού η αίρεση επιβλήθηκε συνοδικά, η Πίστη προδόθηκε και η Εκκλησία του Ιησού Χριστού διώκεται. 
Ας παύσουν, λοιπόν, να προβάλλουν την ανάγκη των Μυστηρίων ως μεγαλύτερη από την τήρηση της Ορθόδοξης Πίστεως. Με την ανησυχία τους μην στερηθούν αυτά, τελικά συμβιβάζονται με την αίρεση, με κάθε κακοδοξία και την βλασφημία με αποτέλεσμα να χάνουν στο τέλος και τα δύο, δηλαδή και την Ορθόδοξη και Σωτήρια Ομολογία της Πίστεως και την Χάρη των Ορθοδόξων Μυστηρίων. 
Αυτό δε συμβαίνει επειδή το δόγμα των Χριστιανών είναι ότι η Ορθόδοξη Πίστη είναι η προϋπόθεση των Ορθοδόξων Μυστηρίων.

Θα πενθούν βαριά και οι Εκκλησίες, διότι δεν θα υπάρχει ούτε προσφορά ούτε θυμίαμα ούτε θα γίνεται η θεάρεστος λατρεία, αλλά τα ιερά των εκκλησιών θα ερημώσουν σαν την πρόχειρη καλύβα μετά τον τρυγητό και δεν θα προσφέρεται το τίμιο Σώμα και Αίμα του Χριστού σε εκείνες τις ημέρες. Η λειτουργία θα χαθεί, οι ψαλμωδίες θα παύσουν, δεν θα ακούγεται ανάγνωση των γραφών. Σκοτάδι θα καλύψει τους ανθρώπους και θρήνος πάνω στο θρήνο και αλίμονο.

«Ερμηνεία της Ιεράς Αποκαλύψεως κατά την Αγία Γραφή και τους Αγίους Πατέρες» – Μοναχού Μάξιμου Γαβριήλ Αγιορείτου. (Β’ Τόμος – Νέα έκδοση)

Παρασκευή 13 Μαρτίου 2020

Όρθόδοξος Καθολική Έκκλησία.



Όρθόδοξος Καθολική Έκκλησία. 




H Εκκλησία είναι «Μία», δηλαδη «μόνη ». Όπως είς είναι ό σαρκωθείς θεός καΙ εν τό σωμα του Κυρίου, οϋτω μία είναι καί ή 
«Έκκλησία θεου ζώντος» . H «Μία» Έκκλησία είναι έν Tώ κόσμω ό μοναδικός «στυλος καί έδραίωμα της αληθείας», τό μόνον 
Ταμείον της ανακαινιζούσης Χάριτος του Άγίου Πνεύματος, καΙ ή μόνη «Αγία» Kιβωτός της έν Xριστώ σωτηρίας. Έκτός της 
"Αγίας Έκκλησίας, «ό κόσμος όλος έν Tώ κόσμω Κείται». Ως «Μία» καί «Αγία» ή Έκκλησία είναι «Καθολική», μη δυναμένη 
να διαιρεθή. Αί κατα τόπους Έκκλησίαι δεν κατατέμνουν την 'Εκκλησίαν είς 'Πολλάς, άλλα αποτελούν μέλη της «Μιας» ΈKKλησίας.
Το ορατόν καί αόρατον στοιχείον της Έκκλησίας δέν μερίζουν ταύτην είς δύο EKKλησίας, είς ορατήν Έκκλησίαν καί είς άόρατον Eκκλησίαν. Το αόρατον καί ορατόν στοιχείον της Eκκλησίας αποτελούν έν Χριστώ εν, την «Μίαν... Καθολικην» Eκκλησίαν, την αληθή καί Όρθόδοξov ΈκκλησΙαν. Αιρέσεις καί τα σχίσματα δέν είναι μέλη της Έκκλησίας, αλλά είναι έκτος της Εκκλησίας καί εντός του κόσμου, ο οποίος «ολος έν τώ πονηρώ κείται».
Οί Χριστιανοί εξακολουθουν να αποτελούν μέλη του σώματος του Κυρίου, ήτοι της Eκκλησίας, εφόσον κρατούν καί
επαυξάνουν την ορθόδοξον Πίστιν. Aρνoύμενoι δε την ορθόδοξον 
πίστιν, εστω και κατα μιικρόν, δια της Παραδοχης της αίρέσεως, αποχωρίζονται του θεού οικειοθελώς. Δια της απωλείας. της ορθοδόξου πίστεως τα μέλη της Εκκλησίας αποκόπτονται εθελοκάκως του σώματος του Κυρίου ήμων Ίησου Χριστού, εξέρχονται 
της Έκκλησίας και εκπίπτουν της εν Χριστώ σωτηρίας, H Παραδοχή της αίρέσεως είναι όντως ή Εσχάτη πτωσις της ψυχης «το έσχατον πτωμά έστι ψυχής».

Αποτείχιση η μόνη οδός σωτηρίας. 

H ΠΡΟΦΗΤΙΚΗ ΦΩΝΗ ΤΟΥ ΜΑΚΑΡΙΣΤΟΥ ΑΓΩΝΙΣΤΗ ΚΑΙ ΟΜΟΛΟΓΗΤΟΥ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΦΛΩΡΙΝΗΣ

 

ΕΙΧΕ ΠΡΟΦΗΤΕΥΣΕΙ Ο ΜΑΚΑΡΙΣΤΟΣ ΠΡΩΗΝ ΦΛΩΡΙΝΗΣ π.ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΣ ΚΑΝΤΙΩΤΗΣ ΤΗΝ ΠΑΝΔΗΜΙΑ ΤΟΥ ΚΟΡΩΝΟΪΟΥ ΠΟΥ ΕΧΕΙ ΧΤΥΠΗΣΕΙ ΟΛΟ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΚΙΝΔΥΝΟΥΣ ΕΞ. ΑΝΑΤΟΛΩΝ ΓΙΑ ΤΑ ΝΗΣΙΑ ΤΟΥ ΑΙΓΑΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΝ ΕΒΡΟ - π.ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΣ ΚΑΝΤΙΩΤΗΣ : " ΕΡΧΕΤΑΙ ΕΠΙΔΗΜΙΑ ΕΞ' ΑΝΑΤΟΛΩΝ , ΤΥΠΟΥ "ΓΡΙΠΗΣ" ΑΛΛΑ ΟΧΙ ΓΡΙΠΗ "_ " ΔΕΝ ΤΟ ΠΙΣΤΕΥΩ ΑΛΛΑ ΟΛΑ ΕΙΝΑΙ ΔΥΝΑΤΑ ΚΑΙ ΟΛΑ ΕΙΝΑΙ ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΑ , ΟΤΙ ΜΕΣΑ ΣΕ 24 ΩΡΕΣ ΚΑΤΑΛΑΜΒΑΝΟΥΝ ΤΑ ΝΗΣΙΑ ΤΟΥ ΑΙΓΑΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΝ ΕΒΡΟ ΟΛΟΚΛΗΡΟ.....Η ΜΙΚΡΑ ΕΛΛΑΣ ΚΙΝΔΥΝΕΥΕΙ " ΜΕΤΑΝΟΙΑ.


Αποτείχιση η μόνη οδός σωτηρίας. 



Δευτέρα 9 Μαρτίου 2020

Ἡ ἐν γνώσει κοινωνία μέ τήν αἵρεσιν ὁδηγεῖ τόν ἄνθρωπον εἰς τήν Κόλασιν ! Αποτέλεσμα εικόνας για Ἡ ἐν γνώσει κοινωνία μέ τήν αἵρεσιν ὁδηγεῖ τόν ἄνθρωπον εἰς τήν Κόλασιν !







Τοῦ κ. Δημητρίου Χατζηνικολάου, 
Ἀν Καθηγητοῦ Οἰκονομικῶν τοῦ Παν/μίου Ἰωαννίνων.

Τόσον ἡ Ἁγία Γραφή ὅσον καί οἱ ἅγιοι Πατέρες, προκειμένου νά καταστήσουν ἀπολύτως σαφές ὅτι ἡ ἐν γνώσει κοινωνία μέ τήν αἵρεσιν ὁδηγεῖ τόν ἄνθρωπον εἰς τήν Κόλασιν, ἀπηγόρευσαν αὐστηρῶς καί μέ ἐντόνους χαρακτηρισμούς καί προτροπάς τήν τοιαύτην κοινωνίαν. Πρός ἀπόδειξιν αὐτοῦ τοῦ ἰσχυρισμοῦ, παραθέτομεν κατωτέρω πολλά ἁγιογραφικά καί ἁγιοπατερικά χωρία, τά ὁποῖα εὕρομεν εἰς τά συγγράμματα των Ἁγίων Πατέρων, διά τήν ἀντιμετώπισιν τῆς συγχρόνου αἱρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, τήν ὁποίαν κηρύττουν οἱ σύγχρονοι ταγοί τῆς Ἐκκλησίας. Χάριν παραδείγματος, οἱ Οἰκουμενισταί παραδέχονται ὅλας τάς Χριστιανικάς αἱρέσεις καί ὅλας τάς θρησκείας ὡς «διαφορετικούς δρόμους» διά νά φθάσῃ ὁ ἄνθρωπος εἰς τόν Θεόν. Ὅλοι οἱ ἄνθρωποι πιστεύουν εἰς τόν ἴδιον Θεόν, ὁ καθείς μέ τόν τρόπον του, λέγουν ψευδῶς οἱ «πατριάρχαι» Ἀθηναγόρας καί Βαρθολομαῖος. Νά καταργήσωμεν, λοιπόν, τά δόγματα τῆς Τριαδικότητος τοῦ Θεοῦ, τῆς ἐνανθρωπήσεώς Του κ.λπ. καί νά κατασκευάσωμεν νέα, οὕτως ὥστε αὐτά νά εἶναι ἀποδεκτά ἀπό τόν σύγχρονον ἄνθρωπον, ἐπρότεινεν ὁ «ἀρχιεπίσκοπος Ἀμερικῆς» Ἰάκωβος εἰς συνέντευξίν του εἰς τήν παγκοσμίου κυκλοφορίας ἐφημερίδα New York Times (25-9-1967, σ. 40).

Ὅταν ἀνέγνωσα διά πρώτην φοράν αὐτήν τήν εἴδησιν εἰς τό βιβλίον Φιλήματα Ἰούδα τό ἔτος 1997, ἤμην κάτοικος τῆς Ἀδελαΐδος τῆς Νοτίου Αὐστραλίας καί ἠκολούθουν τό νέον ἑορτολόγιον. Ἐσκέφθην ὅτι «οἱ παλαιοημερολογῖται ἀσφαλῶς ψεύδονται ὡς πρός τοῦτο»! Διότι δέν εἶναι ποτέ δυνατόν εἷς ἐπίσκοπος τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ νά προτείνῃ τήν κατάργησιν τῶν Ὀρθοδόξων Δογμάτων καί νά μήν καθαιρῆται! Προκειμένου νά λύσω τήν ἀπορίαν μου, λοιπόν, ἐπεσκέφθην τήν Κεντρικήν Βιβλιοθήκην τῆς Ἀδελαΐδος καί ἐζήτησα τό φύλλον τῆς έφημερίδος New York Times τῆς 25-9-1967, ἡ ὁποία ὑπῆρχεν εἰς ψηφιακήν μορφήν, καί συγκεκριμένως εἰς μορφήν microfische, δηλαδή εἰς ταινίαν τετυλιγμένην εἰς μικρά καρρούλια. Ἐφωτοτύπησα αὐτήν τήν συνέντευξιν καί ἔκτοτε τήν διαδίδω, διότι ὁ Ἰάκωβος παρέμεινε «Ἀρχιεπίσκοπος Ἀμερικῆς» διά τριάκοντα ἀκόμη ἔτη μετά τήν ὡς ἄνω πρότασίν του νά καταργηθοῦν τά Ὀρθόδοξα Δόγματα, τά ὁποῖα μάλιστα εἰς τήν συνέντευξιν αὐτήν ἐχαρακτήρισε «Ἑλληνικά παλαιά ἐνδύματα»! Τότε ἤρχισα νά μελετῶ ἐπισταμένως τό Ἡμερολογιακόν Ζήτημα· δύο ἔτη ἀργότερον, διέκοψα πλήρως τήν ἐκκλησιαστικήν κοινωνίαν μέ τούς Οἰκουμενιστάς.

Λέγει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος:

«Ἐκκλίνατε ἀπ’ αὐτῶν» (Ρωμ. 16:17-18)·

«ἀφίστασο ἀπό τῶν τοιούτων … τήν παρακαταθήκην φύλαξον, ἐκτρεπόμενος τάς βεβήλους κενοφωνίας καί ἀντιθέσεις τῆς ψευδωνύμου γνώσεως, ἥν τινες ἐπαγγελλόμενοι περί τήν πίστιν ἠστόχησαν» (Α´ Τιμ. 6:5, 6:20-21)·

«μή οὖν γίνεσθε συμμέτοχοι αὐτῶν … καί μή συγκοινωνεῖτε τοῖς ἔργοις τοῖς ἀκάρποις τοῦ σκότους» (Ἐφ. 5:6-11)·

«ἀπό παντός εἴδους πονηροῦ ἀπέχεσθε» (Α´ Θεσσ. 5:22)·
«στήκετε καί κρατεῖτε τάς παραδόσεις … στέλλεσθαι ὑμᾶς ἀπό παντός ἀδελφοῦ ἀτάκτως περιπατοῦντος καί μή κατά τήν παράδοσιν» (Β´ Θεσσ. 2:15 καί 3:6)·

«σύ δέ μένε ἐν οἷς ἔμαθες καί ἐπιστώθης» (Β´ Τιμ. 3:14)·
«Εἴ τις ὑμᾶς εὐαγγελίζεται παρ’ ὅ παρελάβετε, ἀνάθεμα ἔστω» (Γαλ. 1:8-9)·

«τίς δέ κοινωνία φωτί πρός σκότος; τίς δέ συμφώνησις Χριστῷ πρός Βελίαλ; ἤ τίς μερίς πιστῷ μετά ἀπίστου; … διό ἐξέλθετε ἐκ μέσου αὐτῶν καί ἀφορίσθητε, λέγει Κύριος, καί ἀκαθάρτου μή ἅπτεσθε» (Β´ Κορ. 6:14-18, ἡ ἔμφασις τοῦ γράφοντος).

Ὁ Μέγας Ἀθανάσιος λέγει: «πᾶς ἄνθρωπος, τό διακρίνειν παρά Θεοῦ εἰληφώς, κολασθήσεται, ἐξακολουθήσας ἀπείρῳ ποιμένι, καί ψευδῆ δόξαν ὡς ἀληθῆ δεξάμενος· τίς γάρ κοινωνία φωτί πρός σκότος;» (ἡ ἔμφασις τοῦ γράφοντος).
Ὁ Μέγας Βασίλειος λέγει: «οἵτινες τήν ὑγιῆ πίστιν προσποιοῦνται ὁμολογεῖν, κοινωνοῦσι δέ τοῖς ἑτερόφροσι, τούς τοιούτους, εἰ μετά παραγγελίαν μή ἀποστῶσι, μή μόνον ἀκοινωνήτους ἔχειν, ἀλλά μηδέ ἀδελφούς ὀνομάζειν» (P.G. 160, σ. 101).

Ὁ Ἅγιος Ἰγνάτιος ὁ Θεοφόρος λέγει: «Πᾶς ὁ λέγων, φησί, παρά τά διατεταγμένα, κἄν ἀξιόπιστος ᾖ, κἄν νηστεύῃ, κἄν παρθενεύῃ, κἄν σημεῖα ποιῇ, κἄν προφητεύῃ, λύκος σοί φαινέσθω ἐν προβάτου δορᾷ προβάτων φθοράν κατεργαζόμενος» (P.G. 160, σ. 101, ἡ ἔμφασις τοῦ γράφοντος).

Ὁ Ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης, λέγει τά ἑξῆς σημαντικά διά τήν ὑπακοήν εἰς ἡγουμένους πού εἴτε εἶναι αἱρετικοί εἴτε εἶναι μέν ὀρθόδοξοι, ἀλλά κοινωνοῦν μέ αἱρετικούς:
«παραγγελίαν γάρ ἔχομεν ἐξ αὐτοῦ τοῦ ἀποστόλου [Γαλ. 1:8], παρ’ ὅ παρελάβομεν, παρ’ ὅ οἱ κανόνες τῶν κατά καιρούς συνόδων καθολικῶν τε καί τοπικῶν, ἐάν τις δογματίζῃ ἤ προστάσσῃ ποιεῖν ἡμᾶς, ἀπαράδεκτον αὐτόν ἔχειν, μηδέ λογίζεσθαι αὐτόν ἐν κλήρῳ ἁγίων» (ἡ ἔμφασις τοῦ γράφοντος)·
«οὐ δι’ ἕνα ἄνθρωπον ἀποσχίζομεν τῆς Ἐκκλησίας τῆς ἀπό Βορρᾶ καί δυσμῶν καί θαλάσσης∙ καί μέντοι καί τῆς ἐνταῦθα, δηλονότι πλήν τῶν μοιχοκυρωτῶν. Οὐ γάρ οὗτοι Ἐκκλησία Κυρίου» (Ἐπιστολαί, ἔ.ἀ., σελ. 178, ἡ ἔμφασις τοῦ γράφοντος).Ἐφόσον ὁ ἅγιος ἔλεγεν ὅτι οἱ «μοιχοκυρωταί», ἤτοι οἱ ἐγκρίνοντες τόν παράνομον γάμον τοῦ Αὐτοκράτορος, δέν ἀνήκουν εἰς τήν Ἐκκλησίαν τοῦ Χριστοῦ, φαντασθεῖτε τί θά ἔλεγεν διά τούς Οἰκουμενιστάς ἄν ἔζη σήμερον· εἰκάζω ὅτι θά τούς ἐχαρακτήριζε «συναγωγήν τοῦ Σατανᾶ»! Σκληρά ἡ κρίσις, ἀλλά σύμφωνος μέ τήν διδασκαλίαν τῆς Ἐκκλησίας.

«Οὐδ’ ἄν ὅλα τά χρήματα τοῦ κόσμου παρέξει τις καί κοινωνῶν εἴη τῇ αἱρέσει φίλος Θεοῦ καθίσταται, ἀλλ’ ἐχθρός. Καί τί λέγω κοινωνίας; Κἄν ἐν βρώματι, καί πόματι, καί φιλίᾳ συγκάτεισι τοῖς αἱρετικοῖς ὑπεύθυνος» (Ἐπιστολαί, ἔ.ἀ., σελ. 298)·

«φυλάξοιτε ἔτι ἑαυτάς, παρακαλῶ, τῆς ψυχοφθόρου αἱρέσεως∙ ἧς ἡ κοινωνία ἀλλοτρίωσις Χριστοῦ» (Ἐπιστολαί, ἔ.ἀ., σελ. 354, ἡ ἔμφασις τοῦ γράφοντος)·

«τοῦ τε ἁγίου Ἀθανασίου προστάσσοντος, μηδεμίαν κοινωνίαν ἔχειν ἡμᾶς πρός τούς αἱρετικούς, ἀλλά μήν μηδέ πρός τούς κοινωνοῦντας μετά τῶν ἀσεβῶν» (Ἐπιστολαί, ἔ.ἀ., σ. 448, ἡ ἔμφασις τοῦ γράφοντος)·

«ἐχθρούς γάρ Θεοῦ ὁ Χρυσόστομος, οὐ μόνον τούς αἱρετικούς, ἀλλά καί τούς τοῖς τοιούτοις κοινωνοῦντας, μεγάλῃ καί πολλῇ τῇ φωνῇ ἀπεφήνατο» (P.G. 99, σ. 1049, ἡ ἔμφασις τοῦ γράφοντος)·

«οἱ μέν τέλεον περί τήν πίστιν ἐναυάγησαν· οἱ δέ, εἰ καί τοῖς λογισμοῖς οὐ κατεποντίσθησαν, ὅμως τῇ κοινωνίᾳ τῆς αἱρέσεως συνόλλυνται» (P.G. 99, σ. 1164 Α, ἡ ἔμφασις τοῦ γράφοντος). Δηλαδή, ὅσοι ἔχουν μέν Ὀρθόδοξον Πίστιν, ἀλλά κοινωνοῦν μέ τήν αἵρεσιν τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ὅπως πράττουν σήμερον οἱ ἁγιορεῖται μνημονευταί καί οἱ «συντηρητικοί» νεοημερολογῖται, θά συναπολεσθοῦν μέ τούς Οἰκουμενιστάς.

Ὁ Ἅγιος Μάρκος Εὐγενικός, συνοψίζων ἄριστα τήν ’Ορθόδοξον διδασκαλίαν τῆς ἀποτειχίσεως, λέγει: «Ἅπαντες οἱ τῆς Ἐκκλησίας διδάσκαλοι, πᾶσαι αἱ Σύνοδοι καί πᾶσαι αἱ θεῖαι Γραφαί φεύγειν τούς ἑτερόφρονας παραινοῦσι καί τῆς αὐτῶν κοινωνίας διΐστασθαι» (P.G. 160, σ. 101, ἡ ἔμφασις τοῦ γράφοντος).

Ἀναφερόμενος δέ εἰς τόν λατινόφρονα μητροπολίτην Ἀθηνῶν, γράφει ὁ Ἅγιος τά ἑξῆς σημαντικά εἰς μίαν ἐπιστολήν του πρός τόν ἱερομόναχον Θεοφάνην:

Ἀξιῶ οὖν τήν ἁγιωσύνην σου, ἵνα τόν ὑπέρ Θεοῦ ζῆλον ἀναλαβών, … παραινέσῃς τοῖς τοῦ Θεοῦ ἱερεῦσιν, ἐκφεύγειν ἅπασι τρόποις τήν κοινωνίαν αὐτοῦ καί μήτε συλλειτουργεῖν αὐτῷ μήτε μνημονεύειν ὅλως αὐτοῦ, μήτε ἀρχιερέα τοῦτον, ἀλλά λύκον καί μισθωτόν ἡγεῖσθαι … Φεύγετε οὖν καί ὑμεῖς, ἀδελφοί, τήν πρός τούς ἀκοινωνήτους κοινωνίαν καί τό μνημόσυνον τῶν ἀμνημονεύτων. Ἴδε ἐγώ Μάρκος ὁ ἁμαρτωλός λέγω ὑμῖν, ὅτι ὁ μνημονεύων τοῦ πάπα ὡς ὀρθοδόξου ἀρχιερέως ἔνοχός ἐστι πάντα τά τῶν Λατίνων ἐκπληρῶσαι μέχρι καί αὐτῆς τῆς κουρᾶς τῶν γενείων, καί ὁ λατινοφρονῶν μετά τῶν Λατίνων κριθήσεται καί ὡς παραβάτης τῆς πίστεως λογισθήσεται (P.G. 160, σ. 1097, 1100, ἡ ἔμφασις τοῦ γράφοντος).

Συνεπῶς, εἶναι παραβάται τῆς πίστεως ὅσοι μνημονεύουν τόν λατινόφρονα «πατριάρχην» Βαρθολομαῖον, ὁ ὁποῖος ψάλλει τήν φήμην καί τό «εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος» διά τόν «πάπαν». Ὅπως δέ κατήγγειλε τό ἔτος 1969 ὁ Μητροπολίτης Φιλάρετος τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας τῆς Διασπορᾶς εἰς μίαν ἀνοικτήν του ἐπιστολήν πρός τόν «ἀρχιεπίσκοπον Ἀμερικῆς» Ἰάκωβον, ὁ «πατριάρχης» Ἀθηναγόρας εἶχε συμπεριλάβῃ τό ὄνομα του «πάπα Ρώμης», καθώς καί «ὅλας τάς ὁμολογίας τῆς Ἀνατολῆς καί τῆς Δύσεως», εἰς τά Δίπτυχα, πού σημαίνει ὅτι ἐθεώρει ὡς ὀρθοδόξους ὅλους αὐτούς τούς αἱρετικούς.[3] Εἰς τό Ἅγιον Ὄρος σήμερον, ὀρθόδοξον στάσιν κρατοῦν μόνον οἱ παραδοσιακοί, δηλαδή οἱ γνήσιοι Ἐσφιγμενῖται καί οἱ Ζηλωταί Πατέρες, πού δέν μνημονεύουν τόν κ. Βαρθολομαῖον διό καί διώκονται.

Ὁ Ἅγιος Μάρκος Εὐγενικός τονίζει ὅτι «εἰς τά τῆς Πίστεως οὐκ ἐγχωρεῖ συγκατάβασις· ἡ γάρ συγκατάβασις ἐλάττωσιν ἐργάζεται τῆς πίστεως» καί ὅτι «μέσον ἀληθείας καί ψεύδους οὐδέν ἐστιν» (ἡ ἔμφασις τοῦ γράφοντος).

Οἱ ἐπί «πατριάρχου» Βέκκου ἀγωνισθέντες καί θεαρέστως μαρτυρήσαντες Ἁγιορεῖται Πατέρες, εἰς τήν γνωστήν ἐπιστολήν, τήν ὁποίαν ἔγραψαν τό ἔτος 1275 πρός τόν Βασιλέα Μιχαήλ Παλαιολόγον,[5] ἀντιδρῶντες εἰς τάς πιέσεις πού ἐδέχοντο νά μνημονεύσουν τόν «πάπαν», μετά ἀπό τήν ψευδο-σύνοδον τῆς Λυῶνος, ἐπεκαλέσθησαν, μεταξύ ἄλλων, καί τό ἀκόλουθον χωρίον τῆς Καινῆς Διαθήκης: «Εἴ τις ἔρχεται πρός ὑμᾶς καί ταύτην τήν διδαχήν οὐ φέρει, μή λαμβάνετε αὐτόν εἰς οἰκίαν, καί χαίρειν αὐτῷ μή λέγετε· ὁ γάρ λέγων αὐτῷ χαίρειν κοινωνεῖ τοῖς ἔργοις αὐτοῦ τοῖς πονηροῖς» (Ἰω. Β΄, 10-11). Τό χωρίον τοῦτο ἀνέλυσαν ὡς ἑξῆς (εἰς ἐλευθέραν μετάφρασιν τοῦ γράφοντος):

Ἄν ἐμποδιζώμεθα ἁπλῶς νά τόν χαιρετίσωμεν [τόν «πάπαν»] καθ’ ὁδόν καί νά τόν εἰσαγάγωμεν εἰς μίαν συνήθη οἰκίαν, τότε πῶς θά τόν εἰσαγάγωμεν, ὄχι εἰς οἰκίαν, ἀλλά εἰς τόν ναόν τοῦ Θεοῦ; … Καί ἄν ὁ ἁπλοῦς χαιρετισμός του ἰσοδυναμεῖ μέ κοινωνίαν μέ τά πονηρά του ἔργα, πόσον μᾶλλον ἡ μνημόνευσίς του ἐκφώνως ἔμπροσθεν τῶν θείων καί φρικτῶν μυστηρίων; Ἄν δέ Αὐτός πού κεῖται ἔμπροσθεν ἡμῶν εἶναι ἡ Αὐτοαλήθεια, τότε πῶς εἶναι δυνατόν νά ἀνεχθῇ τοῦτο τό μέγα ψεῦδος, τό νά κατατάσσηται δηλαδή αὐτός μεταξύ τῶν λοιπῶν Ὀρθοδόξων Πατριαρχῶν; Θέατρον θά παίξωμεν ἐνώπιον τῶν φρικτῶν μυστηρίων; Πῶς εἶναι δυνατόν ν’ ἀνεχθῇ τοιοῦτόν τι ἡ ὀρθόδοξος ψυχή, χωρίς ν’ ἀπομακρυνθῇ ἀμέσως ἀπό τούς μνημονευτάς, θεωρῶντας αὐτούς ἱεροκαπήλους; Διότι ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία θεωρεῖ τήν ἀναφοράν τοῦ ὀνόματος τοῦ ἀρχιερέως ἐνώπιον τῶν ἀδύτων μυστηρίων ὡς τελείαν συγκοινωνίαν. Εἰς τήν ἑρμηνείαν τῆς θείας λειτουργίας ἔχει γραφῇ ὅτι ὁ ἱερουργῶν ἀναφέρει τό ὄνομα τοῦ ἀρχιερέως, διά νά δείξῃ ὅτι ὑποτάσσεται εἰς αὐτόν καί ὅτι εἶναι κοινωνός τῆς πίστεώς του… Καί ὁ μέγας πατήρ ἡμῶν καί ὁμολογητής Θεόδωρος ὁ Στουδίτης ταῦτα λέγει: μολυσμόν ἔχει ἡ κοινωνία ἐκ μόνου τοῦ ἀναφέρειν τόν αἱρετικόν, ἀκόμη καί ὅταν ὁ ἀναφέρων εἶναι ὀρθόδοξος … Ἀλλά θά δεχθῶμεν τό μνημόσυνον κατ’ οἰκονομίαν; Καί πῶς εἶναι δυνατόν νά εἶναι ἀποδεκτή μία οἰκονομία πού βεβηλώνει τά θεῖα μυστήρια καί διώκει ἀπό αὐτά τό Ἅγιον Πνεῦμα, στερῶντας ἔτσι τούς πιστούς ἀπό τήν ἄφεσιν τῶν ἁμαρτιῶν των καί τήν χάριν τῆς υἱοθεσίας; Ὑπάρχει τι ζημιωδέστερον τούτου; Ἡ κοινωνία μετ’ αὐτῶν εἶναι προφανής ἔκπτωσις καί ἀνατροπή τῆς Ὀρθοδοξίας. Διότι ὁ αἱρετικόν δεχόμενος τοῖς αὐτοῦ ἐγκλήμασιν ὑπόκειται καί ὁ ἀκοινωνήτοις κοινωνῶν ἀκοινώνητός ἐστιν, ὡς συγχέων τόν κανόνα τῆς Ἐκκλησίας (ἡ ἔμφασις τοῦ γράφοντος).

Ὥστε, λοιπόν, κατά τούς Ἁγιορείτας Πατέρας τοῦ 1275, «ἱεροκάπηλοι» εἶναι οἱ μνημονευταί τῶν αἱρετικῶν! Ὡς γνωστόν, οἱ τότε Οἰκουμενισταί τοῦ Βέκκου ἄλλους ἀπό αὐτούς τούς Ἁγιορείτας Πατέρας ἀπεκεφάλισαν, ἄλλους ἐκρέμασαν, ἄλλους ἔκαψαν ζωντανούς και ἄλλους ἔπνιξαν. Εἶναι, βλέπετε, στενός, ἀκανθώδης καί μαρτυρικός ὁ δρόμος τῆς Ὀρθοδόξου ὁμολογίας, τόν ὁποῖον ἀκολουθοῦν ὀλίγοι, ἐνῶ ὁ δρόμος τῆς ἀπωλείας εἶναι πλατύς, τόν ὁποῖον δυστυχῶς ἀκολουθοῦν οἱ πολλοί.

Ἕτερον παράδειγμα ὀρθοδόξου ὁμολογίας ἀποτελεῖ ἡ στάσις πού ἐτήρησαν οἱ ὀρθόδοξοι ἔναντι τῶν λατινοφρόνων μετά τήν ψευδοσύνοδον τῆς Φερράρας-Φλωρεντίας: «δέν συνελειτούργουν μετά τῶν λατινοφρόνων, δέν ἐπεκοινώνουν μετ’ αὐτῶν καί δέν ἐμνημόνευον τῶν ἐπισκόπων, τῶν ὑπογραψάντων τήν ψευδῆ ἕνωσιν τῆς Φλωρεντίας. Τό ὀρθόδοξον πλήρωμα μόνον τήν φωνήν τοῦ Μάρκου [τοῦ Εὐγενικοῦ] ἀνεγνώριζεν ὡς φωνήν καλοῦ ποιμένος. Αἱ φωναί τῶν λατινοφρόνων ἐπισκόπων ἐφαίνοντο φωναί ἀλλοτρίων».

Ἆραγε οἱ σημερινοί Ἁγιορεῖται μνημονευταί δέν ἐδιδάχθησαν τίποτε ἀπό τήν ὡς ἄνω διδασκαλίαν καί πρᾶξιν τῶν ἁγίων εἰς ἀναλόγους περιστάσεις; Ἤ μήπως ἐδιδάχθησαν τό φρόνημα καί ἐφαρμόζουν τάς μεθόδους τῶν προδοτῶν καί διωκτῶν τῆς Ὀρθοδοξίας;

Σάββατο 7 Μαρτίου 2020

Η αίρεσις του π. ’Επιφανίου Θεοδωροπούλου "του Δημητρίου Χατζηνικολάου, ’Αν. Καθηγητου του Παν/μίου ’Ιωαννίνων"






‘Η αίρεσις του π. ’Επιφανίου Θεοδωροπούλου
"του Δημητρίου Χατζηνικολάου, ’Αν. Καθηγητου του Παν/μίου ’Ιωαννίνων"




Καλοπροαίρετοι καί αξιόπιστοι άνθρωποι πού εγνώρισαν τόν π. ’Επιφάνιον Θεοδωρόπουλον λέγουν ότι επρόκειτο περί εναρέτου κληρικου. ’Έγραψε μάλιστα καί έν θαυμάσιον βιβλίον κατά της επαράτου Μασωνίας, τό οποιον αποτελει σημαντικήν προσφοράν εις τόν αντιαιρετικόν αγωνα της ’Εκκλησίας. Δυστυχως, όμως, φαίνεται πώς ζωμεν εις καιρούς διά τούς οποίους προεφήτευσεν ο Κύριος ότι θά πλανηθουν ακόμη καί εκλεκτοί (Ματ. 24:24). Τραγικόν παράδειγμα αυτης της προφητείας αποτελει ο π. ’Επιφάνιος, ο οποιος εκήρυξεν αίρεσιν!

Γράφει ο ‘Άγιος Νικόδημος ο ‘Αγιορείτης: «Αιρετικοί δέ ονομάζονται εκεινοι, των οποίων η διαφορά παρευθύς καί αμέσως ειναι περί της εις Θεόν πίστεως, ήτοι οι κατά τήν πίστιν καί τά δόγματα χωρισμένοι από τούς ορθοδόξους καί παντελως απομεμακρυσμένοι» (βλ. «Πηδάλιον», εκδ. «’Αστήρ», σ. 588). Σημειώνει δέ ότι πολλοί άγιοι επισημαίνουν ότι ακόμη καί μία μικρά παρέκκλισις από τήν ορθήν πίστιν αποτελει αθέτησιν του νόμου του Θεου, τουτέστιν αίρεσιν. Παραδείγματος χάριν, η Β' Οικ. Σύνοδος (Ζ' Κανών) θεωρει αιρετικούς τούς λεγομένους Τεσσαρεσκαιδεκατίτας, επειδή αυτοί εώρταζον τό Πάσχα όχι αναγκαστικως ημέραν Κυριακήν, αλλ’ οιανδήποτε ημέραν ετύγχανε η σελήνη δεκατεσσάρων ημερων, άν καί κατά τά άλλα ησαν ορθόδοξοι (βλ. «Πηδάλιον», σ. 163).

’Αλλά, ποίαν αίρεσιν εκήρυξεν ο π. ’Επιφάνιος; Εις τό γνωστόν βιβλίον του «Τά Δύο ’Άκρα: Οικουμενισμός καί Ζηλωτισμός», ο π. ’Επιφάνιος γράφει ότι οι ’Ορθόδοξοι δύνανται νά έχουν εκκλησιαστικήν κοινωνίαν μέ τούς αιρετικούς Οικουμενιστάς καί κατακρίνει ως σχισματικούς τούς ’Ορθοδόξους πού απετειχίσθησαν από τούς Οικουμενιστάς «επισκόπους», ενω, συμφώνως πρός τόν 15ον Κανόνα της ΑΒ' Συνόδου, θά έπρεπε νά τούς επαινη! («Πηδάλιον», σ. 358). Διατί νά τούς επαινη; Διότι από τό 1920 καί εντευθεν η παναίρεσις του Οικουμενισμου διδάσκεται καί εφαρμόζεται επισήμως εις παγκόσμιον επίπεδον, λόγοις καί έργοις, από «επισκόπους» του χώρου της ’Ορθοδοξίας! Εις εξ αυτων επρότεινε νά καταργήσωμεν τά δόγματα της ‘Αγίας Τριάδος, της ’Ενανθρωπήσεως του Κυρίου, κ.ά. καί νά τά αντικαταστήσωμεν μέ νέα δόγματα, πού νά ειναι πιό αποδεκτά! (’Ιάκωβος ’Αμερικης, «New York Times», 25-9-1967, σ. 40). ‘Έτερος διδάσκει ότι ο Χριστός δέν ητο ευθύς εξ αρχης αναμάρτητος, αλλ’ εκέρδησε τήν αναμαρτησίαν «βημα πρός βημα»! (Στυλιανός Αυστραλίας, «Φωνή της ’Ορθοδοξίας», Τόμ. 9, ’Αρ. 12, Δεκ. 1988). Τρίτος προτείνει νά τροποποιήσωμεν τούς ‘Ιερούς Κανόνας, έτσι ώστε αυτοί νά συνάδουν μέ τήν αιρετικήν συμπεριφοράν του! (Βαρθολομαιος Κωνσταντινουπόλεως, Διδακτορική Διατριβή, 1970, σ. 73). Καί ούτω καθ’ εξης.

‘Ο π. ’Επιφάνιος αντιφάσκει πρός εαυτόν, διότι, αφενός μέν αναγνωρίζει ότι ο 15ος Κανών της ΑΒ' δίδει τό δικαίωμα της αποτειχίσεως («Τά Δύο ’Άκρα», σ. 75) καί ότι ο Κανών λέγει σαφως ότι οι αποτειχιζόμενοι δέν κάμνουν σχίσμα, αλλά ειναι άξιοι επαίνου, αφετέρου δέ κατακρίνει ως σχισματικούς όσους κάμνουν χρησιν αυτου του δικαιώματος! Διότι, κατά τόν π. ’Επιφάνιον, τήν αποτείχισιν πρέπει νά τήν αποφασίσουν οι «αξιωματικοί» καί όχι οι στρατιωται! («Τά Δύο ’Άκρα», σ. 59). «’Αξιωματικούς» δέ ο π. ’Επιφάνιος θεωρει τούς «επισκόπους» πού επί πολλάς δεκαετίας κοινωνουν μέ τήν αίρεσιν του Οικουμενισμου, χρώμενοι «οικονομίας» εις τό διηνεκές («Τά Δύο ’Άκρα», σ. 111), ενω τούς αποτειχισθέντας ’Επισκόπους τούς θεωρει «εκτός ’Εκκλησίας»! Τονίζει ακόμη ο π. ’Επιφάνιος ότι πρίν ο πιστός αποκηρύξει τούς Οικουμενιστάς «ψευδεπισκόπους» (όρος του 15ου Κανόνος της ΑΒ'), θά πρέπη ν’ απαντήση θετικως εις τό ακόλουθον ερώτημα: «Πιστεύω ότι σύμπασα η ανά τήν Οικουμένην ’Ορθόδοξος ’Εκκλησία κατεπόθη υπό της πλάνης καί μόνον εγώ καί ολίγοι ακόμη εμείναμεν διασώζοντες τήν αλήθειαν;» (σ. 58). Δηλαδή, κατά τόν π. ’Επιφάνιον, η αποκήρυξις των «ψευδεπισκόπων» δέν επιτρέπεται πρίν αυτοί προλάβουν νά καταστρέψουν ολοσχερως τήν ’Εκκλησίαν!

Κατά τήν τελευταίαν εικοσαετίαν, έχει αποδειχθει επανειλημμένως καί διά μακρων ότι αι διδασκαλίαι αυταί του π. ’Επιφανίου αντίκεινται εις τήν ‘Αγίαν Γραφήν καί τήν ‘Ι. Παράδοσιν. Συνεπως, δέν χρειάζεται νά παραθέσωμεν καί πάλιν τάς εκατοντάδας των χωρίων πού υπάρχουν, αλλά καί των παραδειγμάτων συμπεριφορας των αγίων εις αναλόγους περιστάσεις, τά οποια αποδεικνύουν του λόγου τό αληθές. ’Εξ άλλου, ο ‘Άγιος Μάρκος Ευγενικός συνοψίζει μέ συντομίαν καί σαφήνειαν τήν ’Ορθόδοξον διδασκαλίαν επί του θέματος ως εξης: «‘Άπαντες οι της ’Εκκλησίας διδάσκαλοι, πασαι αι Σύνοδοι καί πασαι αι θειαι Γραφαί φεύγειν τούς ετερόφρονας παραινουσι καί της αυτων κοινωνίας διΐστασθαι» (P.G. 160, σ. 101).

’Εάν ο π. ’Επιφάνιος απλως εδημιούργει μίαν νέαν αίρεσιν καί, όπως όλοι οι προηγούμενοι αιρεσιάρχαι, προσηλύτιζε οπαδούς εις αυτήν, αποσπων αυτούς από τήν ’Ορθοδοξίαν, τότε τό κακόν δέν θά ητο τόσον μεγάλον όσον ειναι τώρα, έστω καί άν ο αριθμός των οπαδων του ητο μεγάλος. Διότι, ως γνωστόν, η ’Εκκλησία πάντοτε ειχε τήν δύναμιν νά πολεμη καί νά νικα τάς αιρέσεις. Δυστυχως, όμως, η αίρεσις του π. ’Επιφανίου προξενει πολύ μεγαλυτέραν ζημίαν απ’ όσην προξενουν αι άλλαι αιρέσεις. ‘Ο λόγος ειναι ότι έχει ορθόδοξον προσωπειον καί συνίσταται εις τό νά αποτρέπη τόν πόλεμον της ’Εκκλησίας κατά του Οικουμενισμου μέ «πραγματικά πυρά», δηλαδή μέ τήν αποκήρυξιν των αιρετικων επισκόπων. ’Επιτρέπει μόνον φραστικάς καί γραπτάς διαμαρτυρίας («Τά Δύο ’Άκρα», σ. 73-74), δηλαδή μόνον τόν «χαρτοπόλεμον», όπως ευστόχως έχει χαρακτηρίσει τάς αντιδράσεις αυτάς ο Καθηγητής κ. ’Ι. Κορναράκης. ’Έτσι, όμως, παθαίνουν σύγχυσιν ακόμη καί αληθινοί στρατιωται του Χριστου, οι οποιοι αφοπλίζονται καί ακινητοποιουνται, αποδυναμώνεται καί παραλύει ο αντιαιρετικός αγών της ’Εκκλησίας, επικρατει η αίρεσις του Οικουμενισμου καί χάνονται πολλαί εκλεκταί ψυχαί, ακόμη καί μοναχοί! Διότι όλοι αυτοί είτε δέχονται τόν Οικουμενισμόν, εξαπατωντες τήν συνείδησίν των μέ τάς ψευδεις αγαπολογίας των Οικουμενιστων, είτε διαφωνουν μέν, αλλά παραμένουν εις κοινωνίαν μετ’ αυτου «άχρι καιρου» («Τά Δύο ’Άκρα», σ. 59). Παραμένουν «στενάζοντες» («Τά Δύο ’Άκρα», σ. 69), υποτασσόμενοι «άχρι καιρου» εις «ψευδεπισκόπους», όπως απαιτει η αίρεσις του π. ’Επιφανίου, η οποία έχει ευστόχως ονομασθει «αχρικαιρισμός». ‘΄Ωστε, η αίρεσις του «αχρικαιρισμου» πλανα εκλεκτούς, ενω αι άλλαι αιρέσεις συνήθως προσελκύουν ανθρώπους πού διέκειντο μαλλον αδιαφόρως πρός τήν ’Ορθοδοξίαν καί τήν ορθοπραξίαν.

‘Ο λόγος διά τόν οποιον η ’Εκκλησία ανέκαθεν ενίκα τάς αιρέσεις ειναι ότι έχει ενσωματωμένον ένα, ούτως ειπειν, αυτόματον διορθωτικόν μηχανισμόν, ο οποιος συνίσταται εις τήν αποτελεσματικήν αντίδρασιν (καί όχι εις «χαρτοπόλεμον»!) των υγιων μελων Της πρός τάς αιρετικάς διδασκαλίας καί πράξεις των «ψευδεπισκόπων» καί των ψευδοδιδασκάλων. ‘Η μόνη δέ αποτελεσματική αντίδρασις σήμερον ειναι η αποτείχισις από τόν Οικουμενισμόν καί τούς κήρυκάς του. ’Εάν εις τόν ναόν όπου εκκλησιάζεσαι μνημονεύηται τό όνομα επισκόπου κοινωνουντος μέ τόν Οικουμενισμόν, τότε δέν πρέπει νά υπάγης εις τήν «θείαν» λειτουργίαν πού τελειται εκει! ’Εάν καί οι άλλοι πιστοί πράξουν τό αυτό, τότε θά ιδης τό αποτέλεσμα! Δυστυχως, όμως, η αίρεσις του π. ’Επιφανίου ακινητοποιει καί ακυρώνει αυτόν τόν μηχανισμόν.

Προσφάτως, η εφημερίς «’Ορθόδοξος Τύπος» (19-2-10, σ. 8) εδημοσίευσεν άρθρον του κ. Π. Τελεβάντου μέ τό οποιον κηρύσσεται καί πάλιν η ως άνω αίρεσις του π. ’Επιφανίου. ‘Ο αυτός εις τήν ιδίαν εφημερίδα (3-7-09, σ. 7) έγραψε ότι τό κείμενον της περιφήμου «‘Ομολογίας Πίστεως» επ’ ουδενί λόγω, δέν επιτρέπεται νά τό υπογράψουν σχισματικοί. Ούτε νά αφεθουν νά εισχωρήσουν στίς τάξεις των παραδοσιακων ανθρώπων, πού αντιμάχονται τόν Οικουμενισμό. ‘Ο μακαριστός ’Επιφάνιος Θεοδωρόπουλος μίλησε γιά «τά δύο άκρα» καί μας έδειξε τό δρόμο.

’Εφόσον ο κ. Τελεβάντος αναφέρεται εις «τά δύο άκρα» του π. ’Επιφανίου, ειναι προφανές ότι οι «σχισματικοί» ειναι οι ’Ορθόδοξοι πού απετειχίσθησαν από τούς Οικουμενιστάς «ψευδεπισκόπους». Μήπως δύναται ο κ. Τελεβάντος νά εξηγήση πως συμβιβάζεται η στάσις του, δηλαδή νά ευρίσκηται εις «χαρτοπόλεμον» μέ τόν Οικουμενισμόν, στηρίζων ταυτοχρόνως τούς Οικουμενιστάς «ψευδεπισκόπους» εις τούς θρόνους των, μέ τήν ’Ορθόδοξον διδασκαλίαν, όπως αυτή συνοψίζεται ανωτέρω υπό του ‘Αγίου Μάρκου Ευγενικου;

Οι χαιρετισμοί της Θεοτόκου.





Απολυτίκιον (ήχος γ')

Ελπίς καί Στρατηγός μάς Παναγία Εσχάτη, στούς ήχους τής σάλπιγγος, ομού μέ τούς Προφήτας τούς Δύο καί Μεγάλους, πού κηρύσσουν μετάνοιαν, στρατεύεις κάθε πιστόν είς τήν Ορθοδοξίαν.





Ἀναγινωσκόμενοι συνήθως εἰς τὸ Μικρὸν Ἀπόδειπνον, μετὰ τὸ Πιστεύω.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. δ’.
Τὸ προσταχθὲν μυστικῶς λαβὼν ἐν γνώσει, ἐν τῇ σκηνῇ τοῦ Ἰωσὴφ σπουδῇ ἐπέστη, ὁ ἀσώματος λέγων τῇ ἀπειρογάμῳ· ὁ κλίνας τῇ καταβάσει τοὺς οὐρανούς, χωρεῖται ἀναλλοιώτως ὅλος ἐν Σοί· ὃν καὶ βλέπων ἐν μήτρᾳ Σου, λαβόντα δούλου μορφήν, ἐξίσταμαι κραυγάζων Σοι· χαῖρε Νύμφη ἀνύμ­φευτε.

Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ’.
Τῇ Ὑπερμάχῳ Στρατηγῷ τὰ νικη­τήρια, ὡς λυτρωθεῖσα τῶν δεινῶν εὐχαριστήρια, ἀναγράφω Σοι ἡ Πόλις Σου Θεοτόκε. Ἀλλ’ ὡς ἔχουσα τὸ κράτος ἀπροσμάχητον, ἐκ παντοίων με κινδύνων ἐλευθέρωσον, ἵνα κράζω Σοι· χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

Εἶθ’ οὕτω τοὺς ἑπομένους εἰκοσιτέσσαρες Οἴκους.

ΣΤΑΣΙΣ Α'.
Ἄγγελος πρωτοστάτης, οὐρανόθεν ἐπέμφθη, εἰπεῖν τῇ Θεοτόκῳ τό, Χαῖρε (ἐκ γ') [Ὑπεραγία Θεοτόκε σῶσον ἡμᾶς]· καὶ σὺν τῇ ἀσωμάτῳ φωνῇ, σωματούμενόν Σε θεωρῶν Κύριε, ἐξίστατο, καὶ ἵστατο κραυγάζων πρὸς Αὐτὴν τοιαῦτα·

Χαῖρε, δι’ ἧς ἡ χαρὰ ἐκλάμψει· χαῖρε, δι’ ἧς ἡ ἀρὰ ἐκλείψει.

Χαῖρε, τοῦ πεσόντος Ἀδὰμ ἡ ἀνάκλησις· χαῖρε, τῶν δακρύων τῆς Εὔας ἡ λύτρωσις.

Χαῖρε, ὕψος δυσανάβατον ἀνθρωπίνοις λογισμοῖς· χαῖρε, βάθος δυσθεώρητον καὶ Ἀγγέλων ὀφθαλμοῖς.

Χαῖρε, ὅτι ὑπάρχεις Βασιλέως καθέδρα· χαῖρε, ὅτι βαστάζεις τὸν βαστάζοντα πάντα.

Χαῖρε, ἀστὴρ ἐμφαίνων τὸν Ἥλιον· χαῖρε, γαστὴρ ἐνθέου σαρκώσεως.

Χαῖρε, δι’ ἧς νεουργεῖται ἡ κτίσις· χαῖρε, δι’ ἧς βρεφουργεῖται ὁ Κτίστης.

Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

Βλέπουσα ἡ Ἁγία ἑαυτὴν ἐν ἁγνείᾳ, φησὶ τῷ Γαβριὴλ θαρσα­λέως· Τὸ παράδοξόν σου τῆς φωνῆς, δυσπαράδεκτόν μου τῇ ψυχῇ φαίνεται· ἀσπόρου γὰρ συλλήψεως τὴν κύησιν πῶς λέγεις; κράζων·

Ἀλληλούϊα.

Γνῶσιν ἄγνωστον γνῶναι ἡ Παρθέ­νος ζητοῦσα, ἐβόησε πρὸς τὸν λειτουργοῦντα· Ἐκ λαγόνων ἁγνῶν Υἱὸν πῶς ἐστι τεχθῆναι δυνατόν; λέξον μοι. Πρὸς ἣν ἐκεῖνος ἔφησεν ἐν φόβῳ, πλὴν κραυγάζων οὕτω·

Χαῖρε, βουλῆς ἀποῤῥήτου μύστις· χαῖρε, σιγῆς δεομένων πίστις.

Χαῖρε, τῶν θαυμάτων Χριστοῦ τὸ προοίμιον· χαῖρε, τῶν δογμάτων Αὐτοῦ τὸ κεφάλαιον.

Χαῖρε, κλῖμαξ ἐπουράνιε, δι’ ἧς κατέβη ὁ Θεός· χαῖρε, γέφυρα μετάγουσα τοὺς ἐκ γῆς πρὸς οὐρανόν.

Χαῖρε, τὸ τῶν Ἀγγέλων πολυθρύλητον θαῦμα· χαῖρε, τὸ τῶν δαιμόνων πολυθρήνητον τραῦμα.

Χαῖρε, τὸ Φῶς ἀῤῥήτως γεννήσασα· χαῖρε, τὸ πῶς μηδένα διδάξασα.

Χαῖρε, σοφῶν ὑπερβαίνουσα γνῶσιν· χαῖρε, πιστῶν καταυγάζουσα φρένας.

Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

Δύναμις τοῦ Ὑψίστου ἐπεσκίασε τότε πρὸς σύλληψιν τῇ Ἀπειρο­γάμῳ, καὶ τὴν εὔκαρπον ταύτης νηδύν, ὡς ἀγρὸν ὑπέδειξεν ἡδὺν ἅπασι τοῖς θέλουσι θερίζειν σωτηρίαν, ἐν τῷ ψάλ­λειν οὕτως·

Ἀλληλούϊα.

Ἔχουσα θεοδόχον, ἡ Παρθένος τὴν μήτραν, ἀνέδραμε πρὸς τὴν Ἐλισάβετ· τὸ δὲ βρέφος ἐκείνης εὐθύς, ἐπιγνὸν τὸν ταύτης ἀσπασμόν, ἔχαιρε· καὶ ἅλμασιν ὡς ᾄσμασιν ἐβόα πρὸς τὴν Θεοτόκον·

Χαῖρε, βλαστοῦ ἀμαράντου κλῆμα· χαῖρε, καρποῦ ἀκηράτου κτῆμα.

Χαῖρε, γεωργὸν γεωργοῦσα φιλάνθρωπον· χαῖρε, φυτουργὸν τῆς ζωῆς ἡμῶν φύουσα.

Χαῖρε, ἄρουρα βλαστάνουσα εὐφορίαν οἰκτιρμῶν· χαῖρε, τράπεζα βαστάζουσα εὐθηνίαν ἱλασμῶν.

Χαῖρε, ὅτι λειμῶνα τῆς τρυφῆς ἀναθάλλεις· χαῖρε, ὅτι λιμένα τῶν ψυχῶν ἑτοιμάζεις.

Χαῖρε, δεκτὸν πρεσβείας θυμίαμα· χαῖρε, παντὸς τοῦ κόσμου ἐξίλασμα.

Χαῖρε, Θεοῦ πρὸς θνητοὺς εὐδοκία· χαῖρε, θνητῶν πρὸς Θεὸν παῤῥησία.

Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

Ζάλην ἔνδοθεν ἔχων λογισμῶν ἀμφιβόλων, ὁ σώφρων Ἰωσὴφ ἐταράχθη, πρὸς τὴν ἄγαμόν Σε θεωρῶν, καὶ κλεψίγαμον ὑπονοῶν Ἄμεμπτε· μαθὼν δε Σοῦ τὴν σύλληψιν ἐκ Πνεύ­ματος Ἁγίου, ἔφη·

Ἀλληλούϊα.

ΣΤΑΣΙΣ Β'.
Ἤκουσαν οἱ Ποιμένες τῶν Ἀγγέ­λων ὑμνούντων τὴν ἔνσαρκον Χριστοῦ παρουσίαν· καὶ δραμόντες ὡς πρὸς ποιμένα, θεωροῦσι τοῦτον ὡς ἀμνὸν ἄμωμον, ἐν τῇ γαστρὶ Μαρίας βοσκηθέντα, ἣν ὑμνοῦντες εἶπον·

Χαῖρε, ἀμνοῦ καὶ ποιμένος μήτηρ· χαῖρε, αὐλὴ λογικῶν προβάτων.

Χαῖρε, ἀοράτων ἐχθρῶν ἀμυντήριον· χαῖρε, Παραδείσου θυρῶν ἀνοικτήριον.

Χαῖρε, ὅτι τὰ οὐράνια συναγάλλεται τῇ γῆ· χαῖρε, ὅτι τὰ ἐπίγεια συγχορεύει οὐρανοῖς.

Χαῖρε, τῶν Ἀποστόλων τὸ ἀσίγητον στόμα· χαῖρε, τῶν ἀθλοφόρων τὸ ἀνίκητον θάρσος.

Χαῖρε, στεῤῥὸν τῆς πίστεως ἔρεισμα· χαῖρε, λαμπρὸν τῆς χάριτος γνώρισμα.

Χαῖρε, δι’ ἧς ἐγυμνώθη ὁ Ἅδης· χαῖρε, δι’ ἧς ἐνεδύθημεν δόξαν.

Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

Θεοδρόμον Ἀστέρα θεωρήσαντες Μάγοι, τῇ τούτου ἠκολούθησαν αἴγλῃ· καὶ ὡς λύχνον κρατοῦντες αὐτόν, δι’ αὐτοῦ ἠρεύνων κραταιὸν Ἄνακτα· καὶ φθάσαντες τὸν ἄφθαστον, ἐχάρησαν, Αὐτῷ βοῶντες·

Ἀλληλούϊα.

Ἴδον παῖδες Χαλδαίων ἐν χερσὶ τῆς Παρθένου, τὸν πλάσαντα χειρὶ τοὺς ἀνθρώπους· καὶ Δεσπότην νοοῦντες Αὐτόν, εἰ καὶ δούλου ἔλαβε μορφήν, ἔσπευσαν τοῖς δώροις θεραπεῦ­σαι, καὶ βοῆσαι τῇ Εὐλογημένη·

Χαῖρε, ἀστέρος ἀδύτου Μήτηρ· χαῖρε, αὐγὴ μυστικῆς ἡμέρας.

Χαῖρε, τῆς ἀπάτης τὴν κάμινον σβέσασα· χαῖρε, τῆς Τριάδος τοὺς μύστας φωτίζουσα.

Χαῖρε, τύραννον ἀπάνθρωπον ἐκβαλοῦσα τῆς ἀρχῆς· χαῖρε, Κύριον φιλάνθρωπον ἐπιδείξασα Χριστόν.

Χαῖρε, ἡ τῆς βαρβάρου λυτρουμένη θρησκείας· χαῖρε, ἡ τοῦ βορβόρου ῥυομένη τῶν ἔργων.

Χαῖρε, πυρὸς προσκύνησιν παύσασα· χαῖρε, φλογὸς παθῶν ἀπαλλάτουσα.

Χαῖρε, πιστῶν ὁδηγὲ σωφροσύνης· χαῖρε, πασῶν γενεῶν εὐφροσύνη.

Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

Κήρυκες θεοφόροι γεγονότες οἱ Μάγοι, ὑπέστρεψαν εἰς τὴν Βαβυλῶ­να· ἐκτελέσαντές Σου τὸν χρη­σμόν, καὶ κηρύξαντές Σε τὸν Χριστὸν ἅπασιν, ἀφέντες τὸν Ἡρῴδην ὡς ληρώ­δη, μὴ εἰδότα ψάλλειν·

Ἀλληλούϊα.

Λάμψας ἐν τῇ Αἰγύπτῳ, φωτισμὸν ἀληθείας, ἐδίωξας τοῦ ψεύδους τὸ σκότος· τὰ γὰρ εἴδωλα ταύτης Σωτήρ, μὴ ἐνέγκαντά Σου τὴν ἰσχύν, πέπτωκεν· οἱ τούτων δὲ ῥυσθέντες ἐβό­ων πρὸς τὴν Θεοτόκον·

Χαῖρε, ἀνόρθωσις τῶν ἀνθρώπων· χαῖρε, κατάπτωσις τῶν δαιμόνων.

Χαῖρε, τῆς ἀπάτης τὴν πλάνην πατήσασα· χαῖρε, τῶν εἰδώλων τὸν δόλον ἐλέγξασα.

Χαῖρε, θάλασσα ποντίσασα Φαραὼ τὸν νοητόν· χαῖρε, πέτρα ἡ ποτίσασα τοὺς διψῶντας τὴν ζωήν.

Χαῖρε, πύρινε στῦλε, ὁδηγῶν τοὺς ἐν σκότει· χαῖρε, σκέπη τοῦ κόσμου, πλατυτέρα νεφέλης.

Χαῖρε, τροφὴ τοῦ Μάννα διάδοχε· χαῖρε, τρυφῆς ἁγίας διάκονε.

Χαῖρε, ἡ γῆ τῆς ἐπαγγελίας· χαῖρε, ἐξ ἧς ῥέει μέλι καὶ γάλα.

Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

Μέλλοντος Συμεῶνος τοῦ παρόν­τος αἰῶνος μεθίστασθαι τοῦ ἀπατεῶνος, ἐπεδόθης ὡς βρέφος αὐτῷ, ἀλλ’ ἐγνώσθης τούτῳ καὶ Θεὸς τέλειος· διόπερ ἐξεπλάγη σου τὴν ἄῤῥητον σοφίαν, κράζων·

Ἀλληλούϊα.

ΣΤΑΣΙΣ Γ'.
Νέαν ἔδειξε κτίσιν, ἐμφανίσας ὁ Κτίστης, ἡμῖν τοῖς ὑπ’ Αὐτοῦ γενομένοις, ἐξ ἀσπόρου βλαστήσας γαστρός, καὶ φυλάξας ταύτην, ὥσπερ ἧν, ἄφθορον· ἵνα τὸ θαῦμα βλέποντες, ὑμνήσωμεν αὐτὴν βοῶντες·

Χαῖρε, τὸ ἄνθος τῆς ἀφθαρσίας· χαῖρε, τὸ στέφος τῆς ἐγκρατείας.

Χαῖρε, ἀναστάσεως τύπον ἐκλάμπουσα· χαῖρε, τῶν Ἀγγέλων τὸν βίον ἐμφαίνουσα.

Χαῖρε, δένδρον ἀγλαόκαρπον, ἐξ οὗ τρέφονται πιστοί· χαῖρε, ξύλον εὐσκιόφυλλον, ὑφ’ οὗ σκέπονται πολλοί.

Χαῖρε, κυοφοροῦσα ὁδηγὸν πλανωμένοις· χαῖρε, ἀπογεννῶσα λυτρωτὴν αἰχμαλώτοις.

Χαῖρε, Κριτοῦ δικαίου δυσώπησις· χαῖρε, πολλῶν πταιόντων συγχώρησις.

Χαῖρε, στολὴ τῶν γυμνῶν παῤῥησίας· χαῖρε, στοργὴ πάντα πόθον νικῶσα.

Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

Ξένον τόκον ἰδόντες, ξενωθῶμεν τοῦ κόσμου, τὸν νοῦν εἰς οὐρανὸν μεταθέντες· διὰ τοῦτο γὰρ ὁ ὑψηλὸς Θεὸς ἐπὶ γῆς ἐφάνη ταπεινὸς ἄνθρωπος, βουλόμενος ἑλκύσαι πρὸς τὸ ὕψος τοὺς Αὐτῷ βοῶντας·

Ἀλληλούϊα.

Ὅλος ἧν ἐν τοῖς κάτω, καὶ τῶν ἄνω οὐδόλως ἀπὴν ὁ ἀπερί­γραπτος Λόγος· συγκατάβασις γὰρ Θεϊκή, οὐ μετάβασις δὲ τοπικὴ γέγονε· καὶ τόκος ἐκ Παρθένου θεολήπτου, ἀκουούσης ταῦτα·

Χαῖρε, Θεοῦ ἀχωρήτου χώρα· χαῖρε, σεπτοῦ μυστηρίου θύρα.

Χαῖρε, τῶν ἀπίστων ἀμφίβολον ἄκουσμα· χαῖρε, τῶν πιστῶν ἀναμφίβολον καύχημα.

Χαῖρε, ὄχημα πανάγιον τοῦ ἐπὶ τῶν Χερουβίμ· χαῖρε, οἴκημα πανάριστον τοῦ ἐπὶ τῶν Σεραφίμ.

Χαῖρε, ἡ τἀναντία εἰς ταυτὸ ἀγαγοῦσα· χαῖρε, ἡ παρθενίαν καὶ λοχείαν ζευγνῦσα.

Χαῖρε, δι’ ἧς ἐλύθη παράβασις· χαῖρε, δι’ ἧς ἠνοίχθη Παράδεισος.

Χαῖρε, ἡ κλεὶς τῆς Χριστοῦ βασιλείας· χαῖρε, ἐλπὶς ἀγαθῶν αἰωνίων.

Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

Πᾶσα φύσις Ἀγγέλων κατεπλάγη τὸ μέγα τῆς Σῆς ἐνανθρωπήσεως ἔργον· τὸν ἀπρόσιτον γὰρ ὡς Θεόν, ἐθεώρει πᾶσι προσιτὸν ἄνθρωπον, ἡμῖν μὲν συνδιάγοντα, ἀκούοντα δὲ παρὰ πάντων οὕτως·

Ἀλληλούϊα.

Ῥήτορας πολυφθόγγους ὡς ἰχθύας ἀφώνους ὁρῶμεν ἐπὶ σοί, Θεοτόκε· ἀποροῦσι γὰρ λέγειν τὸ πὼς καὶ Παρθένος μένεις, καὶ τεκεῖν ἴσχυ­σας· ἡμεῖς δὲ τὸ Μυστήριον θαυμά­ζοντες, πιστῶς βοῶμεν·

Χαῖρε, σοφίας Θεοῦ δοχεῖον· χαῖρε, προνοίας Αὐτοῦ ταμεῖον.

Χαῖρε, φιλοσόφους ἀσόφους δεικνύουσα· χαῖρε, τεχνολόγους ἀλόγους ἐλέγχουσα.

Χαῖρε, ὅτι ἐμωράνθησαν οἱ δεινοὶ συζητηταί· χαῖρε, ὅτι ἐμαράνθησαν οἱ τῶν μύθων ποιηταί.

Χαῖρε, τῶν Ἀθηναίων τὰς πλοκὰς διασπῶσα· χαῖρε, τῶν ἀλιέων τὰς σαγήνας πληροῦσα.

Χαῖρε, βυθοῦ ἀγνοίας ἐξέλκουσα· χαῖρε, πολλοὺς ἐν γνώσει φωτίζουσα.

Χαῖρε, ὁλκάς τῶν θελόντων σωθῆναι· χαῖρε, λιμὴν τῶν τοῦ βίου πλωτήρων.

Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

Σῶσαι θέλων τὸν κόσμον ὁ τῶν ὅλων κοσμήτωρ, πρὸς τοῦτον αὐτεπάγγελτος ἦλθε· καὶ ποιμὴν ὑπάρ­χων ὡς Θεός, δι’ ἡμᾶς ἐφάνη καθ’ ἡμᾶς ἄνθρωπος· ὁμοίῳ γὰρ τὸ ὅμοιον καλέ­σας, ὡς Θεὸς ἀκούει·

Ἀλληλούϊα.

ΣΤΑΣΙΣ Δ'.
Τεῖχος εἶ τῶν Παρθένων, Θεοτόκε Παρθένε, καὶ πάντων τῶν εἰς Σὲ προστρεχόντων· ὁ γὰρ τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς, κατεσκεύασέ Σε Ποιητὴς Ἄχραντε, οἰκήσας ἐν τῇ μήτρα Σου, καὶ πάντας Σοι προσφωνεῖν διδάξας·

Χαῖρε, ἡ στήλη τῆς παρθενίας· χαῖρε, ἡ πύλη τῆς σωτηρίας.

Χαῖρε, ἀρχηγὲ νοητῆς ἀναπλάσεως· χαῖρε, χορηγὲ θεϊκῆς ἀγαθότητος.

Χαῖρε, Σὺ γὰρ ἀνεγέννησας τοὺς συλληφθέντας αἰσχρῶς· χαῖρε, Σὺ γὰρ ἐνουθέτησας τοὺς συληθέντας τὸν νοῦν.

Χαῖρε, ἡ τὸν φθορέα τῶν φρενῶν καταργοῦσα· χαῖρε, ἡ τὸν σπορέα τῆς ἁγνείας τεκοῦσα.

Χαῖρε, παστὰς ἀσπόρου νυμφεύσεως· χαῖρε, πιστοὺς Κυρίῳ ἁρμόζουσα.

Χαῖρε, καλὴ κουροτρόφε παρθένων· χαῖρε, ψυχῶν νυμφοστόλε Ἁγίων.

Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

Ὕμνος ἅπας ἡττᾶται συνεκτείνε­σθαι σπεύδων, τῷ πλήθει τῶν πολλῶν οἰκτιρμῶν Σου· ἰσαρίθμους γὰρ τῇ ψάμμῳ ὠδάς, ἂν προσφέρωμέν Σοι, Βασιλεῦ ἅγιε, οὐδὲν τελοῦμεν ἄξιον, ὧν δέδωκας ἡμῖν τοῖς Σοὶ βοῶσιν·

Ἀλληλούϊα.

Φωτοδόχον λαμπάδα, τοῖς ἐν σκότει φανεῖσαν, ὁρῶμεν τὴν ἁγίαν Παρθένον· τὸ γὰρ ἄϋλον ἄπτουσα φῶς, ὁδηγεῖ πρὸς γνῶσιν θεϊκὴν ἅπαντας, αὐγῇ τὸν νοῦν φωτίζουσα, κραυγῇ δὲ τιμωμένη ταῦτα·

Χαῖρε, ἀκτὶς νοητοῦ Ἠλίου· χαῖρε, βολὶς τοῦ ἀδύτου φέγγους.

Χαῖρε, ἀστραπὴ τὰς ψυχὰς καταλάμπουσα· χαῖρε, ὧς βροντὴ τοὺς ἐχθροὺς καταπλήττουσα.

Χαῖρε, ὅτι τὸν πολύφωτον ἀνατέλλεις φωτισμόν· χαῖρε, ὅτι τὸν πολύῤῥητον ἀναβλύζεις ποταμόν.

Χαῖρε, τῆς κολυμβήθρας ζωγραφοῦσα τὸν τύπον· χαῖρε, τῆς ἁμαρτίας ἀναιροῦσα τὸν ρύπον.

Χαῖρε, λουτὴρ ἐκπλύνων συνείδησιν· χαῖρε, κρατὴρ κιρνῶν ἀγαλλίασιν.

Χαῖρε, ὀσμὴ τῆς Χριστοῦ εὐωδίας· χαῖρε, ζωὴ μυστικῆς εὐωχίας.

Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

Χάριν δοῦναι θελήσας ὀφλημάτων ἀρχαίων, ὁ πάντων χρεωλύτης ἀνθρώπων, ἐπεδήμησε δι’ Ἑαυτοῦ πρὸς τοὺς ἀποδήμους τῆς Αὐτοῦ χάριτος, καὶ σχίσας τὸ χειρόγραφον, ἀκούει παρὰ πάντων οὕτως·

Ἀλληλούϊα.

Ψάλλοντές Σου τὸν τόκον, ἀνυ­μνοῦμέν Σε πάντες ὡς ἔμψυχον ναὸν Θεοτόκε· ἐν τῇ Σῇ γὰρ οἰκήσας γαστρί, ὁ συνέχων πάντα τῇ χειρὶ Κύριος, ἡγίασεν, ἐδόξασεν, ἐδίδα­ξε βοᾷν Σοι πάντας·

Χαῖρε, σκηνὴ τοῦ Θεοῦ καὶ Λόγου· χαῖρε, Ἁγία Ἁγίων μείζων.

Χαῖρε, κιβωτὲ χρυσωθεῖσα τῷ Πνεύματι· χαῖρε, θησαυρὲ τῆς ζωῆς ἀδαπάνητε.

Χαῖρε, τίμιον διάδημα, βασιλέων εὐσεβῶν· χαῖρε, καύχημα σεβάσμιον ἱερέων εὐλαβῶν.

Χαῖρε, τῆς Ἐκκλησίας ὁ ἀσάλευτος πύργος· χαῖρε, τῆς βασιλείας τὸ ἀπόρθητον τεῖχος.

Χαῖρε, δι’ ἧς ἐγείρονται τρόπαια· χαῖρε, δι’ ἧς ἐχθροὶ καταπίπτουσιν.

Χαῖρε, χρωτὸς τοῦ ἐμοῦ θεραπεία· χαῖρε, ψυχῆς τῆς ἐμῆς σωτηρία.

Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

Ὦπανύμνητε Μῆτερ, ἡ τεκοῦσα τὸν πάντων Ἁγίων ἁγιώτατον Λόγον (ἐκ γ') [Ὑπεραγία Θεοτόκε σῶσον ἡμᾶς], δεξαμένη τὴν νῦν προσφοράν, ἀπὸ πάσης ῥῦσαι συμφορᾶς ἅπαντας, καὶ τῆς μελλούσης λύτρωσαι κολάσεως τοὺς συμβοῶντας·

Ἀλληλούϊα.

(καὶ πάλιν τὸ εἰρημένον Κοντάκιον)

Τῇ Ὑπερμάχῳ Στρατηγῷ τὰ νικητήρια, ὡς λυτρωθεῖσα τῶν δεινῶν εὐχαριστήρια, ἀναγράφω Σοι ἡ Πόλις Σου Θεοτόκε. Ἀλλ’ ὡς ἔχουσα τὸ κράτος ἀπροσμάχητον, ἐκ παντοίων με κινδύνων ἐλευθέρωσον, ἵνα κράζω Σοι· χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.



Αποτείχιση η μόνη οδός σωτηρίας.

Τρίτη 3 Μαρτίου 2020

Πλήρης ανατροπή των ψευδο-πατερικών περί ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ θέσεων του π. Σεραφείμ Ζήση




Πλήρης ανατροπή των ψευδο-πατερικών περί ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ θέσεων του π. Σεραφείμ Ζήση

Παρέμβασις εἰς τὴν εἰσήγησιν τοῦ π. Σεραφεὶμ Ζήση

    Τοῦ ἱερομονάχου Εὐθυμίου Τρικαμηνᾶ




     Μοῦ ἀπεστάλη σὲ φωτοαντίγραφα ἡ εἰσήγησις τοῦ π. Σεραφεὶμ Ζήση, ἡ ὁποία ἔγινε στὴν Θεσσαλονίκη σὲ Ἡμερίδα μὲ θέμα «Περιπτώσεις Οἰκονομίας στοὺς ἀγῶνες γιὰ τὴν Ὀρθοδοξία» (ἐδῶ). Ἐπειδὴ πιστεύω ὅτι εἶναι δύσκολο στὶς ἡμέρες μας νὰ κατανοήσουμε τοὺς Ἁγίους, καὶ ἐπειδὴ συνήθως τοὺς προσαρμόζουμε στὰ πιστεύω μας, θὰ ἤθελα νὰ καταθέσω τὶς σκέψεις καὶ ἐνστάσεις μου γιὰ τὴν δημιουργία ἑνὸς γενικοτέρου προβληματισμοῦ, ὡς πρὸς τὸ δέον γενέσθαι, διὰ τὴν καταπολέμησι τῆς αἱρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ.
    Ἡ ἀναφορὰ τῶν σκέψεων καὶ ἐνστάσεών μου θὰ εἶναι στὸ σημεῖο τῆς ὁμιλίας τοῦ π. Σεραφεὶμ διὰ τὴν περίπτωσι τῆς ἐκκλησιαστικῆς Οἰκονομίας τοῦ ὁσίου Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου, ἐπειδὴ ἔτυχε νὰ τὸν μελετήσω κάπως καλύτερα ἀπὸ τοὺς ἄλλους ἁγίους Πατέρες, καὶ ὁ σκοπός, ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἡ συμβολὴ εἰς τὴν ὀρθὴ κατανόησι τοῦ Ὁσίου, ἀφ’ ἑτέρου ἡ σωστὴ καὶ διακριτικὴ προσαρμογὴ τῶν λόγων καὶ τῶν ἔργων του στὴν σημερινὴ κατάστασι τῆς αἱρέσεως.
     Ἀναφέρει λοιπόν ὁ π. Σεραφεὶμ Ζήσης στὴν ἀρχὴ τῆς ἀναφορᾶς του στὸν Ὅσιο τὰ ἑξῆς:
    «Εἶναι δὲ χαρακτηριστικὸ ὅτι αὐτοί, πρὸς τοὺς ὁποίους ὁ ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης ἀντετέθη καὶ ἐφάρμοσε γιὰ τὸ θέμα τῆς Οἰκονομίας ἀκοινωνησία μερικῶς ἢ τελείως, δηλαδὴ οἱ Ἅγιοι Πατριάρχες Κων/πόλεως Ταράσιος καὶ Νικηφόρος, εἶναι ἐπίσης Ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας μας κι ὄχι μολυσμένοι καὶ ἀκοινώνητοι, λόγῳ τῆς Οἰκονομίας τους».
    Τὸ σημεῖο αὐτὸ τῆς εἰσηγήσεως τοῦ π. Σεραφείμ, ἔτσι ὅπως ἀναφέρεται, νομίζω ὅτι ὄχι μόνο δὲν οἰκοδομεῖ, ἀλλὰ καὶ ἀποπλανᾶ τοὺς ἀκροατὲς καὶ τοὺς λοιποὺς Ὀρθοδόξους καὶ εἰδικὰ αὐτοὺς ποὺ προβληματίζονται ὡς πρὸς τὴν Ἀποτείχισι ἀπὸ τὴν αἵρεσι. Διότι ναὶ μὲν οἱ Ἅγιοι αὐτοὶ Πατριάρχες δὲν εἶναι μολυσμένοι καὶ ἀκοινώνητοι, ἐξ αἰτίας καὶ μόνο τῆς ἀγαθῆς προθέσεως καὶ ἐπειδὴ δὲν τὸ ἔκαναν αὐτὸ χάριν τοῦ βολέματός των καὶ χάριν τοῦ ἐφησυχασμοῦ καὶ τοῦ συμβιβασμοῦ, ἐνῶ σήμερα στοὺς Ἀντιοικουμενιστὲς συμβαίνει τὸ ἐντελῶς ἀντίθετο, δηλαδὴ ζητοῦμε νὰ εὕρωμε παραδείγματα Οἰκονομίας ἀπὸ τοὺς Ἁγίους μας, προκειμένου νὰ βολευτοῦμε καὶ προκειμένου νὰ μὴν πολεμήσουμε ποτὲ καί, βέβαια, νὰ ἔχουμε καὶ ἥσυχη τὴν συνείδησί μας ὅτι καλῶς καὶ νουνεχῶς πράττομε, δὲν δημιουργοῦμε σχίσμα κ.λπ.
    Νομίζω λοιπὸν ὅτι, τὸ σημεῖο αὐτό, διαφορετικὰ θὰ ἔπρεπε νὰ εἶχε διατυπωθεῖ, προκειμένου νὰ οἰκοδομήση τοὺς Ὀρθοδόξους καὶ νὰ μὴν ἀνοίγη παραδρόμους καὶ ἀτραποὺς ὡς πρὸς τὴν Ὀρθόδοξο ὁμολογία. Θὰ ἔπρεπε δηλαδὴ νὰ εἶχε ἀναφερθῆ καὶ τονισθῆ ὅτι, ἂν ὁ ὅσιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης ἀποτειχίστηκε ἀπὸ ἁγίους Πατριάρχες, οἱ ὁποῖοι εἶχαν τελείως ἁγνὴ πρόθεσι καὶ ἀνόθευτη ἀγάπη γιὰ τὴν Ἐκκλησία, τί θὰ πρέπη νὰ κάνουμε ἐμεῖς σήμερα, οἱ ὁποῖοι δὲν ἀποτειχιζόμεθα ἀπὸ αἱρετικοὺς καὶ αἱρεσιάρχες Πατριάρχες καὶ Ἀρχιεπισκόπους;

     Καὶ ἄν, ἐπὶ πλέον, ὁ Ὅσιος Ἀποτειχίστηκε γιὰ τὴν ἐκκλησιαστικὴ καὶ Συνοδικὴ θεσμοθέτησι τῆς ἀλλοιώσεως καὶ παραβάσεως μιᾶς καὶ μόνο Εὐαγγελικῆς ἐντολῆς, τί θὰ πρέπη νὰ κάνουμε ἐμεῖς σήμερα ποὺ θεσμοθετεῖται ἐκκλησιαστικὰ καὶ Συνοδικὰ ἡ παράβασις καὶ ἀθέτησις, ὄχι μίας, ἀλλὰ πάμπολλων Εὐαγγελικῶν ἐντολῶν; Καὶ ἄν, τέλος, ὁ Ἅγιος δὲν συμβιβάστηκε οὔτε ὑποχώρησε, οὐδὲ βῆμα ποδός, μέχρι νὰ ἀποκατασταθῆ ἡ Ὀρθόδοξος πίστις, τί θὰ πρέπη νὰ κάνωμε ἐμεῖς σήμερα, ὅταν ὄχι ἀποκατάστασις τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως δὲν γίνεται, ἀλλὰ διαρκῶς “προκόπτουμε ἐπὶ τὰ χείρω πλανῶντες καὶ πλανώμενοι”;
    Νομίζω ὅτι στὸ σημεῖο αὐτό, ἔτσι ὅπως διετύπωσε ὁ π. Σεραφεὶμ τὴν εἰσήγησί του, βοηθᾶ τὸν ἐφησυχασμὸ καὶ τὸ βόλεμα καί, βέβαια, ἀφήνει ὑπονοούμενα γιὰ τὴν λεγόμενη δυνητικὴ ἑρμηνεία τοῦ 15ου Κανόνος τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου εἰς τὸν ὁποῖον ἀναφέρεται ἀμέσως κατωτέρω.
    Ἐν συνεχείᾳ τῆς ἀνωτέρω παραθέσεως ὁ π. Σεραφεὶμ ἀναφέρει τὰ ἑξῆς:
    «Φαίνεται δὲ ὅτι ὁ ΙΕ΄ Κανὼν τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου τοῦ Μ. Φωτίου, ἐπὶ τοῦ ὁποίου βασίζεται ἡ ἀποτείχισή μας ἐπίσης, ἀποτελεῖ μία προσπάθεια μετριασμοῦ τῆς αὐστηρᾶς στάσεως ἔναντι τῶν αἱρέσεων, ὅπως τὴν ἀντελαμβάνετο ὁ ἅγιος Θεόδωρος καὶ οἱ Στουδίτες».
    Αὐτὸ τὸ τμῆμα τῆς εἰσηγήσεως νομίζω ὅτι προχείρως ἔχει τεθεῖ καὶ βέβαια μὲ τὸν σκοπὸ νὰ στηρίξη τὴν ἀστήρικτη καὶ ἀντιπατερικὴ λεγομένη δυνητικὴ ἑρμηνεία τοῦ ἐν λόγῳ Κανόνος, εἶναι δὲ ἀναληθὲς καὶ ψευδὲς γιὰ τοὺς ἑξῆς λόγους:
    1) Ἡ Ἀποτείχισις ἀπὸ τὴν αἵρεσι δὲν στηρίζεται σὲ ἕνα ἱερὸ Κανόνα, καὶ μάλιστα μὴ ἐπικυρωμένο ἀπὸ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, ἀλλὰ στηρίζεται πρωτίστως στὴν Ἁγία Γραφὴ εἰς τὴν ὁποία ὑπάρχουν περισσότερα ἀπὸ σαράντα (40) χωρία, τὰ ὁποῖα ὁμιλοῦν γιὰ τὴν ἀπομάκρυνσι ἀπὸ τοὺς αἱρετικοὺς καὶ διεστραμμένους κατὰ τὴν πίστι ποιμένες· στηρίζεται ἐπίσης σὲ δεκάδες ἱεροὺς Κανόνες, οἱ ὁποῖοι ἀπαγορεύουν αὐστηρότατα κάθε ἐκκλησιαστικὴ κοινωνία μὲ τοὺς αἱρετικούς, καὶ στηρίζεται στὴν διδασκαλία ὅλων ἀνεξαιρέτως τῶν Ἁγίων, οἱ ὁποῖοι παρομοίως καὶ αὐτοὶ διδάσκουν αὐτὴν τὴν ἄμεση ἐκκλησιαστικὴ ἀπομάκρυνσι.
    2) Ὁ ΙΕ΄ (15ος) ἱερὸς Κανών τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου ὄχι μόνο δὲν ἀποτελεῖ μετριασμὸ τῆς στάσεως τῶν Στουδιτῶν Πατέρων καὶ τοῦ ὁσίου Θεοδώρου, ἀλλὰ εἶναι αὐστηρότερος ἀπὸ αὐτούς, ἐφ’ ὅσον διακελεύει τὴν ἀποτείχισι ἀπὸ οἱονδήποτε Ἐπίσκοπο, ὁ ὁποῖος δημοσίως κηρύττει αἵρεσι, χωρὶς δηλαδὴ Συνοδικὴ κατοχύρωσι τῆς αἱρέσεως, ἐνῶ ὁ ὅσιος Θεόδωρος καὶ οἱ Στουδίτες ἀποτειχίστηκαν, σύμφωνα καὶ μὲ τὴν εἰσήγησι τοῦ π. Σεραφείμ, μετὰ ἀπὸ Συνοδικὴ κατοχύρωσι. Ἀντιθέτως ἀποτελεῖ ἐπιβράβευσι καὶ ἐπικύρωσι τῶν ἀγώνων τοῦ Ὁσίου, οἱ ὁποῖοι ἄλλωστε ἦσαν ἀπόλυτα ἐναρμονισμένοι μὲ ὅλη τὴν Ὀρθόδοξο Παράδοσι.
    3) Εἰς τὸ σημεῖο αὐτὸ τὴς εἰσηγήσεως, ὁ π. Σεραφεὶμ ἀφήνει νὰ ἐννοηθῆ, ἐμμέσως πλὴν σαφῶς, ὅτι κακῶς ἐνήργησε ὁ ὅσιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης εἰς τὴν περίπτωσι τῆς μοιχειανικῆς αἱρέσεως καί, τρόπον τινά, ἡ Πρωτοδευτέρα Σύνοδος ἐπὶ ἁγίου Φωτίου ἔβαλε τὰ πράγματα εἰς τὴν θέσι των, διορθώνοντας τὴν αὐστηρότητα τοῦ Ὁσίου.

    4) Ὁ ἴδιος ὁ Μ. Φώτιος φαίνεται αὐστηρότερος τοῦ ὁσίου Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου, διότι παρομοίως διδάσκει νὰ ἀπομακρυνώμεθα πάραυτα ἀπὸ κάθε αἱρετικὰ φρονοῦντα Ἐπίσκοπο, ὅπως μακρυὰ φεύγουμε ἀπὸ ἕνα λύκο καὶ ἕνα φίδι, χωρὶς δηλαδὴ Συνοδικὴ κατοχύρωσι τῆς αἱρέσεως καὶ χωρὶς καταδίκη Συνοδικὴ τοῦ αἱρετικοῦ αὐτοῦ Ἐπισκόπου:
    «Αἱρετικός ἐστιν ὁ ποιμήν; Λύκος ἐστί· φυγεῖν ἐξ αὐτοῦ καὶ ἀποπηδᾶν δεήσει, μηδ’ ἀπατηθῆναι προσελθεῖν, κἂν ἥμερον περισαίειν δοκῇ· φῦγε τὴν κοινωνίαν αὐτοῦ καὶ τὴν πρὸς αὐτὸν ὁμιλίαν ὡς ἰὸν ὄφεως· ἀγκίστρῳ μὲν καὶ δελέατι ἰχθύες ἁλίσκονται, ὁμιλία δὲ πονηρὰ καὶ τὸν αἱρετικὸν ἰὸν ὑποκαθήμενον ἔχουσα πολλοὺς τῶν ἁπλουστέρων προσιόντας καὶ μηδὲν βλάβος παθεῖν ὑφορωμένους ἐζώγρησε· φεύγειν οὖν παντὶ σθένει διὰ ταῦτα προσήκει τοὺς τοιούτους» (ΕΠΕ 12, 400, 31).
    5) Τέλος νομίζω ὅτι εἶναι τελείως αὐθαίρετο καὶ ἐντελῶς ἀβάσιμο αὐτὸ τὸ συμπέρασμα τοῦ π. Σεραφείμ, καὶ βασίζεται στὸν πανεπιστημιακὸ ὀρθολογισμό, ὁ ὁποῖος τὰ εὔκολα τὰ κάνει δύσκολα καί, τὰ φανερὰ καὶ εὐδιάκριτα, τὰ κάνει νεφελώδη.
    Ἐν συνεχείᾳ, στὴν ἀναφορά του στὸν ὅσιο Θεόδωρο τὸν Στουδίτη ὁ π. Σεραφείμ, ἀναφέρει μερικὰ ἱστορικὰ στοιχεῖα σχετικὰ μὲ τὴν ἐξέλιξι τῆς μοιχειανικῆς αἱρέσεως, τὰ ὁποῖα βέβαια εἶναι σωστά, καὶ ἑστιάζει τὴν προσοχή του στὴν ὑπ’ ἀριθμὸ (49) ἐπιστολὴ τοῦ Ὁσίου, εἰς τὴν ὁποία ὄντως ὁ Ὅσιος ὁμιλεῖ γιὰ κάποια Οἰκονομία. Ἀπὸ ἐδῶ καὶ εἰς τὸ ἑξῆς θὰ ἠδυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι ὅλα, ὅσα ἀναφέρει ὁ π. Σεραφεὶμ διὰ τὸν Ὅσιο, εἶναι ἄστοχα καὶ ἀκατανόητα ἀκόμη καὶ σὲ κάποιον ὁ ὁποῖος ἔχει μελετήσει τὶς ἐπιστολὲς τοῦ Ὁσίου, τὰ δὲ συμπεράσματα τὰ ὁποῖα ἐξάγει, εἶναι λανθασμένα κατὰ τὴν γνώμη μου καὶ φτάνουν στὸ σημεῖο νὰ δείχνουν τὸν Ὅσιο ὅτι ἀντιφάσκει στὶς ἐπιστολές του, ὁ δὲ πατὴρ Σεραφεὶμ μὲ πιθανὲς ἑρμηνεῖες νὰ προσπαθῆ νὰ γεφυρώση αὐτὲς τὶς ἀντιφάσεις.
    Ὁ σκοπὸς ὅλων αὐτῶν τῶν περιπλανήσεων γύρω ἀπὸ τὸν Ὅσιο ἀναφέρεται στὸ τέλος ὡς ἑξῆς:
    «Νομίζω ὅτι ἐκ τῶν ἀνωτέρω στοιχείων προκύπτει, πὼς δὲν ὑφίσταται γιὰ τὸν ἅγιο Θεόδωρο ἀπροϋπόθετα μολυσμός, λόγῳ τῆς μνημονεύσεως κάποιου αἱρετίζοντος, ὅταν συντρέχει εὔλογη αἰτία τῆς Οἰκονομίας καὶ ἡ κατὰ τὰ λοιπὰ παρρησία τῆς ὀρθοδόξου ὁμολογίας».
    Αὐτός, λοιπόν, εἶναι ὁ σκοπὸς ὅλων αὐτῶν τῶν ἀναφορῶν τοῦ π. Σεραφείμ, καὶ βέβαια εἶναι τελείως λάθος, διότι συμβαίνει, ὅπως θὰ δείξουμε, τὸ ἐντελῶς ἀντίθετο, ὅταν δηλαδὴ μνημονεύεται αἱρετικὸς Ἐπίσκοπος, ὑπάρχει ἀπροϋπόθετα μολυσμός, λόγῳ καὶ μόνο τῆς μνημονεύσεως, χωρὶς νὰ κάνη ὁ Ὅσιος καμιὰ Οἰκονομία εἰς τὸ σημεῖο αὐτό. Ἀναφέρομε πρὸς ἐπίρρωσι τῶν λεγομένων τὰ ἑξῆς ἀπὸ τὶς ἐπιστολὲς τοῦ Ὁσίου.
    1) Στὴν ἐπιστολὴ (49), τὴν ὁποία ἐπικαλεῖται ὁ π. Σεραφείμ, ἀναφέρει ὁ Ὅσιος διὰ τὸ ζήτημα τῆς μνημονεύσεως αἱρετικοῦ Ἐπισκόπου τὰ ἑξῆς:
    «Εἰ δὲ αἱρετικὸν ἀναφέρει ὄντα ἐπίσκοπον, κἂν μακαρίζῃ, κἂν ὀρθοδοξῇ, τῆς μὲν θείας κοινωνίας ἀφεκτέον, τῆς δὲ κοινῆς τραπέζης, ἐπὰν ἐκεῖ δέει μνημονεύοι, ὧδε δεκτέον τάχα καὶ εὐλογοῦντα αὐτὸν καὶ συμψάλλοντα, ἐάνπερ μήτε αἱρετικῷ ἢ τῷ οἰκείῳ ἐπισκόπῳ εἴτε τινὶ ἄλλῳ συνιερουργῇ ἢ ἐν γνώσει μεταδίδοι».
    Ἐδῶ ἀναφέρει ὁ Ἅγιος ὅτι, ὅταν μνημονεύεται αἱρετικὸς Ἐπίσκοπος, δὲν κοινωνοῦμε ἀπὸ αὐτὸν τὸν ἱερέα ποὺ τὸν μνημονεύει, ἔστω καὶ ἂν ὁ ἱερέας αὐτὸς εἶναι ὀρθόδοξος κατὰ τὰ ἄλλα.
    2) Στὴν ἐπιστολὴ (40), τὴν ὁποία ἐπίσης ἐπικαλεῖται ὁ π. Σεραφείμ, ἀναφέρει ὁ Ὅσιος διὰ τὸ ἴδιο θέμα:
    «Τῷ πρεσβυτέρῳ καί ἡγουμένῳ καλῶς ἀπεκρίθης, εἰρχθῆναι τῆς λειτουργίας τούς νυνί χειροτονηθέντας ὑπό τοῦ εὑρεθέντος ἀρτίως ἀρχιερέως ἐν ἐκκλησίᾳ, λέγοντος δέ ὅμως, ὅτι κακῶς ἐγένετο ἡ σύνοδος, καί ἀπολώλαμεν. Διά τί γάρ ὁμολογῶν οὐ φεύγει τήν ἀπώλειαν, διαστέλλων ἑαυτόν τῆς αἱρέσεως, ἵνα μένῃ παρά Θεῷ ἐπίσκοπος; καί εἰσίν αὐτοῦ δεκταί αἱ χειροτονίαι αὐτίκα. Ἤ διά τί προκειμένης τῆς αἱρέσεως εἰς χειροτονίαν ὁ ἡγούμενος προήγαγε τούς ἀδελφούς αἱρετικήν; ἄν οὖν ὁ χειροτονήσας ὤρθωσεν, ἦν αὐτοῖς εὐθύς ἱερουργεῖν· ὄντος δέ ἐν τῇ αἱρέσει διά τοῦ ἀναφέρειν αὐτόν αἱρετικόν, κἄν τό φρόνημα λέγοι ἔχειν ὑγιές· οὐχ οἷόν τε οὕς χειροτονεῖ τῇ ἀληθείᾳ εἶναι λειτουργούς Θεοῦ. Εἰ δέ πνεῦμα ζήλου Θεοῦ ἀνῆψεν ἐν τῷ καθηγουμένῳ καί προθυμεῖται ὁμολογίας στέφανον ἀναδήσασθαι· μηδέ λειτουργείτω ἐν τῇ ὑπ' αὐτοῦ ἐνθρονιασθείσῃ ἐκκλησίᾳ· μήτε ἀναφερέτω αὐτόν ὡς ἐπίσκοπον. Καί μακάριος οὗτος πολλῶν καί ἄλλων παράδειγμα σωτηρίας γινόμενος».
    Ἐδῶ ὁ Ὅσιος εἶναι σαφέστερος καὶ δὲν δέχεται οὔτε χειροτονίες, οὔτε ἐγκαίνια ναοῦ ἀπὸ αὐτὸν τὸν Ἐπίσκοπο, ὁ ὁποῖος μνημονεύει αἱρετικὸν Μητροπολίτη, θεωρεῖ δὲ ὅτι μόνο διὰ τῆς μνημονεύσεως αἱρετικοῦ εὑρίσκεται μέσα στὴν αἵρεσι, ἔστω καὶ ἂν ἔχη ὑγιὲς καὶ ὀρθόδοξο φρόνημα.
    Σημαντικὸ εἰς τὸ σημεῖο αὐτὸ εἶναι ὅτι ἡ ὁμολογία ἐν καιρῷ αἱρέσεως διὰ τὸν Ὅσιο, δὲν εἶναι οὔτε οἱ Ἡμερίδες, οὔτε οἱ προφορικὲς καὶ γραπτὲς ὁμολογίες, οὔτε ὁ χαρτοπόλεμος, ἀλλὰ ἡ Ἀποτείχισι, ἡ δὲ παραμονὴ στὴν αἵρεσι διὰ τῆς μνημονεύσεως εἶναι ἡ ἀπώλεια καὶ ἡ κόλασις.

«Διατί γὰρ ὁμολογῶν οὐ φεύγει τὴν ἀπώλεια, διαστέλλων ἑαυτὸν τῆς αἱρέσεως, ἵνα μένῃ παρὰ Θεῷ ἐπίσκοπος;». 
    3) Στὴν ἐπιστολὴ (39) ὁ Ὅσιος ἀναφέρει διὰ τὸ ἴδιο θέμα τὰ ἑξῆς:
    «Ταῦτα οὖν σύν τῇ προσηγορίᾳ ἀναγκαῖον ἐνόμισα ὑπομνῆσαι τήν πατρωσύνην σου, ὅπως εἰδυῖα ὅτι αἵρεσις, φεύγῃ τήν αἵρεσιν, ἤγουν τούς αἱρετικούς, τοῦ μήτε κοινωνεῖν αὐτοῖς μήτε ἀναφέρειν ἐν τῇ εὐαγεστάτῃ αὐτῆς μονῇ ἐπί τῆς θείας λειτουργίας˙ ὅτι μέγισται ἀπειλαί κεῖνται παρά τῶν ἁγίων ἐκφωνηθεῖσαι τοῖς συγκαταβαίνουσιν αὐτοῖς μέχρι καί ἑστιάσεως. εἰ δέ λέγοι ἡ ὁσιότης σου, πῶς αὐτῇ πρό τῆς λεηλασίας τοῦτο οὐκ εἴπομεν, ἀλλ’ ὅτι καί ἡμεῖς ἐμνημονεύομεν τῶν ἐν τῇ Βυζαντίδι, ἐκεῖνο γινωσκέτω, ὅτι οὕπω σύνοδος ἦν οὐδέ ἐκφωνηθέν ὑπῆρχε τό πονηρόν δόγμα καί ἀνάθεμα· καί πρό τούτων οὐκ ἦν ἀσφαλές ἀποστῆναι τῶν παρανομούντων τελείως ἤ τό φεύγειν μόνον τήν προφανῆ κοινωνίαν αὐτῶν, οἰκονομίᾳ δέ πρεπούσῃ ἀναφέρειν ἕως καιροῦ. ἐπεί δέ ἐξῆλθεν εἰς προῦπτον ἡ αἱρετική ἀσέβεια διά συνόδου εἰς τοὐμφανές, δεῖ ἄρτι καί τήν σήν εὐλάβειαν σύν πᾶσιν ὀρθοδόξοις παρρησιάζεσθαι διά τοῦ μή κοινωνεῖν τοῖς κακοδόξοις μηδέ ἀναφέρειν τινά τῶν ἐν τῇ μοιχοσυνόδῳ εὑρεθέντων ἤ ὁμοφρονούντων αὑτῇ. Καί γέ δίκαιον, ὅσιε πάτερ, κατά πάντα σε ὄντα φερωνύμως θεόφιλον, φιλεῖν καί ἐν τούτῳ τόν θεόν˙ ἐχθρούς γάρ θεοῦ ὁ Χρυσόστομος οὐ μόνον τούς αἱρετικούς, ἀλλά καί τούς τοῖς τοιούτοις κοινωνοῦντας μεγάλῃ καί πολλῇ τῇ φωνῇ ἀπεφήνατο. Καί ἐάν ἡ σή στερρότης οὐκ ἀσφαλίσηται, τίς λοιπόν σωθήσεται; καί ἐάν ὁ παρρησιασάμενος δυνάμει θεοῦ ὡς ἅγιος πλήν τελείας αἱρέσεως ἄρτι μετά τήν αἵρεσιν ὑποστείληται, πῶς ἕτερος τολμήσει γρύξαι;».
    Ἐδῶ ὁ Ὅσιος μὲ σαφήνεια ἀναφέρει ὅτι ἀπομάκρυνσις ἀπὸ τὴν αἵρεσι σημαίνει διακοπὴ μνημονεύσεως καὶ διακοπὴ ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας. Διὰ τὴν διακοπὴ τῆς μνημονεύσεως καὶ τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας δὲν ὑπάρχουν γιὰ τὸν Ὅσιο καταδικασμένοι ἢ μὴ καταδικασμένοι ὑπὸ Συνόδου Ἐπίσκοποι, ὅπως ἰσχυρίζονται οἱ Ἀντιοικουμενιστές. Πρὸς στήριξιν τῆς διδασκαλίας αὐτῆς ὁ Ὅσιος χρησιμοποιεῖ τὸν χρυσορρήμονα φωστῆρα τῆς οἰκουμένης, ὁ ὁποῖος μάλιστα φαίνεται ἐδῶ αὐστηρότερος καὶ ἀπὸ τὸν Ὅσιο, ἐφ’ ὅσον καὶ αὐτούς, οἱ ὁποῖοι κοινωνοῦν μὲ τοὺς αἱρετικούς, τοὺς κατατάσσει στοὺς ἐχθροὺς τοῦ Θεοῦ.
    4) Στὴν ἐπιστολὴ (553), κατὰ τὴν ἀρίθμησι τοῦ Γεωρ. Φατούρου, ἢ (220) κατὰ τὴν ἀρίθμησι τοῦ Migne, πρὸς τὴν σπαθαρέα Μαχαρᾶ, ὁ Ὅσιος ἀναφέρει τὰ ἑξῆς:
    «Εἰ δὲ διακρίνεται αὖ πάλιν δι' αἵρεσιν, τοῦτο ἀναγκαῖον· τὸ γὰρ κοινωνεῖν παρὰ αἱρετικοῦ ἢ προφανοῦς διαβεβλημένου κατὰ τὸν βίον ἀλλοτριοῖ θεοῦ καὶ προσοικειοῖ τῷ διαβόλῳ. Σκέψαι οὖν, ὦ μακαρία, ᾧτινι τρόπῳ τῶν εἰρημένων εἴη σου ὁ σκοπὸς καὶ κατ' αὐτὸ πρόσιθι τοῖς μυστηρίοις. γνωστὸν δὲ πᾶσιν ὅτι νῦν αἵρεσις ἐν τῇ καθ' ἡμᾶς ἐκκλησίᾳ κατακρατοῦσα τῶν μοιχειανῶν ἐστι· φείσαι οὖν τοίνυν τῆς τιμίας σου ψυχῆς μετὰ τῶν ἀδελφῶν καὶ τῆς κεφαλῆς. ἔφης δέ μοι ὅτι δέδοικας εἰπεῖν τῷ πρεσβυτέρῳ σου μὴ ἀναφέρειν τὸν αἱρεσιάρχην. καὶ τί περὶ τούτου εἰπεῖν σοι τὸ παρὸν οὐ καθορῶ, πλὴν ὅτι μολυσμὸν ἔχει ἡ κοινωνία ἐκ μόνου τοῦ ἀναφέρειν, κἂν ὀρθόδοξος εἴη ὁ ἀναφέρων».
    Ἐδῶ λοιπόν, ὑπάρχει καὶ διδασκαλία τοῦ Ὁσίου γιὰ τὸν μολυσμὸ τῆς κοινωνίας μόνο μὲ τὴν μνημόνευσι τοῦ αἱρετικοῦ Ἐπισκόπου, ἔστω καὶ ἂν ἔχη Ὀρθόδοξο φρόνημα ὁ ἱερεύς, ὁ ὁποῖος μνημονεύει τὸν αἱρετικό.
    5) Ἀφήσαμε στὸ τέλος τὴν ἴδια τὴν ἐπιστολὴ ὑπ’ ἀριθμὸν (40), τὴν ὁποία ἀναφέρει καὶ ὁ π. Σεραφείμ, ἡ ὁποία καὶ μόνη της θὰ ἦταν δυνατόν, ἂν τὴν μελετοῦσε σωστά, νὰ λύση ὅλες τὶς ἀπορίες του καὶ νὰ μὴν θεωρήση ὅτι ὁ Ὅσιος ἀντιφάσκει, ὅπως λανθασμένως ἰσχυρίζεται. Εἰς αὐτὴν λοιπὸν τὴν ἐπιστολὴ ὁ Ὅσιος, ἀπαντᾶ σὲ ἐρωτήσεις τοῦ Ὁσίου Ναυκρατίου σχετικὲς μὲ τὴν μνημόνευσι:
    «Περί τῶν ἑτέρων σου ἐρωτήσεων∙ ἡ πρώτη, περί πρεσβυτέρου τοῦ ὀρθοδοξοῦντος, ἀλλ' ὅμως μνημονεύοντος φόβῳ διωγμοῦ τόν αἱρετικόν ἐπίσκοπον, προαπεκρίθη σοι· πλήν καί αὖθις∙ εἰ μή συλλειτουργεῖ αἱρετικῷ, καί εἰ μή μεταδιδοῖ τοῖς τοιούτοις, δεκτέον τόν τοιοῦτον εἰς συνεστίασιν, καί ψαλμωδίαν, καί εὐλογίαν βρωμάτων, καί τοῦτο κατ' οἰκονομίαν, οὐ μέν τοι εἰς θείαν μετάληψιν. δεῖ δέ ἐπερωτᾷν τῆς αἱρέσεως κρατούσης πάντως· ὁμολογίαν δέ δεχομένοις ἀρκεῖσθαι, οὐκ οἶδα εἰ μή προδήλως ψευδολόγος αὕτη∙ τό γάρ φαίην σε διδάσκεσθαι ἡμᾶς παρά τῶν Πατέρων, μή ἐπερωτᾷν περί καιροῦ οὗ μή ἔστιν αἵρεσις μαινομένη καί περί τῶν μή προδήλως κατεγνωσμένων. τοιοῦτον δέ πρεσβύτερον, σπάνιον εὑρεῖν νῦν μή μιγνύμενον καί συγκοινωνοῦντα αἱρετικοῖς.
    Ἡ δευτέρα, περί φιλοχρίστου προσκαλουμένου εἰς τό εὐκτήριον αὐτοῦ ποιῆσαι παννυχίδα καί εἰ δεῖ ἐν αὐτῷ λειτουργῆσαι, καί μεθ' ὧν χρή. ὑπακουστέον καί ἰτέον, καί συμψαλτέον δηλονότι εἰ ὀρθόδοξος ὁ προσκαλούμενος καί οἱ ψαλτῳδοί, φυλαττόμενοι ἀμφότεροι τῆς τῶν αἱρετικῶν κοινωνίας. καί μήν καί λειτουργητέον ἐν τῷ εὐκτηρίῳ, εἴ γε ὁμολογοίη ὁ κατέχων, μηκέτι ὑπό αἱρετικοῦ αὐτό λειτουργεῖσθαι∙ προείρηται γάρ ἀναγκαῖον εἶναι τό ἐπερωτᾷν ἐν πᾶσι διά τῆν λυττῶσαν αἵρεσιν.
    Ἡ τρίτη, εἰ λάβοι τις παρά τινος Ἐκκλησίαν ὀρθόδοξος, ἔστι δέ συνήθεια τοῦ κατ' ἐνιαυτόν ἅπαξ ἤ δίς συνηθροῖσθαι ἐν αὐτῇ λαόν, καί ἐν τῇ λειτουργίᾳ ἀναφέρεσθαι τόν αἱρετικόν. τοῦ μέν ψάλλειν ἐκεῖσε κατά ἀνάγκην συγχωρητέον· λειτουργεῖν δέ, οὔ. Εἰ δέ δυνατόν διακοπῆναι τήν συνήθειαν, καί λειτουργητέον.
    Ἡ τετάρτη, εἰ Ἐκκλησία ἐστίν ἐφ' ᾗ ὁ λειτουργῶν ἀναφέρει τόν αἱρετικόν ἔχει δέ ὁ ὀρθόδοξος θυσιαστήριον καθηγιασμένον ἐν σινδόνι, ἤ ἐν σανίσι· προσήκει αὐτό τεθῆναι ἐν τῇ αὐτῇ Ἐκκλησίᾳ, μή παρόντος τοῦ ἀναφέροντος, καί ἐν αὐτῷ συλλειτουργῆσαι τόν ὀρθόδοξον. οὐ προσήκει, ἀλλ’ ἤ μᾶλλον κατά ἀνάγκην ἐν κοινῷ οἴκῳ, ἐκλελεγμένῳ τινί καθαρωτέρῳ τόπῳ».
    Εἰς τὴν πρώτη λοιπὸν ἐρώτησι ὁ Ὅσιος ἀπαντώντας ἀπαγορεύει νὰ κοινωνοῦμε ἀπὸ ἱερέα ὁ ὁποῖος ἀπὸ φόβο μνημονεύει αἱρετικὸν Ἐπίσκοπον. Εἰς τὴν δεύτερη ὁ Ὅσιος ἀπαγορεύει νὰ λειτουργήση ὁ Ὀρθόδοξος ἱερεὺς εἰς τὸν ναόν, εἰς τὸν ὁποῖον λειτουργοῦν οἱ αἱρετικοὶ μοιχειανοὶ ἱερεῖς. Διὰ νὰ λειτουργήση, πρέπει νὰ εἶναι Ὀρθόδοξος αὐτὸς ποὺ τὸν προσκαλεῖ, οἱ ψάλτες κ.λπ. Εἰς τὴν τρίτην ἀπαγορεύει ὁ Ὅσιος νὰ λειτουργήση ὁ Ὀρθόδοξος ἱερεὺς εἰς τὸν ναό, εἰς τὸν ὁποῖο μία ἢ δύο φορὲς τὸν χρόνο μνημονεύεται ὁ αἱρετικὸς μοιχειανὸς Ἐπίσκοπος. Εἰς τὴν τετάρτη τέλος, ἀπαγορεύει ὁ Ὅσιος νὰ λειτουργήση ὁ Ὀρθόδοξος ἱερεὺς εἰς τὸν ναὸ εἰς τὸν ὁποῖο μνημονεύεται ὁ αἱρετικὸς Ἐπίσκοπος, ἔστω κι ἂν δὲν εἶναι παρὼν αὐτὸς ποὺ τὸν μνημονεύει, ἔστω καὶ ἂν ὁ Ὀρθόδοξος χρησιμοποιήση ἰδικό του ἀντιμήνσιο.
     Ἀπὸ ὅλη αὐτὴ τὴν διδασκαλία τοῦ Ὁσίου, τὴν ὁποία ἀναφέραμε ἀπὸ διάφορες ἐπιστολές, γίνεται κατανοητὸ ὅτι ὁ Ὅσιος δὲν ἀντιφάσκει, ὅπως λανθασμένως κατενόησε ὁ π. Σεραφείμ, ἀλλὰ ἀπεναντίας, εἶναι σαφέστατος καὶ ἀπαγορεύει, χωρὶς οὐδεμία ἐξαίρεσι, τὴν μνημόνευσι αἱρετικοῦ Ἐπισκόπου, ἔστω καὶ ἂν αὐτὴ γίνεται ἀπὸ φόβο ἐξ αἰτίας τοῦ διωγμοῦ. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖο κατ’ οἰκονομία ἐπιτρέπει, εἶναι τὴν μνημόνευσι Ὀρθοδόξου κατὰ τὸ φρόνημα Ἐπισκόπου, ὁ ὁποῖος ὅμως ἀπὸ φόβο μνημονεύει αἱρετικὸ Μητροπολίτη. Ἀπὸ τὸν ἱερέα λοιπὸν αὐτὸν κατ’ οἰκονομία κοινωνοῦμε, ἀπὸ τὸν Ἐπίσκοπο ὅμως αὐτόν, ὁ ὁποῖος μνημονεύει ἀπὸ φόβο αἱρετικὸ Μητροπολίτη, δὲν δεχόμεθα τὶς χειροτονίες του, τὰ ἐγκαίνια τοῦ ναοῦ κ.λπ.
    Προφανῶς λοιπόν, ὁ π. Σεραφεὶμ ἔκανε σύγχυσι τοῦ ἱερέως, ὁ ὁποῖος μνημονεύει Ὀρθόδοξο κατὰ τὸ φρόνημα Ἐπίσκοπο, καὶ τοῦ Ἐπισκόπου, ὁ ὁποῖος μνημονεύει ἀπὸ φόβο αἱρετικὸ Μητροπολίτη κι ἔτσι ἔβγαλε τὸ συμπέρασμα ὅτι ὁ Ὅσιος ἀντιφάσκει. Ὅμως παντοῦ καὶ πάντοτε ὁ Ὅσιος ἀπαγορεύει τὴν μνημόνευσι αἱρετικοῦ Ἐπισκόπου, Μητροπολίτου, Πατριάρχου κ.λπ., ἔστω δηλαδή, κι ἂν αὐτὸ γίνεται ἀπὸ φόβο.
    Εἰς τὸ σημεῖο αὐτὸ πρέπει νὰ παρεμβάλωμε τὴν ἀρίστη καὶ θαυμασία διδασκαλία τοῦ Ὁσίου, τὴν ὁποία ἀναφέρει εἰς τὸ τέλος τῆς ἐπιστολῆς (49) καὶ ἀναφέρεται εἰς τὸ μέχρι ποῦ πρέπει νὰ φθάσωμε ἐρευνῶντες πρὸς τὰ πίσω, προκειμένου νὰ ἐπικοινωνήσωμε μὲ κάποιον  ἐκκλησιαστικά.
    «Πλέον οὐκ ἐξερευνητέον, εἰ μετὰ τοῦ συνεστιασθέντος τῷ αἱρετικῷ ὅσδε συνεστιάθη, ζητεῖν, καὶ μετὰ τοῦτο ἕτερος, κἀντεῦθεν ἀνασειράζειν τὸν λόγον καὶ ἀφίστασθαι πάντων. Ἐθελόγνωμον τὸ χρῆμα καὶ οὐ τῶν ἁγίων· μέχρι γὰρ τούτου, φησί, στῆθι καὶ οὐχ ὑπερβήσῃ. μὴ γὰρ οὐκ ᾔδεισαν ταῦτα ἐξερευνᾶν καὶ διαγγέλλεσθαι ἡμῖν; ἀλλ’ οὐδαμῶς. διὸ οὐκ ἐσθλὸν μεταβαίνειν ὅρια, ἃ ἔθεντο οἱ πατέρες ἡμῶν».
    Μᾶς διδάσκει ἐδῶ ὁ Ὅσιος ὅτι παρομοίως καὶ εἰς τὸ θέμα τῆς μνημονεύσεως μέχρι ἐκεῖ θὰ σταθοῦμε, νὰ μὴν μνημονεύωμε δηλαδή, αἱρετικὸ Ἐπίσκοπο. Τὸ ἂν αὐτὸς μνημονεύει αἱρετικὸ Μητροπολίτη κ.λπ. αὐτὸ μᾶς διδάσκει ὅτι δὲν πρέπει νὰ τὸ ἐξετάζωμε. Καὶ βέβαια ἀναφέρει, ὁ Ἐπίσκοπος τὸν ὁποῖο μνημονεύομε, νὰ μὴ συλλειτουργῆ μὲ αἱρετικούς, ἐν προκειμένῳ Οἰκουμενιστὲς Ἐπισκόπους.
    Πρέπει ἐπίσης νὰ σημειωθῆ ὅτι, ὁ τότε φόβος, δὲν ἔχει καμιὰ σχέσι μὲ τοὺς σημερινοὺς φόβους, διότι τότε ἐφοβοῦντο καὶ ἐδειλίαζαν ἀπὸ τὸν φόβο τῶν ἐξοριῶν, τῶν φυλακίσεων, τῶν μαστιγώσεων, τῶν βασάνων, ἀκόμα καὶ τοῦ θανάτου, ἐνῶ σήμερα δειλιάζομε φοβούμενοι μήπως χάσουμε τὴν θέσι μας, τὴν μπαστούνα μας, τὸν μισθό μας ἢ καὶ ἁπλῶς νὰ πέσουμε στὴν δυσμένεια τοῦ Ἐπισκόπου κ.λπ.
    Τέλος, ἐνῶ ὁ π. Σεραφεὶμ ὁμιλεῖ γιὰ τὶς περιπτώσεις τῆς οἰκονομίας, δὲν μᾶς ἀναφέρει, τί εἴδους οἰκονομίες πρέπει νὰ κάνουν σήμερα οἱ Ὀρθόδοξοι Κληρικοὶ καὶ οἱ Ὀρθόδοξοι λαϊκοί, χωρὶς νὰ εὑρεθοῦν ἀπὸ τὴν οἰκονομία στὴν παράβασι. Δὲν ἀναφέρει ἐπίσης ὅτι, ἡ τότε μοιχειανικὴ αἵρεσις, οὐδεμία ὁμοιότητα ἔχει ὡς πρὸς τὴν αἵρεσι τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, διότι ὁ Οἰκουμενισμὸς εἶναι ἡ σταδιακὴ ἀμνήστευσις ὅλων τῶν αἱρέσεων καὶ ἡ ἰσοπέδωσις τῶν πάντων. Δὲν ἀναφέρει ὅτι ἐπὶ ἑκατό (100) χρόνια διαδίδεται καὶ ἐπεκτείνεται ἡ αἵρεσις χωρὶς οὐσιαστικὴ ἀντίδρασι ἢ ἔστω ἀντίδρασι ποὺ νὰ τὴν ἀναχαιτίση, δὲν ἀναφέρει τὴν βασικὴ διδασκαλία τοῦ Ὁσίου Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου ὅτι δηλαδή, ἡ Ἀποτείχισις ἀπὸ τὴν αἵρεσι εἶναι θέμα σωτηρίας καὶ ἡ ὑπαγωγὴ εἰς αὐτὴν εἶναι θέμα ἀπωλείας καὶ κολάσεως, πρᾶγμα τὸ ὁποῖο καταρρίπτει τὴν δυνητικὴ ἑρμηνεία τοῦ Κανόνος κ.λπ.
    Γενικῶς νομίζουμε ὅτι ἡ εἰσήγησις ἔγινε μὲ συγκεκριμένο σκοπό, νὰ στηρίξη δηλαδὴ τὶς ἀνοικονόμητες οἰκονομίες, τὴν δυνητικὴ ἑρμηνεία τοῦ 15ου ϊεροῦ Κανόνος τῆς Πρωτοδευτέρας κ.λπ.. καὶ δι’ αὐτὸ παραποίησε ἐξόφθαλμα τὴν διδασκαλία τοῦ Ὁσίου καί, τρόπον τινά, τὴν ἔφερε στὰ μέτρα μας, χωρὶς οὐδεμία προσπάθεια νὰ μεταφέρη ἐμᾶς στὰ μέτρα τῶν Ἁγίων.
     Ἐν κατακλεῖδι ἀναφέρομε ὅτι, ὅπως δείχνουν τὰ πράγματα, καὶ οἱ Εἰσηγήσεις, καὶ οἱ Ἡμερίδες θὰ ἐνταχθοῦν στὸν χαρτοπόλεμο, ἐφ’ ὅσον δὲν βοηθοῦν τοὺς Ὀρθοδόξους στὴν ἀπομάκρυνσι ἀπὸ τοὺς λύκους, ἀλλὰ μᾶλλον τοὺς βοηθοῦν νὰ εὕρουν τρόπους εἰς τὸ νὰ παραμείνουν κοντὰ σ’ αὐτούς.
    Ἴσως δὲ νὰ νομίζουν κάποιοι πατέρες ὅτι εἶναι δυνατὸν ἡ παροῦσα αἵρεσις νὰ ἀντιμετωπισθῆ δι’ ἄλλης ὁδοῦ, δηλαδὴ ἀκαδημαϊκὰ μὲ εἰσηγήσεις, ὁμολογίες, χαρτοπόλεμο κ.λπ. καὶ ὄχι παραδοσιακὰ μὲ ἀγῶνες, διωγμούς, καθαιρέσεις, Ἀποτειχίσεις κ.λπ. καὶ δι’ αὐτὸ ἀναλίσκονται σὲ αὐτοῦ τοῦ εἴδους τὶς προσπάθειες, πρᾶγμα τὸ ὁποῖο, ὄχι μόνο δὲν φοβοῦνται οἱ Οἰκουμενιστές, ἀλλὰ καὶ χαίρονται, καὶ μᾶλλον θὰ ἔχουν τοὺς πατέρες αὐτοὺς ὡς παράδειγμα πρὸς μίμησι.
    Νομίζω ὅτι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖο ὄντως θὰ βοηθοῦσε, θὰ ἦτο μία σύναξις τῶν Ἀποτειχισμένων κληρικῶν καὶ μοναχῶν, μέσα στὴν ὁποία θὰ συζητοῦντο τὰ ὑπάρχοντα προβλήματα καὶ θὰ ἐλαμβάνοντο ἀποφάσεις, ἔστω κατὰ πλειοψηφία, σύμφωνα μὲ τὴν πατερικὴ διδασκαλία «ἡ ψῆφος τῶν πλειόνων κρατείτω», χωρὶς ἀρχηγοὺς καὶ ἐπηρεασμούς, χωρὶς ὁμαδοποιήσεις καὶ βέβαια χωρὶς διάθεσι ἀνυπακοῆς στὴν ψῆφο τῶν πλειόνων καί, ἀσφαλῶς, μὲ κριτήριο πάντα, τὴν διδασκαλία τῶν Ἁγίων Πατέρων.


Ἱερομόναχος Εὐθύμιος Τρικαμηνᾶς

Άγιος Παΐσιος ο Μέγας και οι Οικουμενιστές

Στις σελ.266-268 ἀναφέρει την περίπτωση τοῦ Μοναχοῦ που εἶπε στο Ἐβραῖο "ἲσως εἶναι ἒτσι καθώς σύ λέγεις" και εὐθύς ἒχασ...