Τρίτη 3 Μαρτίου 2020

Πλήρης ανατροπή των ψευδο-πατερικών περί ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ θέσεων του π. Σεραφείμ Ζήση




Πλήρης ανατροπή των ψευδο-πατερικών περί ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ θέσεων του π. Σεραφείμ Ζήση

Παρέμβασις εἰς τὴν εἰσήγησιν τοῦ π. Σεραφεὶμ Ζήση

    Τοῦ ἱερομονάχου Εὐθυμίου Τρικαμηνᾶ




     Μοῦ ἀπεστάλη σὲ φωτοαντίγραφα ἡ εἰσήγησις τοῦ π. Σεραφεὶμ Ζήση, ἡ ὁποία ἔγινε στὴν Θεσσαλονίκη σὲ Ἡμερίδα μὲ θέμα «Περιπτώσεις Οἰκονομίας στοὺς ἀγῶνες γιὰ τὴν Ὀρθοδοξία» (ἐδῶ). Ἐπειδὴ πιστεύω ὅτι εἶναι δύσκολο στὶς ἡμέρες μας νὰ κατανοήσουμε τοὺς Ἁγίους, καὶ ἐπειδὴ συνήθως τοὺς προσαρμόζουμε στὰ πιστεύω μας, θὰ ἤθελα νὰ καταθέσω τὶς σκέψεις καὶ ἐνστάσεις μου γιὰ τὴν δημιουργία ἑνὸς γενικοτέρου προβληματισμοῦ, ὡς πρὸς τὸ δέον γενέσθαι, διὰ τὴν καταπολέμησι τῆς αἱρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ.
    Ἡ ἀναφορὰ τῶν σκέψεων καὶ ἐνστάσεών μου θὰ εἶναι στὸ σημεῖο τῆς ὁμιλίας τοῦ π. Σεραφεὶμ διὰ τὴν περίπτωσι τῆς ἐκκλησιαστικῆς Οἰκονομίας τοῦ ὁσίου Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου, ἐπειδὴ ἔτυχε νὰ τὸν μελετήσω κάπως καλύτερα ἀπὸ τοὺς ἄλλους ἁγίους Πατέρες, καὶ ὁ σκοπός, ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἡ συμβολὴ εἰς τὴν ὀρθὴ κατανόησι τοῦ Ὁσίου, ἀφ’ ἑτέρου ἡ σωστὴ καὶ διακριτικὴ προσαρμογὴ τῶν λόγων καὶ τῶν ἔργων του στὴν σημερινὴ κατάστασι τῆς αἱρέσεως.
     Ἀναφέρει λοιπόν ὁ π. Σεραφεὶμ Ζήσης στὴν ἀρχὴ τῆς ἀναφορᾶς του στὸν Ὅσιο τὰ ἑξῆς:
    «Εἶναι δὲ χαρακτηριστικὸ ὅτι αὐτοί, πρὸς τοὺς ὁποίους ὁ ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης ἀντετέθη καὶ ἐφάρμοσε γιὰ τὸ θέμα τῆς Οἰκονομίας ἀκοινωνησία μερικῶς ἢ τελείως, δηλαδὴ οἱ Ἅγιοι Πατριάρχες Κων/πόλεως Ταράσιος καὶ Νικηφόρος, εἶναι ἐπίσης Ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας μας κι ὄχι μολυσμένοι καὶ ἀκοινώνητοι, λόγῳ τῆς Οἰκονομίας τους».
    Τὸ σημεῖο αὐτὸ τῆς εἰσηγήσεως τοῦ π. Σεραφείμ, ἔτσι ὅπως ἀναφέρεται, νομίζω ὅτι ὄχι μόνο δὲν οἰκοδομεῖ, ἀλλὰ καὶ ἀποπλανᾶ τοὺς ἀκροατὲς καὶ τοὺς λοιποὺς Ὀρθοδόξους καὶ εἰδικὰ αὐτοὺς ποὺ προβληματίζονται ὡς πρὸς τὴν Ἀποτείχισι ἀπὸ τὴν αἵρεσι. Διότι ναὶ μὲν οἱ Ἅγιοι αὐτοὶ Πατριάρχες δὲν εἶναι μολυσμένοι καὶ ἀκοινώνητοι, ἐξ αἰτίας καὶ μόνο τῆς ἀγαθῆς προθέσεως καὶ ἐπειδὴ δὲν τὸ ἔκαναν αὐτὸ χάριν τοῦ βολέματός των καὶ χάριν τοῦ ἐφησυχασμοῦ καὶ τοῦ συμβιβασμοῦ, ἐνῶ σήμερα στοὺς Ἀντιοικουμενιστὲς συμβαίνει τὸ ἐντελῶς ἀντίθετο, δηλαδὴ ζητοῦμε νὰ εὕρωμε παραδείγματα Οἰκονομίας ἀπὸ τοὺς Ἁγίους μας, προκειμένου νὰ βολευτοῦμε καὶ προκειμένου νὰ μὴν πολεμήσουμε ποτὲ καί, βέβαια, νὰ ἔχουμε καὶ ἥσυχη τὴν συνείδησί μας ὅτι καλῶς καὶ νουνεχῶς πράττομε, δὲν δημιουργοῦμε σχίσμα κ.λπ.
    Νομίζω λοιπὸν ὅτι, τὸ σημεῖο αὐτό, διαφορετικὰ θὰ ἔπρεπε νὰ εἶχε διατυπωθεῖ, προκειμένου νὰ οἰκοδομήση τοὺς Ὀρθοδόξους καὶ νὰ μὴν ἀνοίγη παραδρόμους καὶ ἀτραποὺς ὡς πρὸς τὴν Ὀρθόδοξο ὁμολογία. Θὰ ἔπρεπε δηλαδὴ νὰ εἶχε ἀναφερθῆ καὶ τονισθῆ ὅτι, ἂν ὁ ὅσιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης ἀποτειχίστηκε ἀπὸ ἁγίους Πατριάρχες, οἱ ὁποῖοι εἶχαν τελείως ἁγνὴ πρόθεσι καὶ ἀνόθευτη ἀγάπη γιὰ τὴν Ἐκκλησία, τί θὰ πρέπη νὰ κάνουμε ἐμεῖς σήμερα, οἱ ὁποῖοι δὲν ἀποτειχιζόμεθα ἀπὸ αἱρετικοὺς καὶ αἱρεσιάρχες Πατριάρχες καὶ Ἀρχιεπισκόπους;

     Καὶ ἄν, ἐπὶ πλέον, ὁ Ὅσιος Ἀποτειχίστηκε γιὰ τὴν ἐκκλησιαστικὴ καὶ Συνοδικὴ θεσμοθέτησι τῆς ἀλλοιώσεως καὶ παραβάσεως μιᾶς καὶ μόνο Εὐαγγελικῆς ἐντολῆς, τί θὰ πρέπη νὰ κάνουμε ἐμεῖς σήμερα ποὺ θεσμοθετεῖται ἐκκλησιαστικὰ καὶ Συνοδικὰ ἡ παράβασις καὶ ἀθέτησις, ὄχι μίας, ἀλλὰ πάμπολλων Εὐαγγελικῶν ἐντολῶν; Καὶ ἄν, τέλος, ὁ Ἅγιος δὲν συμβιβάστηκε οὔτε ὑποχώρησε, οὐδὲ βῆμα ποδός, μέχρι νὰ ἀποκατασταθῆ ἡ Ὀρθόδοξος πίστις, τί θὰ πρέπη νὰ κάνωμε ἐμεῖς σήμερα, ὅταν ὄχι ἀποκατάστασις τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως δὲν γίνεται, ἀλλὰ διαρκῶς “προκόπτουμε ἐπὶ τὰ χείρω πλανῶντες καὶ πλανώμενοι”;
    Νομίζω ὅτι στὸ σημεῖο αὐτό, ἔτσι ὅπως διετύπωσε ὁ π. Σεραφεὶμ τὴν εἰσήγησί του, βοηθᾶ τὸν ἐφησυχασμὸ καὶ τὸ βόλεμα καί, βέβαια, ἀφήνει ὑπονοούμενα γιὰ τὴν λεγόμενη δυνητικὴ ἑρμηνεία τοῦ 15ου Κανόνος τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου εἰς τὸν ὁποῖον ἀναφέρεται ἀμέσως κατωτέρω.
    Ἐν συνεχείᾳ τῆς ἀνωτέρω παραθέσεως ὁ π. Σεραφεὶμ ἀναφέρει τὰ ἑξῆς:
    «Φαίνεται δὲ ὅτι ὁ ΙΕ΄ Κανὼν τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου τοῦ Μ. Φωτίου, ἐπὶ τοῦ ὁποίου βασίζεται ἡ ἀποτείχισή μας ἐπίσης, ἀποτελεῖ μία προσπάθεια μετριασμοῦ τῆς αὐστηρᾶς στάσεως ἔναντι τῶν αἱρέσεων, ὅπως τὴν ἀντελαμβάνετο ὁ ἅγιος Θεόδωρος καὶ οἱ Στουδίτες».
    Αὐτὸ τὸ τμῆμα τῆς εἰσηγήσεως νομίζω ὅτι προχείρως ἔχει τεθεῖ καὶ βέβαια μὲ τὸν σκοπὸ νὰ στηρίξη τὴν ἀστήρικτη καὶ ἀντιπατερικὴ λεγομένη δυνητικὴ ἑρμηνεία τοῦ ἐν λόγῳ Κανόνος, εἶναι δὲ ἀναληθὲς καὶ ψευδὲς γιὰ τοὺς ἑξῆς λόγους:
    1) Ἡ Ἀποτείχισις ἀπὸ τὴν αἵρεσι δὲν στηρίζεται σὲ ἕνα ἱερὸ Κανόνα, καὶ μάλιστα μὴ ἐπικυρωμένο ἀπὸ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, ἀλλὰ στηρίζεται πρωτίστως στὴν Ἁγία Γραφὴ εἰς τὴν ὁποία ὑπάρχουν περισσότερα ἀπὸ σαράντα (40) χωρία, τὰ ὁποῖα ὁμιλοῦν γιὰ τὴν ἀπομάκρυνσι ἀπὸ τοὺς αἱρετικοὺς καὶ διεστραμμένους κατὰ τὴν πίστι ποιμένες· στηρίζεται ἐπίσης σὲ δεκάδες ἱεροὺς Κανόνες, οἱ ὁποῖοι ἀπαγορεύουν αὐστηρότατα κάθε ἐκκλησιαστικὴ κοινωνία μὲ τοὺς αἱρετικούς, καὶ στηρίζεται στὴν διδασκαλία ὅλων ἀνεξαιρέτως τῶν Ἁγίων, οἱ ὁποῖοι παρομοίως καὶ αὐτοὶ διδάσκουν αὐτὴν τὴν ἄμεση ἐκκλησιαστικὴ ἀπομάκρυνσι.
    2) Ὁ ΙΕ΄ (15ος) ἱερὸς Κανών τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου ὄχι μόνο δὲν ἀποτελεῖ μετριασμὸ τῆς στάσεως τῶν Στουδιτῶν Πατέρων καὶ τοῦ ὁσίου Θεοδώρου, ἀλλὰ εἶναι αὐστηρότερος ἀπὸ αὐτούς, ἐφ’ ὅσον διακελεύει τὴν ἀποτείχισι ἀπὸ οἱονδήποτε Ἐπίσκοπο, ὁ ὁποῖος δημοσίως κηρύττει αἵρεσι, χωρὶς δηλαδὴ Συνοδικὴ κατοχύρωσι τῆς αἱρέσεως, ἐνῶ ὁ ὅσιος Θεόδωρος καὶ οἱ Στουδίτες ἀποτειχίστηκαν, σύμφωνα καὶ μὲ τὴν εἰσήγησι τοῦ π. Σεραφείμ, μετὰ ἀπὸ Συνοδικὴ κατοχύρωσι. Ἀντιθέτως ἀποτελεῖ ἐπιβράβευσι καὶ ἐπικύρωσι τῶν ἀγώνων τοῦ Ὁσίου, οἱ ὁποῖοι ἄλλωστε ἦσαν ἀπόλυτα ἐναρμονισμένοι μὲ ὅλη τὴν Ὀρθόδοξο Παράδοσι.
    3) Εἰς τὸ σημεῖο αὐτὸ τὴς εἰσηγήσεως, ὁ π. Σεραφεὶμ ἀφήνει νὰ ἐννοηθῆ, ἐμμέσως πλὴν σαφῶς, ὅτι κακῶς ἐνήργησε ὁ ὅσιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης εἰς τὴν περίπτωσι τῆς μοιχειανικῆς αἱρέσεως καί, τρόπον τινά, ἡ Πρωτοδευτέρα Σύνοδος ἐπὶ ἁγίου Φωτίου ἔβαλε τὰ πράγματα εἰς τὴν θέσι των, διορθώνοντας τὴν αὐστηρότητα τοῦ Ὁσίου.

    4) Ὁ ἴδιος ὁ Μ. Φώτιος φαίνεται αὐστηρότερος τοῦ ὁσίου Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου, διότι παρομοίως διδάσκει νὰ ἀπομακρυνώμεθα πάραυτα ἀπὸ κάθε αἱρετικὰ φρονοῦντα Ἐπίσκοπο, ὅπως μακρυὰ φεύγουμε ἀπὸ ἕνα λύκο καὶ ἕνα φίδι, χωρὶς δηλαδὴ Συνοδικὴ κατοχύρωσι τῆς αἱρέσεως καὶ χωρὶς καταδίκη Συνοδικὴ τοῦ αἱρετικοῦ αὐτοῦ Ἐπισκόπου:
    «Αἱρετικός ἐστιν ὁ ποιμήν; Λύκος ἐστί· φυγεῖν ἐξ αὐτοῦ καὶ ἀποπηδᾶν δεήσει, μηδ’ ἀπατηθῆναι προσελθεῖν, κἂν ἥμερον περισαίειν δοκῇ· φῦγε τὴν κοινωνίαν αὐτοῦ καὶ τὴν πρὸς αὐτὸν ὁμιλίαν ὡς ἰὸν ὄφεως· ἀγκίστρῳ μὲν καὶ δελέατι ἰχθύες ἁλίσκονται, ὁμιλία δὲ πονηρὰ καὶ τὸν αἱρετικὸν ἰὸν ὑποκαθήμενον ἔχουσα πολλοὺς τῶν ἁπλουστέρων προσιόντας καὶ μηδὲν βλάβος παθεῖν ὑφορωμένους ἐζώγρησε· φεύγειν οὖν παντὶ σθένει διὰ ταῦτα προσήκει τοὺς τοιούτους» (ΕΠΕ 12, 400, 31).
    5) Τέλος νομίζω ὅτι εἶναι τελείως αὐθαίρετο καὶ ἐντελῶς ἀβάσιμο αὐτὸ τὸ συμπέρασμα τοῦ π. Σεραφείμ, καὶ βασίζεται στὸν πανεπιστημιακὸ ὀρθολογισμό, ὁ ὁποῖος τὰ εὔκολα τὰ κάνει δύσκολα καί, τὰ φανερὰ καὶ εὐδιάκριτα, τὰ κάνει νεφελώδη.
    Ἐν συνεχείᾳ, στὴν ἀναφορά του στὸν ὅσιο Θεόδωρο τὸν Στουδίτη ὁ π. Σεραφείμ, ἀναφέρει μερικὰ ἱστορικὰ στοιχεῖα σχετικὰ μὲ τὴν ἐξέλιξι τῆς μοιχειανικῆς αἱρέσεως, τὰ ὁποῖα βέβαια εἶναι σωστά, καὶ ἑστιάζει τὴν προσοχή του στὴν ὑπ’ ἀριθμὸ (49) ἐπιστολὴ τοῦ Ὁσίου, εἰς τὴν ὁποία ὄντως ὁ Ὅσιος ὁμιλεῖ γιὰ κάποια Οἰκονομία. Ἀπὸ ἐδῶ καὶ εἰς τὸ ἑξῆς θὰ ἠδυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι ὅλα, ὅσα ἀναφέρει ὁ π. Σεραφεὶμ διὰ τὸν Ὅσιο, εἶναι ἄστοχα καὶ ἀκατανόητα ἀκόμη καὶ σὲ κάποιον ὁ ὁποῖος ἔχει μελετήσει τὶς ἐπιστολὲς τοῦ Ὁσίου, τὰ δὲ συμπεράσματα τὰ ὁποῖα ἐξάγει, εἶναι λανθασμένα κατὰ τὴν γνώμη μου καὶ φτάνουν στὸ σημεῖο νὰ δείχνουν τὸν Ὅσιο ὅτι ἀντιφάσκει στὶς ἐπιστολές του, ὁ δὲ πατὴρ Σεραφεὶμ μὲ πιθανὲς ἑρμηνεῖες νὰ προσπαθῆ νὰ γεφυρώση αὐτὲς τὶς ἀντιφάσεις.
    Ὁ σκοπὸς ὅλων αὐτῶν τῶν περιπλανήσεων γύρω ἀπὸ τὸν Ὅσιο ἀναφέρεται στὸ τέλος ὡς ἑξῆς:
    «Νομίζω ὅτι ἐκ τῶν ἀνωτέρω στοιχείων προκύπτει, πὼς δὲν ὑφίσταται γιὰ τὸν ἅγιο Θεόδωρο ἀπροϋπόθετα μολυσμός, λόγῳ τῆς μνημονεύσεως κάποιου αἱρετίζοντος, ὅταν συντρέχει εὔλογη αἰτία τῆς Οἰκονομίας καὶ ἡ κατὰ τὰ λοιπὰ παρρησία τῆς ὀρθοδόξου ὁμολογίας».
    Αὐτός, λοιπόν, εἶναι ὁ σκοπὸς ὅλων αὐτῶν τῶν ἀναφορῶν τοῦ π. Σεραφείμ, καὶ βέβαια εἶναι τελείως λάθος, διότι συμβαίνει, ὅπως θὰ δείξουμε, τὸ ἐντελῶς ἀντίθετο, ὅταν δηλαδὴ μνημονεύεται αἱρετικὸς Ἐπίσκοπος, ὑπάρχει ἀπροϋπόθετα μολυσμός, λόγῳ καὶ μόνο τῆς μνημονεύσεως, χωρὶς νὰ κάνη ὁ Ὅσιος καμιὰ Οἰκονομία εἰς τὸ σημεῖο αὐτό. Ἀναφέρομε πρὸς ἐπίρρωσι τῶν λεγομένων τὰ ἑξῆς ἀπὸ τὶς ἐπιστολὲς τοῦ Ὁσίου.
    1) Στὴν ἐπιστολὴ (49), τὴν ὁποία ἐπικαλεῖται ὁ π. Σεραφείμ, ἀναφέρει ὁ Ὅσιος διὰ τὸ ζήτημα τῆς μνημονεύσεως αἱρετικοῦ Ἐπισκόπου τὰ ἑξῆς:
    «Εἰ δὲ αἱρετικὸν ἀναφέρει ὄντα ἐπίσκοπον, κἂν μακαρίζῃ, κἂν ὀρθοδοξῇ, τῆς μὲν θείας κοινωνίας ἀφεκτέον, τῆς δὲ κοινῆς τραπέζης, ἐπὰν ἐκεῖ δέει μνημονεύοι, ὧδε δεκτέον τάχα καὶ εὐλογοῦντα αὐτὸν καὶ συμψάλλοντα, ἐάνπερ μήτε αἱρετικῷ ἢ τῷ οἰκείῳ ἐπισκόπῳ εἴτε τινὶ ἄλλῳ συνιερουργῇ ἢ ἐν γνώσει μεταδίδοι».
    Ἐδῶ ἀναφέρει ὁ Ἅγιος ὅτι, ὅταν μνημονεύεται αἱρετικὸς Ἐπίσκοπος, δὲν κοινωνοῦμε ἀπὸ αὐτὸν τὸν ἱερέα ποὺ τὸν μνημονεύει, ἔστω καὶ ἂν ὁ ἱερέας αὐτὸς εἶναι ὀρθόδοξος κατὰ τὰ ἄλλα.
    2) Στὴν ἐπιστολὴ (40), τὴν ὁποία ἐπίσης ἐπικαλεῖται ὁ π. Σεραφείμ, ἀναφέρει ὁ Ὅσιος διὰ τὸ ἴδιο θέμα:
    «Τῷ πρεσβυτέρῳ καί ἡγουμένῳ καλῶς ἀπεκρίθης, εἰρχθῆναι τῆς λειτουργίας τούς νυνί χειροτονηθέντας ὑπό τοῦ εὑρεθέντος ἀρτίως ἀρχιερέως ἐν ἐκκλησίᾳ, λέγοντος δέ ὅμως, ὅτι κακῶς ἐγένετο ἡ σύνοδος, καί ἀπολώλαμεν. Διά τί γάρ ὁμολογῶν οὐ φεύγει τήν ἀπώλειαν, διαστέλλων ἑαυτόν τῆς αἱρέσεως, ἵνα μένῃ παρά Θεῷ ἐπίσκοπος; καί εἰσίν αὐτοῦ δεκταί αἱ χειροτονίαι αὐτίκα. Ἤ διά τί προκειμένης τῆς αἱρέσεως εἰς χειροτονίαν ὁ ἡγούμενος προήγαγε τούς ἀδελφούς αἱρετικήν; ἄν οὖν ὁ χειροτονήσας ὤρθωσεν, ἦν αὐτοῖς εὐθύς ἱερουργεῖν· ὄντος δέ ἐν τῇ αἱρέσει διά τοῦ ἀναφέρειν αὐτόν αἱρετικόν, κἄν τό φρόνημα λέγοι ἔχειν ὑγιές· οὐχ οἷόν τε οὕς χειροτονεῖ τῇ ἀληθείᾳ εἶναι λειτουργούς Θεοῦ. Εἰ δέ πνεῦμα ζήλου Θεοῦ ἀνῆψεν ἐν τῷ καθηγουμένῳ καί προθυμεῖται ὁμολογίας στέφανον ἀναδήσασθαι· μηδέ λειτουργείτω ἐν τῇ ὑπ' αὐτοῦ ἐνθρονιασθείσῃ ἐκκλησίᾳ· μήτε ἀναφερέτω αὐτόν ὡς ἐπίσκοπον. Καί μακάριος οὗτος πολλῶν καί ἄλλων παράδειγμα σωτηρίας γινόμενος».
    Ἐδῶ ὁ Ὅσιος εἶναι σαφέστερος καὶ δὲν δέχεται οὔτε χειροτονίες, οὔτε ἐγκαίνια ναοῦ ἀπὸ αὐτὸν τὸν Ἐπίσκοπο, ὁ ὁποῖος μνημονεύει αἱρετικὸν Μητροπολίτη, θεωρεῖ δὲ ὅτι μόνο διὰ τῆς μνημονεύσεως αἱρετικοῦ εὑρίσκεται μέσα στὴν αἵρεσι, ἔστω καὶ ἂν ἔχη ὑγιὲς καὶ ὀρθόδοξο φρόνημα.
    Σημαντικὸ εἰς τὸ σημεῖο αὐτὸ εἶναι ὅτι ἡ ὁμολογία ἐν καιρῷ αἱρέσεως διὰ τὸν Ὅσιο, δὲν εἶναι οὔτε οἱ Ἡμερίδες, οὔτε οἱ προφορικὲς καὶ γραπτὲς ὁμολογίες, οὔτε ὁ χαρτοπόλεμος, ἀλλὰ ἡ Ἀποτείχισι, ἡ δὲ παραμονὴ στὴν αἵρεσι διὰ τῆς μνημονεύσεως εἶναι ἡ ἀπώλεια καὶ ἡ κόλασις.

«Διατί γὰρ ὁμολογῶν οὐ φεύγει τὴν ἀπώλεια, διαστέλλων ἑαυτὸν τῆς αἱρέσεως, ἵνα μένῃ παρὰ Θεῷ ἐπίσκοπος;». 
    3) Στὴν ἐπιστολὴ (39) ὁ Ὅσιος ἀναφέρει διὰ τὸ ἴδιο θέμα τὰ ἑξῆς:
    «Ταῦτα οὖν σύν τῇ προσηγορίᾳ ἀναγκαῖον ἐνόμισα ὑπομνῆσαι τήν πατρωσύνην σου, ὅπως εἰδυῖα ὅτι αἵρεσις, φεύγῃ τήν αἵρεσιν, ἤγουν τούς αἱρετικούς, τοῦ μήτε κοινωνεῖν αὐτοῖς μήτε ἀναφέρειν ἐν τῇ εὐαγεστάτῃ αὐτῆς μονῇ ἐπί τῆς θείας λειτουργίας˙ ὅτι μέγισται ἀπειλαί κεῖνται παρά τῶν ἁγίων ἐκφωνηθεῖσαι τοῖς συγκαταβαίνουσιν αὐτοῖς μέχρι καί ἑστιάσεως. εἰ δέ λέγοι ἡ ὁσιότης σου, πῶς αὐτῇ πρό τῆς λεηλασίας τοῦτο οὐκ εἴπομεν, ἀλλ’ ὅτι καί ἡμεῖς ἐμνημονεύομεν τῶν ἐν τῇ Βυζαντίδι, ἐκεῖνο γινωσκέτω, ὅτι οὕπω σύνοδος ἦν οὐδέ ἐκφωνηθέν ὑπῆρχε τό πονηρόν δόγμα καί ἀνάθεμα· καί πρό τούτων οὐκ ἦν ἀσφαλές ἀποστῆναι τῶν παρανομούντων τελείως ἤ τό φεύγειν μόνον τήν προφανῆ κοινωνίαν αὐτῶν, οἰκονομίᾳ δέ πρεπούσῃ ἀναφέρειν ἕως καιροῦ. ἐπεί δέ ἐξῆλθεν εἰς προῦπτον ἡ αἱρετική ἀσέβεια διά συνόδου εἰς τοὐμφανές, δεῖ ἄρτι καί τήν σήν εὐλάβειαν σύν πᾶσιν ὀρθοδόξοις παρρησιάζεσθαι διά τοῦ μή κοινωνεῖν τοῖς κακοδόξοις μηδέ ἀναφέρειν τινά τῶν ἐν τῇ μοιχοσυνόδῳ εὑρεθέντων ἤ ὁμοφρονούντων αὑτῇ. Καί γέ δίκαιον, ὅσιε πάτερ, κατά πάντα σε ὄντα φερωνύμως θεόφιλον, φιλεῖν καί ἐν τούτῳ τόν θεόν˙ ἐχθρούς γάρ θεοῦ ὁ Χρυσόστομος οὐ μόνον τούς αἱρετικούς, ἀλλά καί τούς τοῖς τοιούτοις κοινωνοῦντας μεγάλῃ καί πολλῇ τῇ φωνῇ ἀπεφήνατο. Καί ἐάν ἡ σή στερρότης οὐκ ἀσφαλίσηται, τίς λοιπόν σωθήσεται; καί ἐάν ὁ παρρησιασάμενος δυνάμει θεοῦ ὡς ἅγιος πλήν τελείας αἱρέσεως ἄρτι μετά τήν αἵρεσιν ὑποστείληται, πῶς ἕτερος τολμήσει γρύξαι;».
    Ἐδῶ ὁ Ὅσιος μὲ σαφήνεια ἀναφέρει ὅτι ἀπομάκρυνσις ἀπὸ τὴν αἵρεσι σημαίνει διακοπὴ μνημονεύσεως καὶ διακοπὴ ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας. Διὰ τὴν διακοπὴ τῆς μνημονεύσεως καὶ τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας δὲν ὑπάρχουν γιὰ τὸν Ὅσιο καταδικασμένοι ἢ μὴ καταδικασμένοι ὑπὸ Συνόδου Ἐπίσκοποι, ὅπως ἰσχυρίζονται οἱ Ἀντιοικουμενιστές. Πρὸς στήριξιν τῆς διδασκαλίας αὐτῆς ὁ Ὅσιος χρησιμοποιεῖ τὸν χρυσορρήμονα φωστῆρα τῆς οἰκουμένης, ὁ ὁποῖος μάλιστα φαίνεται ἐδῶ αὐστηρότερος καὶ ἀπὸ τὸν Ὅσιο, ἐφ’ ὅσον καὶ αὐτούς, οἱ ὁποῖοι κοινωνοῦν μὲ τοὺς αἱρετικούς, τοὺς κατατάσσει στοὺς ἐχθροὺς τοῦ Θεοῦ.
    4) Στὴν ἐπιστολὴ (553), κατὰ τὴν ἀρίθμησι τοῦ Γεωρ. Φατούρου, ἢ (220) κατὰ τὴν ἀρίθμησι τοῦ Migne, πρὸς τὴν σπαθαρέα Μαχαρᾶ, ὁ Ὅσιος ἀναφέρει τὰ ἑξῆς:
    «Εἰ δὲ διακρίνεται αὖ πάλιν δι' αἵρεσιν, τοῦτο ἀναγκαῖον· τὸ γὰρ κοινωνεῖν παρὰ αἱρετικοῦ ἢ προφανοῦς διαβεβλημένου κατὰ τὸν βίον ἀλλοτριοῖ θεοῦ καὶ προσοικειοῖ τῷ διαβόλῳ. Σκέψαι οὖν, ὦ μακαρία, ᾧτινι τρόπῳ τῶν εἰρημένων εἴη σου ὁ σκοπὸς καὶ κατ' αὐτὸ πρόσιθι τοῖς μυστηρίοις. γνωστὸν δὲ πᾶσιν ὅτι νῦν αἵρεσις ἐν τῇ καθ' ἡμᾶς ἐκκλησίᾳ κατακρατοῦσα τῶν μοιχειανῶν ἐστι· φείσαι οὖν τοίνυν τῆς τιμίας σου ψυχῆς μετὰ τῶν ἀδελφῶν καὶ τῆς κεφαλῆς. ἔφης δέ μοι ὅτι δέδοικας εἰπεῖν τῷ πρεσβυτέρῳ σου μὴ ἀναφέρειν τὸν αἱρεσιάρχην. καὶ τί περὶ τούτου εἰπεῖν σοι τὸ παρὸν οὐ καθορῶ, πλὴν ὅτι μολυσμὸν ἔχει ἡ κοινωνία ἐκ μόνου τοῦ ἀναφέρειν, κἂν ὀρθόδοξος εἴη ὁ ἀναφέρων».
    Ἐδῶ λοιπόν, ὑπάρχει καὶ διδασκαλία τοῦ Ὁσίου γιὰ τὸν μολυσμὸ τῆς κοινωνίας μόνο μὲ τὴν μνημόνευσι τοῦ αἱρετικοῦ Ἐπισκόπου, ἔστω καὶ ἂν ἔχη Ὀρθόδοξο φρόνημα ὁ ἱερεύς, ὁ ὁποῖος μνημονεύει τὸν αἱρετικό.
    5) Ἀφήσαμε στὸ τέλος τὴν ἴδια τὴν ἐπιστολὴ ὑπ’ ἀριθμὸν (40), τὴν ὁποία ἀναφέρει καὶ ὁ π. Σεραφείμ, ἡ ὁποία καὶ μόνη της θὰ ἦταν δυνατόν, ἂν τὴν μελετοῦσε σωστά, νὰ λύση ὅλες τὶς ἀπορίες του καὶ νὰ μὴν θεωρήση ὅτι ὁ Ὅσιος ἀντιφάσκει, ὅπως λανθασμένως ἰσχυρίζεται. Εἰς αὐτὴν λοιπὸν τὴν ἐπιστολὴ ὁ Ὅσιος, ἀπαντᾶ σὲ ἐρωτήσεις τοῦ Ὁσίου Ναυκρατίου σχετικὲς μὲ τὴν μνημόνευσι:
    «Περί τῶν ἑτέρων σου ἐρωτήσεων∙ ἡ πρώτη, περί πρεσβυτέρου τοῦ ὀρθοδοξοῦντος, ἀλλ' ὅμως μνημονεύοντος φόβῳ διωγμοῦ τόν αἱρετικόν ἐπίσκοπον, προαπεκρίθη σοι· πλήν καί αὖθις∙ εἰ μή συλλειτουργεῖ αἱρετικῷ, καί εἰ μή μεταδιδοῖ τοῖς τοιούτοις, δεκτέον τόν τοιοῦτον εἰς συνεστίασιν, καί ψαλμωδίαν, καί εὐλογίαν βρωμάτων, καί τοῦτο κατ' οἰκονομίαν, οὐ μέν τοι εἰς θείαν μετάληψιν. δεῖ δέ ἐπερωτᾷν τῆς αἱρέσεως κρατούσης πάντως· ὁμολογίαν δέ δεχομένοις ἀρκεῖσθαι, οὐκ οἶδα εἰ μή προδήλως ψευδολόγος αὕτη∙ τό γάρ φαίην σε διδάσκεσθαι ἡμᾶς παρά τῶν Πατέρων, μή ἐπερωτᾷν περί καιροῦ οὗ μή ἔστιν αἵρεσις μαινομένη καί περί τῶν μή προδήλως κατεγνωσμένων. τοιοῦτον δέ πρεσβύτερον, σπάνιον εὑρεῖν νῦν μή μιγνύμενον καί συγκοινωνοῦντα αἱρετικοῖς.
    Ἡ δευτέρα, περί φιλοχρίστου προσκαλουμένου εἰς τό εὐκτήριον αὐτοῦ ποιῆσαι παννυχίδα καί εἰ δεῖ ἐν αὐτῷ λειτουργῆσαι, καί μεθ' ὧν χρή. ὑπακουστέον καί ἰτέον, καί συμψαλτέον δηλονότι εἰ ὀρθόδοξος ὁ προσκαλούμενος καί οἱ ψαλτῳδοί, φυλαττόμενοι ἀμφότεροι τῆς τῶν αἱρετικῶν κοινωνίας. καί μήν καί λειτουργητέον ἐν τῷ εὐκτηρίῳ, εἴ γε ὁμολογοίη ὁ κατέχων, μηκέτι ὑπό αἱρετικοῦ αὐτό λειτουργεῖσθαι∙ προείρηται γάρ ἀναγκαῖον εἶναι τό ἐπερωτᾷν ἐν πᾶσι διά τῆν λυττῶσαν αἵρεσιν.
    Ἡ τρίτη, εἰ λάβοι τις παρά τινος Ἐκκλησίαν ὀρθόδοξος, ἔστι δέ συνήθεια τοῦ κατ' ἐνιαυτόν ἅπαξ ἤ δίς συνηθροῖσθαι ἐν αὐτῇ λαόν, καί ἐν τῇ λειτουργίᾳ ἀναφέρεσθαι τόν αἱρετικόν. τοῦ μέν ψάλλειν ἐκεῖσε κατά ἀνάγκην συγχωρητέον· λειτουργεῖν δέ, οὔ. Εἰ δέ δυνατόν διακοπῆναι τήν συνήθειαν, καί λειτουργητέον.
    Ἡ τετάρτη, εἰ Ἐκκλησία ἐστίν ἐφ' ᾗ ὁ λειτουργῶν ἀναφέρει τόν αἱρετικόν ἔχει δέ ὁ ὀρθόδοξος θυσιαστήριον καθηγιασμένον ἐν σινδόνι, ἤ ἐν σανίσι· προσήκει αὐτό τεθῆναι ἐν τῇ αὐτῇ Ἐκκλησίᾳ, μή παρόντος τοῦ ἀναφέροντος, καί ἐν αὐτῷ συλλειτουργῆσαι τόν ὀρθόδοξον. οὐ προσήκει, ἀλλ’ ἤ μᾶλλον κατά ἀνάγκην ἐν κοινῷ οἴκῳ, ἐκλελεγμένῳ τινί καθαρωτέρῳ τόπῳ».
    Εἰς τὴν πρώτη λοιπὸν ἐρώτησι ὁ Ὅσιος ἀπαντώντας ἀπαγορεύει νὰ κοινωνοῦμε ἀπὸ ἱερέα ὁ ὁποῖος ἀπὸ φόβο μνημονεύει αἱρετικὸν Ἐπίσκοπον. Εἰς τὴν δεύτερη ὁ Ὅσιος ἀπαγορεύει νὰ λειτουργήση ὁ Ὀρθόδοξος ἱερεὺς εἰς τὸν ναόν, εἰς τὸν ὁποῖον λειτουργοῦν οἱ αἱρετικοὶ μοιχειανοὶ ἱερεῖς. Διὰ νὰ λειτουργήση, πρέπει νὰ εἶναι Ὀρθόδοξος αὐτὸς ποὺ τὸν προσκαλεῖ, οἱ ψάλτες κ.λπ. Εἰς τὴν τρίτην ἀπαγορεύει ὁ Ὅσιος νὰ λειτουργήση ὁ Ὀρθόδοξος ἱερεὺς εἰς τὸν ναό, εἰς τὸν ὁποῖο μία ἢ δύο φορὲς τὸν χρόνο μνημονεύεται ὁ αἱρετικὸς μοιχειανὸς Ἐπίσκοπος. Εἰς τὴν τετάρτη τέλος, ἀπαγορεύει ὁ Ὅσιος νὰ λειτουργήση ὁ Ὀρθόδοξος ἱερεὺς εἰς τὸν ναὸ εἰς τὸν ὁποῖο μνημονεύεται ὁ αἱρετικὸς Ἐπίσκοπος, ἔστω κι ἂν δὲν εἶναι παρὼν αὐτὸς ποὺ τὸν μνημονεύει, ἔστω καὶ ἂν ὁ Ὀρθόδοξος χρησιμοποιήση ἰδικό του ἀντιμήνσιο.
     Ἀπὸ ὅλη αὐτὴ τὴν διδασκαλία τοῦ Ὁσίου, τὴν ὁποία ἀναφέραμε ἀπὸ διάφορες ἐπιστολές, γίνεται κατανοητὸ ὅτι ὁ Ὅσιος δὲν ἀντιφάσκει, ὅπως λανθασμένως κατενόησε ὁ π. Σεραφείμ, ἀλλὰ ἀπεναντίας, εἶναι σαφέστατος καὶ ἀπαγορεύει, χωρὶς οὐδεμία ἐξαίρεσι, τὴν μνημόνευσι αἱρετικοῦ Ἐπισκόπου, ἔστω καὶ ἂν αὐτὴ γίνεται ἀπὸ φόβο ἐξ αἰτίας τοῦ διωγμοῦ. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖο κατ’ οἰκονομία ἐπιτρέπει, εἶναι τὴν μνημόνευσι Ὀρθοδόξου κατὰ τὸ φρόνημα Ἐπισκόπου, ὁ ὁποῖος ὅμως ἀπὸ φόβο μνημονεύει αἱρετικὸ Μητροπολίτη. Ἀπὸ τὸν ἱερέα λοιπὸν αὐτὸν κατ’ οἰκονομία κοινωνοῦμε, ἀπὸ τὸν Ἐπίσκοπο ὅμως αὐτόν, ὁ ὁποῖος μνημονεύει ἀπὸ φόβο αἱρετικὸ Μητροπολίτη, δὲν δεχόμεθα τὶς χειροτονίες του, τὰ ἐγκαίνια τοῦ ναοῦ κ.λπ.
    Προφανῶς λοιπόν, ὁ π. Σεραφεὶμ ἔκανε σύγχυσι τοῦ ἱερέως, ὁ ὁποῖος μνημονεύει Ὀρθόδοξο κατὰ τὸ φρόνημα Ἐπίσκοπο, καὶ τοῦ Ἐπισκόπου, ὁ ὁποῖος μνημονεύει ἀπὸ φόβο αἱρετικὸ Μητροπολίτη κι ἔτσι ἔβγαλε τὸ συμπέρασμα ὅτι ὁ Ὅσιος ἀντιφάσκει. Ὅμως παντοῦ καὶ πάντοτε ὁ Ὅσιος ἀπαγορεύει τὴν μνημόνευσι αἱρετικοῦ Ἐπισκόπου, Μητροπολίτου, Πατριάρχου κ.λπ., ἔστω δηλαδή, κι ἂν αὐτὸ γίνεται ἀπὸ φόβο.
    Εἰς τὸ σημεῖο αὐτὸ πρέπει νὰ παρεμβάλωμε τὴν ἀρίστη καὶ θαυμασία διδασκαλία τοῦ Ὁσίου, τὴν ὁποία ἀναφέρει εἰς τὸ τέλος τῆς ἐπιστολῆς (49) καὶ ἀναφέρεται εἰς τὸ μέχρι ποῦ πρέπει νὰ φθάσωμε ἐρευνῶντες πρὸς τὰ πίσω, προκειμένου νὰ ἐπικοινωνήσωμε μὲ κάποιον  ἐκκλησιαστικά.
    «Πλέον οὐκ ἐξερευνητέον, εἰ μετὰ τοῦ συνεστιασθέντος τῷ αἱρετικῷ ὅσδε συνεστιάθη, ζητεῖν, καὶ μετὰ τοῦτο ἕτερος, κἀντεῦθεν ἀνασειράζειν τὸν λόγον καὶ ἀφίστασθαι πάντων. Ἐθελόγνωμον τὸ χρῆμα καὶ οὐ τῶν ἁγίων· μέχρι γὰρ τούτου, φησί, στῆθι καὶ οὐχ ὑπερβήσῃ. μὴ γὰρ οὐκ ᾔδεισαν ταῦτα ἐξερευνᾶν καὶ διαγγέλλεσθαι ἡμῖν; ἀλλ’ οὐδαμῶς. διὸ οὐκ ἐσθλὸν μεταβαίνειν ὅρια, ἃ ἔθεντο οἱ πατέρες ἡμῶν».
    Μᾶς διδάσκει ἐδῶ ὁ Ὅσιος ὅτι παρομοίως καὶ εἰς τὸ θέμα τῆς μνημονεύσεως μέχρι ἐκεῖ θὰ σταθοῦμε, νὰ μὴν μνημονεύωμε δηλαδή, αἱρετικὸ Ἐπίσκοπο. Τὸ ἂν αὐτὸς μνημονεύει αἱρετικὸ Μητροπολίτη κ.λπ. αὐτὸ μᾶς διδάσκει ὅτι δὲν πρέπει νὰ τὸ ἐξετάζωμε. Καὶ βέβαια ἀναφέρει, ὁ Ἐπίσκοπος τὸν ὁποῖο μνημονεύομε, νὰ μὴ συλλειτουργῆ μὲ αἱρετικούς, ἐν προκειμένῳ Οἰκουμενιστὲς Ἐπισκόπους.
    Πρέπει ἐπίσης νὰ σημειωθῆ ὅτι, ὁ τότε φόβος, δὲν ἔχει καμιὰ σχέσι μὲ τοὺς σημερινοὺς φόβους, διότι τότε ἐφοβοῦντο καὶ ἐδειλίαζαν ἀπὸ τὸν φόβο τῶν ἐξοριῶν, τῶν φυλακίσεων, τῶν μαστιγώσεων, τῶν βασάνων, ἀκόμα καὶ τοῦ θανάτου, ἐνῶ σήμερα δειλιάζομε φοβούμενοι μήπως χάσουμε τὴν θέσι μας, τὴν μπαστούνα μας, τὸν μισθό μας ἢ καὶ ἁπλῶς νὰ πέσουμε στὴν δυσμένεια τοῦ Ἐπισκόπου κ.λπ.
    Τέλος, ἐνῶ ὁ π. Σεραφεὶμ ὁμιλεῖ γιὰ τὶς περιπτώσεις τῆς οἰκονομίας, δὲν μᾶς ἀναφέρει, τί εἴδους οἰκονομίες πρέπει νὰ κάνουν σήμερα οἱ Ὀρθόδοξοι Κληρικοὶ καὶ οἱ Ὀρθόδοξοι λαϊκοί, χωρὶς νὰ εὑρεθοῦν ἀπὸ τὴν οἰκονομία στὴν παράβασι. Δὲν ἀναφέρει ἐπίσης ὅτι, ἡ τότε μοιχειανικὴ αἵρεσις, οὐδεμία ὁμοιότητα ἔχει ὡς πρὸς τὴν αἵρεσι τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, διότι ὁ Οἰκουμενισμὸς εἶναι ἡ σταδιακὴ ἀμνήστευσις ὅλων τῶν αἱρέσεων καὶ ἡ ἰσοπέδωσις τῶν πάντων. Δὲν ἀναφέρει ὅτι ἐπὶ ἑκατό (100) χρόνια διαδίδεται καὶ ἐπεκτείνεται ἡ αἵρεσις χωρὶς οὐσιαστικὴ ἀντίδρασι ἢ ἔστω ἀντίδρασι ποὺ νὰ τὴν ἀναχαιτίση, δὲν ἀναφέρει τὴν βασικὴ διδασκαλία τοῦ Ὁσίου Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου ὅτι δηλαδή, ἡ Ἀποτείχισις ἀπὸ τὴν αἵρεσι εἶναι θέμα σωτηρίας καὶ ἡ ὑπαγωγὴ εἰς αὐτὴν εἶναι θέμα ἀπωλείας καὶ κολάσεως, πρᾶγμα τὸ ὁποῖο καταρρίπτει τὴν δυνητικὴ ἑρμηνεία τοῦ Κανόνος κ.λπ.
    Γενικῶς νομίζουμε ὅτι ἡ εἰσήγησις ἔγινε μὲ συγκεκριμένο σκοπό, νὰ στηρίξη δηλαδὴ τὶς ἀνοικονόμητες οἰκονομίες, τὴν δυνητικὴ ἑρμηνεία τοῦ 15ου ϊεροῦ Κανόνος τῆς Πρωτοδευτέρας κ.λπ.. καὶ δι’ αὐτὸ παραποίησε ἐξόφθαλμα τὴν διδασκαλία τοῦ Ὁσίου καί, τρόπον τινά, τὴν ἔφερε στὰ μέτρα μας, χωρὶς οὐδεμία προσπάθεια νὰ μεταφέρη ἐμᾶς στὰ μέτρα τῶν Ἁγίων.
     Ἐν κατακλεῖδι ἀναφέρομε ὅτι, ὅπως δείχνουν τὰ πράγματα, καὶ οἱ Εἰσηγήσεις, καὶ οἱ Ἡμερίδες θὰ ἐνταχθοῦν στὸν χαρτοπόλεμο, ἐφ’ ὅσον δὲν βοηθοῦν τοὺς Ὀρθοδόξους στὴν ἀπομάκρυνσι ἀπὸ τοὺς λύκους, ἀλλὰ μᾶλλον τοὺς βοηθοῦν νὰ εὕρουν τρόπους εἰς τὸ νὰ παραμείνουν κοντὰ σ’ αὐτούς.
    Ἴσως δὲ νὰ νομίζουν κάποιοι πατέρες ὅτι εἶναι δυνατὸν ἡ παροῦσα αἵρεσις νὰ ἀντιμετωπισθῆ δι’ ἄλλης ὁδοῦ, δηλαδὴ ἀκαδημαϊκὰ μὲ εἰσηγήσεις, ὁμολογίες, χαρτοπόλεμο κ.λπ. καὶ ὄχι παραδοσιακὰ μὲ ἀγῶνες, διωγμούς, καθαιρέσεις, Ἀποτειχίσεις κ.λπ. καὶ δι’ αὐτὸ ἀναλίσκονται σὲ αὐτοῦ τοῦ εἴδους τὶς προσπάθειες, πρᾶγμα τὸ ὁποῖο, ὄχι μόνο δὲν φοβοῦνται οἱ Οἰκουμενιστές, ἀλλὰ καὶ χαίρονται, καὶ μᾶλλον θὰ ἔχουν τοὺς πατέρες αὐτοὺς ὡς παράδειγμα πρὸς μίμησι.
    Νομίζω ὅτι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖο ὄντως θὰ βοηθοῦσε, θὰ ἦτο μία σύναξις τῶν Ἀποτειχισμένων κληρικῶν καὶ μοναχῶν, μέσα στὴν ὁποία θὰ συζητοῦντο τὰ ὑπάρχοντα προβλήματα καὶ θὰ ἐλαμβάνοντο ἀποφάσεις, ἔστω κατὰ πλειοψηφία, σύμφωνα μὲ τὴν πατερικὴ διδασκαλία «ἡ ψῆφος τῶν πλειόνων κρατείτω», χωρὶς ἀρχηγοὺς καὶ ἐπηρεασμούς, χωρὶς ὁμαδοποιήσεις καὶ βέβαια χωρὶς διάθεσι ἀνυπακοῆς στὴν ψῆφο τῶν πλειόνων καί, ἀσφαλῶς, μὲ κριτήριο πάντα, τὴν διδασκαλία τῶν Ἁγίων Πατέρων.


Ἱερομόναχος Εὐθύμιος Τρικαμηνᾶς

Σάββατο 29 Φεβρουαρίου 2020

Άγιος Μάρκος Ευγενικός. Και η Ψευδοσύνοδος.








ΤΟΤΕ

Ψευδοσύνοδος Φερράρας-Φλωρεντίας, με σκοπό την σωτηρία της βυζαντινής αυτοκρατορίας διά της βοηθείας των δυτικών, με τίμημα την ένωση της ορθοδόξου ανατολικής Εκκλησίας με την παπική δυτική.

Ο αγ.Μάρκος Ευγενικός παρά τις στερήσεις, τους εκβιασμούς, τις πιέσεις, την πολύμηνη κούραση που υπέστη, στάθηκε ασυμβίβαστος υπερασπιστής της αληθείας της Πίστεως, υπέρμαχος και στύλος της Ορθοδοξίας. Όταν κατάλαβε πως η ένωση δεν μπορούσε να γίνει πάνω στην βάση της αληθινής πίστεως,

βασιζόμενος στις αποφάσεις των οικουμενικών συνόδων και στην διδασκαλία των αγίων και οικουμενικών πατέρων, μόνος απέναντι στον πάπα, στους λατίνους και στους φιλενωτικούς, χωρίς καμία οικονομία και συμβιβασμό, αρνήθηκε να υπογράψει την ένωση λέγοντας:
«Ου συγχωρεί (δεν επιτρέπεται) συγκατάβασις εις τα της ορθοδόξου πίστεως».

Ο πιστός λαός της Κωνσταντινουπόλεως (ο τελικός κριτής της ψευδοσυνόδου) αποδοκίμασε την αντιπροσωπεία που δέχθηκε την ένωση, τάχθηκε στο πλευρό του αγ.Μάρκου Ευγενικού που δεν υπέγραψε δηλώνοντας έτσι την ανθενωτική του θέση, και απομακρύνθηκε απ’ τους ναούς όπου λειτουργούσαν οι ενωτικοί, θεωρώντας αυτούς προδότες της πίστεως

ΤΩΡΑ

Ψευδοσύνοδος Κρήτης 2016, με σκοπό την αναγνώριση των άλλων ομολογιών-αιρέσεων ως »εκκλησίες» γεγονός που καταργεί πλήρως την έννοια της «Μίας Ἁγίας Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας» δηλαδή της Ορθοδόξου Εκκλησίας καθώς και την επίσημη επικύρωση της συμμετοχής της ορθοδόξου εκκλησίας στο Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών (Π.Σ.Ε.) του οικουμενικού αντιχρίστου οργανισμού που προωθεί την ενότητα εκκλησιών-αιρέσεων ήδη καταδικασμένων από οικουμενικές συνόδους.

Κάποιοι ιερείς, μοναχοί και λαϊκοί αντιλαμβανόμενοι την μεγαλύτερη, στα χρονικά, προδοσία της πίστεως έσπευσαν ακολουθώντας τους Πατέρες της Εκκλησίας να απομακρυνθούν από την αίρεση του οικουμενισμού (που συνοδικώς δεσμεύει όλα τα μέλη της εκκλησίας) ώστε να διαφυλάξουν την ορθόδοξη πίστη ακέραιη μη κοινωνώντας με τους κακόδοξους που αποδέχθηκαν την σύνοδο αυτή ή συγκαταβαίνουν σ’ αυτήν, να προφυλαχθούν από την πλάνη των αιρετικών και να παραμείνουν μέσα στη διαχρονική αποστολική Εκκλησία.

Στο σύνολό του ο πιστός λαός δεν αποδοκίμασε την ψευδοσύνοδο της Κρήτης συνεχίζοντας την κοινωνία με την αίρεση, παρά τα όσα υπαγορεύουν οι Σύνοδοι, οι Ιεροί Κανόνες και οι Πατέρες της Εκκλησίας. Αποτέλεσμα του εφησυχασμού του, η μόλυνσή του από την κοινωνία με την αίρεση, η εγκατάσταση της αιρέσεως (διότι τελικός κριτής είναι ο λαός) και η προετοιμασία της ελεύσεως του αντιχρίστου που έρχεται μετά την ενοποίηση των θρησκειών.

Αδελφέ, σχεδόν 3 χρόνια μετά την σύνοδο, οι κληρικοί συνεχίζουν να προδίδουν τον Χριστό ως μοναδική οδό σωτηρίας μη έχοντας φόβο Θεού, άλλοι παρασυρόμενοι απ’ τα λόγια αγάπης που χρησιμοποιούν οι οικουμενιστές και άλλοι φοβούμενοι το κόστος της απομάκρυνσης από την αίρεση. Παρ’ όλ’ αυτά νομίζουν ότι εορτάζουν την μνήμη των αγίων ομολογητών μας, τη στιγμή που δεν τους μιμούνται στην περιφρούρηση της ορθοδόξου πίστεως και τη στιγμή που δεν έχουν την ανδρεία να θέσουν το θέμα της ενωτικής συνόδου ενώπιον του ποιμνίου ώστε ο κάθε πιστός να αποφασίσει την απομάκρυνσή του από την αίρεση.

Αδελφέ, η σωτηρία της ψυχής είναι προσωπική υπόθεση του καθενός. Η μη ενημέρωσή σου απ’ τον κληρικό δεν σε απαλλάσσει των ευθυνών σου απέναντι στον Θεό. Τότε που οι αποστάσεις ήταν ατέλειωτες και η πληροφόρηση δύσκολη, ο πιστός λαός περίμενε την άφιξη του αγ.Μάρκου για να δηλώσει την ταύτιση της πίστης του με αυτόν, τάχθηκε κατά της ένωσης και έφυγε από τους ναούς για να παραμείνει ορθόδοξος. Σήμερα, που ο καθένας έχει πρόσβαση στην γρήγορη και έγκυρη πληροφόρηση είμαστε αδικαιολόγητοι απέναντι στον Θεό.

Ο ιερέας σου ΔΕΝ θέλει να ομολογήσει πίστη(όχι δεν μπορεί), εσύ;;;

Ο ιερέας σου ή συμφωνεί με την ένωση των θρησκειών χωρίς κοινή πίστη ή περιμένει μαζική αποτείχιση από την αίρεση φοβούμενος την υπεράσπιση της αλήθειας, εσύ;;;

Ο ιερέας σου συγκαταβαίνει εις τα της ορθοδόξου πίστεως (αντίθετα απ’ τον άγιο Μάρκο τον Ευγενικό), εσύ;;;

Το να ενημερωθείς για την σύνοδο της Κρήτης δεν απαιτεί ειδικές γνώσεις, χρόνο και κόπο, απαιτεί αγάπη και φόβο γα τον Θεό. Ενημερώσου, σταμάτα την κοινωνία με την αίρεση, απομακρύνσου απ’ το Π.Σ.Ε., θέσε τους κληρικούς ενώπιον των ευθυνών τους, πες το »πιστεύω» αναλλοίωτο πιστεύοντας μόνο στην Μία Αγία Καθολική και Αποστολική Εκκλησία, τίμησε τους αγίους με τις πράξεις σου και αγωνίσου για την σωτηρία σου φροντίζοντας να μην συναριθμηθείς με τους προδότες της πίστεως (είτε ηθελημένα είτε αθέλητα). Και ποτέ μα ποτέ μην πιστέψεις ότι κάνοντας τα πνευματικά σου καθήκοντα είσαι εντάξει ενώ βρίσκεσαι σε κοινωνία με αυτόν που ενώ θα έπρεπε να ορθοτομεί τον λόγο της αληθείας, δεν το κάνει.

Χωρίς την ορθή πίστη είσαι αποκομμένος από την Εκκλησία (ως σώμα του Χριστού) και είσαι κοινωνός των αιρετικών. Επέλεξε συνειδητά: με τον Τριαδικό Θεό ή με τους εχθρούς του;

ΣΤΩΜΕΝ ΚΑΛΩΣ

Ποιός είναι υπεύθυνος για τον Οικουμενισμό; μήπως εσύ;









Οι τρεις «μέγιστοι φωστήρες της τρισηλίου θεότητος», που έδωσαν φως σ’ ολόκληρη την οικουμένη με τις ακτίνες των θείων δογμάτων, είχαν σαν κύριο έργο τους τη διατήρηση της πίστεως και την προφύλαξη των πιστών από παραχαράξεις της διδασκαλίας του θεόπνευστου Ευαγγελίου. Μπροστά στον κίνδυνο της αλλοίωσης της πίστης, όρθωσαν το πνευματικό τους ανάστημα και πολέμησαν τις αιρέσεις που απειλούσαν την Εκκλησία κατά την εποχή τους, αρνούμενοι να συμβιβαστούν σε θέματα αρχών και πίστεως. 

Ο Μέγας Βασίλειος τονίζει ότι η αίρεση είναι «ρίζα πικρά, καρπόν ολέθριον αναδίδουσα» (ΕΠΕ 2, 14), δηλ.μοιάζει με πικρή ρίζα, που παράγει καταστρεπτικό, φαρμακερό καρπό και ότι «ο εν διαστρόφοις δόγμασι συντραφείς, αποτρίψασθαι δύναται το κακόν της αιρέσεως» (ΕΠΕ 2, 132), δηλ. αυτός που ανατράφηκε και ζυμώθηκε με τα διεστραμμένα δόγματα, δεν μπορεί να καθαριστεί και να βγάλει από πάνω του το κακό της αιρέσεως. Η απάντησή του δε, στον απεσταλμένο του αρειανού αυτοκράτορα Ουάλη, ήταν: ΄΄Εμείς, έπαρχε Μόδεστε, είμαστε ήρεμοι και πράοι άνθρωποι και υποχωρούμε όταν πρόκειται για προσωπικά μας θέματα. Όταν όμως πρόκειται για την πίστη μας στον Θεό,«ὅταν Θεός ᾖ τό κινδυνευόμενον» δεν υπολογίζουμε τίποτε, αγωνιζόμαστε μέχρι θανάτου, χωρίς να φοβόμαστε οποιοδήποτε βασανιστήριο. «Ἀκουέτω ταῦτα καί βασιλεύς». Να τα πεις και να τ’ ακούσει αυτά κι ο βασιλιάς΄΄ (PG 36, 561). 

Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος ονομάζει τους αιρετικούς «βαρείς λύκους… ληστάς και κλέπτας… αρπάζοντας αρπάγματα, ψυχάς κατεσθίοντας» «δεινοί θήρες… ημών μη φειδόμενοι» (ΕΠΕ 2, 156, 242), και επαινεί τους πιστούς που αγωνίζονται κατά ασεβών ιερωμένων για την πίστη (Απολογητικός περί της φυγής εις τον Πόντον ή περί Ιερωσύνης). 

Ο άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος με τον χαρακτηριστικό του τρόπο έλεγε:«Φεύγε των τοιούτων τας συνουσίας ως των φαρμάκων τα δηλητήρια. Και γαρ εκείνων ούτοι χαλεπώτεροι· εκείνα μεν γαρ μέχρι του σώματος ίστησι την βλάβην, ούτοι δε αυτή τη σωτηρία της ψυχής λυμαίνονται» (ΕΠΕ 30, 340), δηλ. απέφευγε, τις σχέσεις με τους αιρετικούς όπως και τα δηλητήρια. Οι αιρετικοί είναι χειρότεροι από τα δηλητήρια, διότι αυτά βλάπτουν το σώμα μόνο, ενώ αυτοί καταστρέφουν τη σωτηρία της ψυχής. 

Με την Ψευδοσύνοδο της Κρήτης, το 2016, νομιμοποιήθηκε συνοδικά, η αίρεση του οικουμενισμού, η οποία, 1ον) αναγνώρισε τις άλλες ομολογίες-αιρέσεις ως εκκλησίες, γεγονός που καταργεί πλήρως την έννοια της «Μίας Ἁγίας Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας» δηλαδή της Ορθοδόξου Εκκλησίας και 2ον) επικύρωσε την συμμετοχή της Oρθοδόξου Eκκλησίας στο Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών (Π.Σ.Ε.) τον οικουμενικό αντιχρίστο οργανισμό που προωθεί την ενότητα εκκλησιών-αιρέσεων ήδη καταδικασμένων από οικουμενικές συνόδους κάνοντας δόγμα της εκκλησίας όλα τα βλάσφημα κείμενα που από την ίδρυση του έχουν συνταχθεί (Δήλωση του Τορόντο). 

Σήμερα,που είμαστε τυπικά και ουσιαστικά σε καιρό αιρέσεως, είμαστε έτοιμοι να μιμηθούμε τον Μ.Βασίλειο και να αγωνισθούμε για την διαφύλαξη της πίστης μας «ὅταν Θεός ᾖ τό κινδυνευόμενον»; 

Είμαστε έτοιμοι να διακόψουμε την κοινωνία μας με τους αιρετικούς υπακούοντας στην προσταγή του αγ.Ι.Χρυσόστομου, παρά τους συμβιβασμούς που κάνει η πλειονότης των κληρικών μας καθώς συνεχίζει την κοινωνία με την αίρεση του οικουμενισμού, προδίδοντας έτσι τον Χριστό; 

Είμαστε έτοιμοι να αποδεχθούμε την απομάκρυνσή μας απ’ τους ναούς όταν ο αγ.Γρ.Θεολόγος μας βεβαιώνει ότι σε καιρό αιρέσεως οι αιρετικοί έχουν τους οίκους (ναούς) ενώ εμείς οι αποτειχισμένοι-μη κοινωνοί της αιρέσεως τον ένοικο(Θεό); 

Αδελφέ, σχεδόν 3 χρόνια μετά την σύνοδο, οι κληρικοί συνεχίζουν να προδίδουν τον Χριστό ως μοναδική οδό σωτηρίας μη έχοντας φόβο Θεού, άλλοι παρασυρόμενοι απ’ τα λόγια αγάπης που χρησιμοποιούν οι οικουμενιστές και άλλοι φοβούμενοι το κόστος της απομάκρυνσης από την αίρεση. Παρ’ όλ’ αυτά νομίζουν ότι εορτάζουν την μνήμη των αγίων μας, τη στιγμή που δεν τους μιμούνται στην περιφρούρηση της ορθοδόξου πίστεως και τη στιγμή που δεν έχουν την ανδρεία να θέσουν το θέμα της ενωτικής συνόδου ενώπιον του ποιμνίου ώστε ο κάθε πιστός να αποφασίσει την απομάκρυνσή του από την αίρεση. 

Αδελφέ, η σωτηρία της ψυχής είναι προσωπική υπόθεση του καθενός. Η μη ενημέρωσή σου από τον κληρικό δεν σε απαλλάσσει των ευθυνών σου απέναντι στον Θεό. 

Ο ιερέας σου ΔΕΝ θέλει να ομολογήσει πίστη (όχι δεν μπορεί), εσύ;;; 

Ο ιερέας σου ή συμφωνεί με την ένωση των θρησκειών χωρίς κοινή πίστη ή περιμένει μαζική αποτείχιση από την αίρεση φοβούμενος την υπεράσπιση της αλήθειας, εσύ;;; 

Ο ιερέας σου δεν αγωνίζεται για την διαφύλαξη της ορθοδόξου πίστεως «ὅταν Θεός ᾖ τό κινδυνευόμενον» (όπως ο Μ.Βασίλειος), εσύ;;; 

Το να ενημερωθείς για την σύνοδο της Κρήτης δεν απαιτεί ειδικές γνώσεις, χρόνο και κόπο, απαιτεί αγάπη και φόβο γα τον Θεό. Ενημερώσου, σταμάτα την κοινωνία με την αίρεση, απομακρύνσου απ’ το Π.Σ.Ε., θέσε τους κληρικούς ενώπιον των ευθυνών τους, πες το «Πιστεύω» αναλλοίωτο πιστεύοντας μόνο στην Μία Αγία Καθολική και Αποστολική Εκκλησία, τίμησε τους αγίους με τις πράξεις σου και αγωνίσου για την σωτηρία σου φροντίζοντας να μην συναριθμηθείς με τους προδότες της Πίστεως (είτε ηθελημένα είτε αθέλητα). Και ποτέ μα ποτέ μην πιστέψεις ότι κάνοντας τα πνευματικά σου καθήκοντα είσαι εντάξει ενώ βρίσκεσαι σε κοινωνία με αυτόν που ενώ θα έπρεπε να ορθοτομεί τον λόγο της αληθείας, δεν το κάνει. 

Χωρίς την ορθή πίστη είσαι αποκομμένος από την Εκκλησία (ως σώμα του Χριστού) και είσαι κοινωνός των αιρετικών. Επέλεξε συνειδητά: με τον Τριαδικό Θεό ή με τους εχθρούς του; 

ΣΤΩΜΕΝ ΚΑΛΩΣ

Σάββατο 22 Φεβρουαρίου 2020

Περί τοῦ Μυστηρίου του Βαπτίσματος




Περί τοῦ Μυστηρίου του Βαπτίσματος



Όπως γνωρίζουμε, το βάπτισμα, είναι το πρώτο από τα επτά Μυστήρια της Εκκλησίας του Χριστού. Όλοι όσοι επιθυμούν να γίνουν μέλη της «Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας», πρέπει να λάβουν αυτό το μυστήριο.
Στα πρώτα χριστιανικά χρόνια, το δικαίωμα να βαπτίζουν, κατείχαν μόνο οι επίσκοποι. Ακολούθως, επετράπηκε και στους ιερείς να τελούν βαπτίσεις, αλλά μόνο αφού, ο επίσκοπος κατηχούσε τον υποψήφιο. Πολύ αργότερα, άρχισαν και οι ιερείς να παρέχουν βοήθεια στους επισκόπους όσον αφορά την κατήχηση, μέχρι, που με την ευλογία του επισκόπου, κατηχούσαν μόνοι τους υποψηφίους και στη συνέχεια τελούσαν και την βάπτισή τους. Λοιπόν, ανάμεσα στις υποχρεώσεις του επισκόπου, συγκαταλέγεται και η μέριμνα όσον αφορά τις βαπτίσεις.
Οι Άγιοι Απόστολοι, βάπτιζαν επ’ ονόματος της Αγίας Τριάδος με τρείς πλήρεις καταδύσεις, όπως διδάχθηκαν από τον ίδιο τον Χριστό. Αμέσως μετά την αναχώρησή τους προς πάντα τα έθνη, για να κηρύξουν το Ευαγγέλιο, σχηματίστηκαν ορισμένες χριστιανικές ομάδες, οι οποίες, απέκοψαν την επικοινωνία με την Αποστολική Εκκλησία, αλλά, βάπτιζαν με τον ίδιο τρόπο, όπως οι Απόστολοι.
Το 44 μ.Χ. οι Άγιοι Απόστολοι, συγκεντρώθηκαν στα Ιεροσόλυμα όπου συνήλθε η Αποστολική Σύνοδος και συνέταξαν τους 85 κανόνες. Στους κανόνες, 46, 47 και 68, τονίζουν ότι επ’ ουδενί λόγω δύνανται άλλες οργανώσεις κεχωρισμένες από την μητέρα Εκκλησία, να παρέχουν αληθινό βάπτισμα.
Επειδή οι αιρετικοί πληθύνονταν χρόνο με το χρόνο (ιδιαίτερα στην Αφρική), το 255 μ.Χ. συνεκλήθη μία τοπική Σύνοδος στην Καρχηδόνα (ή αλλιώς Καρθαγένη). Εκεί, πάλι αποφασίστηκε ότι, «ἔξω τῆς  Ἐκκλησίας, κᾀνένας δὲν δύναται νὰ βαπτισθῇ, ἐπειδὴ εἶναι ἕνα τὸ τῆς καθολικῆς (=ορθοδόξου) Ἐκκλησίας βάπτισμα» έτσι «και οἱ αἱρετικοὶ ὁπῦ προσέρχονται τῇ καθολικῇ (=ορθόδοξη) Ἐκκλησίᾳ, πρέπει νὰ ἀναβαπτίζονται». (Πηδάλιον, σελ. 367 γραμ. 1-4)
Ακολούθως, στην ίδια πόλη το 256 μ.Χ. συγκεντρώθηκαν 71 επίσκοποι οι οποίοι συνεδρίασαν ως Σύνοδος και απεφάσισαν πάλι, «ὅτι ὅσοι ὄντες ὲν τῇ Ἐκκλησίᾳ, κληρικοὶ δηλ. ἀφίνουν τὴν πίστιν, οὗτοι ἐπιστρέφοντες πάλιν νὰ δέχωνται μόνον ὡς λαϊκοὶ καὶ δεύτερον, ὅτι, τόσον νὰ ᾖναι ἀνίσχυρο τὸ βάπτισμα τῶν αἱρετικῶν, ὥστε ὁποῦ αὐτοὶ ἐπιστρέφοντες καὶ βαπτιζόμενοι ὀρθοδόξως, νὰ μὴ νομίζωνται ὅτι ἀναβαπτίζονται μὲ δεύτερον βάπτισμα, ἀλλά νὰ λογίζωνται, ὅτι λαμβάνουν πρώτην φορὰν τὸ βάπτισμα, ὡς μὴ ἔχοντες ὅλως ἀληθὲς βάπτισμα» (Πηδάλιον, σελ. 367 γραμ. 12-16).
Τον ίδιο χρόνο, ξανά, συνεκλήθη Σύνοδος, στην ίδια πόλη, αυτή την φορά, απαρτιζομένη από 84 επισκόπους και σφράγισαν με πιο δυνατή απόφαση ότι ήταν αποφασισμένο στην προηγούμενη συνεδρίαση. Των τριών αυτών Συνόδων, προέδρευε ο Άγιος Ιερομάρτυς Κυπριανός, επίσκοπος Καρθαγένης.
Το 258, συνεκλήθη και στην Ικονία μία Σύνοδος, της οποίας «ἔξαρχος ἧτο ὁ Καισαρίας ἅγιος Φιρμιλιανὸς, ἐν ᾗ συνελθόντες Πατέρες ἐκ τῆς Καππαδοκίας, Λυκείας, Γαλατίας καὶ ἄλλων ἐπαρχιῶν, διώρισαν, ὅτι κἀμμία ἱεροπραξία τῶν αἱρετικῶν νὰ μὴ ᾗναι δεκτή΄ ἀλλὰ καὶ τὸ βάπτισμα αὐτῶν καὶ ἡ χειροτονία, καὶ κάθε ἄλλο μυστήριο νὰ ᾖναι ἀδύνατον, καὶ οὐδενὸς λόγου ἄξιον». (Πηδάλιον, σελ. 368, υποσημείωση αριστ. γραμ. 5-18 και Δωδεκάβιβλος Δοσιθέου σελ. 55).
Ο Άγιος Μέγας Βασίλειος, χειροτονήθηκε Επίσκοπος Καισαρείας, το 370 μ.Χ. και κοιμήθηκε 378. Στο διάστημα αυτό, συνέταξε 92 κανόνες. Στον 1ο και 47ο κανόνα του, απεφάσισε να μην δέχεται το βάπτισμα των αιρετικών και των σχισματικών.
Το 381 μ.Χ. συνεκλήθη στην Κωνσταντινούπολη, η Δεύτερη Οικουμενική Σύνοδος. Σε σύγκριση με τον αριθμό των αιρετικών που υπήρχαν τότε, λίγοι ήταν οι Πατέρες οι οποίοι συμμετείχαν σε αυτή τη Σύνοδο: μόνο εκατό πενήντα. Ήταν δηλαδή η πιο μικρή σε αριθμό συνέδρων, από τις επτά Οικουμενικές Συνόδους. Τότε, «ἤκμαζον οἱ Ἀρειανοὶ καὶ Μακεδονιανοί, καὶ ὄχι μόνον ἦσαν εἰς τὸ πλῆθος πολλοὶ, ἀλλά καὶ μεγάλας εἶχον δυνάμεις καὶ κοντὰ εἰς τοὺς βασιλεῖς, καὶ κοντὰ εἰς τοὺς ἄρχοντας, καὶ τὴν σύγκλητον». (Πηδάλιον, σελ. 53, υποσημείωση δεξ. γραμ. 17-22). «Ὁ δὲ μέγας Γρηγόριος, θέλωντας νὰ φανερώσει τὰς δυνάμεις, καὶ τὴν ἀγριότητα τῶν Ἀρειανῶν καὶ Μακεδονιανῶν, εἰς αὐτὸν τὸν συντακτήριον λόγον ὁποῦ κάμνει πρὸς τοὺς ρν’. (150) Ἐπισκόπους αὐτῆς τῆς Οἰκουμενικῆς β’. συνόδου, λέγει, περὶ αὐτῶν ταῦτα΄ Τῳὸντι γὰρ θῆρες δεινοὶ ἐπιπεπτώκασι τῆ Ἐκκλησίᾳ, οἱ μηδὲ μετὰ τὴν αἰθρίαν ἡμῶν φειδόμενοι, ἀλλ’ ἀναισχυντοῦντες εἶναι καὶ τοῦ καιροῦ δυνατότεροι» (Πηδάλιον, σελ. 53, υποσημείωση δεξ. γραμ. 38-46) «καὶ δυνατώτεροι ἀπὸ τοὺς Χριστιανούς». (Πηδάλιον, σελ. 54, υποσημείωση αριστ. γραμ. 1-2) Όντως, λέγει ό Άγιος Γρηγόριος, τρομερά θηρία έπεσαν πάνω στην Εκκλησία, τα οποία εκμεταλλευόμενα την μακροθυμία που δείξαμε, έγιναν αναίσχυντοι και δυνατότεροι ακόμη και από τις εποχές και από τους χριστιανούς.
Παρ’ όλα αυτά όμως, εξέδωσαν επτά κανόνες. Στον τελευταίο κανόνα, φανερώνεται, σύμφωνα με την οικονομία, ότι εκείνοι οι σχισματικοί, οι οποίοι βαπτίζονται με τρείς καταδύσεις επ’ ονόματος της Αγίας Τριάδος, μπορούν να γίνονται δεκτοί στην Ορθοδοξία, μόνο με μύρωμα.
Αργότερα, το 553 μ.Χ. συνήλθε η Πέμπτη Οικουμενική Σύνοδος και το 680 μ.Χ. η Έκτη. Αλλά επειδή τότε υπήρχαν πάρα πολλοί αιρετικοί που είχαν πολιτική δύναμη, όπως και στον καιρό της Δεύτερης Οικουμενικής Συνόδου, δεν γράφησαν κανόνες. Έτσι η Πέμπτη, συνέταξε μόνο 39 αναθέματα κατά των αιρετικών (βλπ Πηδάλιον, σελ. 212 γραμ. 15-16) ενώ οι Πατέρες της Έκτης «τοὺς αιρετικούς ἀναθεμάτισαν καὶ τὴν ὀρθόδοξον διατρανώσαντες πίστιν, οἴκαδε ἀνεχώρησαν». (Πηδάλιον, σελ. 216, γραμ. 33 και σελ. 217 γραμ. 1).
Μεταγενέστερα, το 691 μ.Χ. συνήλθε η Πενθέκτη Σύνοδος η οποία ανέλαβε την σύνταξη 102 κανόνων «ἀποβλεπόντων εἰς τὴν τῆς Ἐκκλησίας διόρθωσιν καὶ κατάστασιν» (Πηδάλιον, σελ. 216, γραμ. 9-10) Με τον δεύτερο κανόνα, απεφάσισαν, να είναι δεκτοί οι κανόνες της Καρθαγένης και του Μεγάλου Βασιλείου και επιτιμούν όποιον «φανῆ ὅτι ἐπιχειρεῖ νὰ παραφθείρει, ἢ νὰ ἀναιρῆ κᾀνένα Κανόνα ἀπὸ αὐτοὺς». (Πηδάλιον, σελ. 221, γραμ. 14-15)
Με την αναγνώριση και επικύρωση των κανόνων Της από την Πενθέκτη Οικ. Σύνοδο, η Τοπική Σύνοδος της Καρχιδόνος, παίρνει κύρος Οικουμενικό. «Ταύτης τῆς συνόδου τὸν Κανόνα καὶ ἡ ἁγία Οἰκουμενικὴ στ’ σύνοδος (Κανόνι β’.) ἐπεσφράγισε, καὶ ἀπὸ ἐκεῖ ὁποῦ ἧτο πρῶτον Κανὼν συνόδου τοπικῆς καὶ μερικῆς, ἤδη ἐστὶ Κανὼν συνόδου Οἰκουμενικῆς, ὡς ὑπὸ ταύτης ἐπισφραγιζόμενος». (Πηδάλιον, σελ. 52, υποσημείωση αριστ. γραμ. 4-9).
Ανάμεσα στους τελευταίους κανόνες, δηλαδή στον 95ο, η Έκτη Οικ. Σύνοδος απεφάσισε, όπως και η Δεύτερη ότι, σύμφωνα με την οικονομία οι σχισματικοί οι οποίοι βαπτίζονται με τρείς καταδύσεις επ’ ονόματος της Αγίας Τριάδος, μπορούν να γίνονται δεκτοί στην Ορθοδοξία, μόνο με μύρωμα.
 Εύκολα λοιπόν μπορεί να καταλάβει ο οποιοσδήποτε, ότι αυτοί οι δύο Σύνοδοι, ασχολήθηκαν λίγο, στους τελευταίους κανόνες, με το θέμα αυτό «διὰ νὰ μὴ τύχη καὶ τοὺς ἐξαγριώσουν (τους αιρετικούς) περισσότερο κατὰ τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῶν Χριστιανῶν καὶ γένει χειρότερον τὸ κακὸν οἰκονήμησαν οὔτω τὸ πρᾶγμα, οἱ οἰκονομοῦντες τοὺς λόγους αὐτῶν ἐν κρίσει, οἱ Θεῖοι ἐκεῖνοι Πατέρες, καὶ ἐσυγκατέβηκαν νὰ δεχθοῦν τὸ βάπτισμα αὐτῶν» (μερικῶν αἱρετικῶν) (Πηδάλιον, σελ. 53, υποσημείωση δεξ. γραμ. 23-28)
Οι Πατέρες της Δεύτερης και της Έκτης Οικ. Σύνοδου, δυσκολεύτηκαν ακόμη και να αναθεματίσουν τους αιρετικούς, εξ αιτίας της δύναμης και των θέσεων που κατείχαν στο κράτος. Επειδή όμως η Σύνοδος της Καρχηδόνος, συνήλθε αποκλειστικά για το θέμα της βαπτίσεως, διατάζει την ακρίβεια, όπως ακριβώς ο Μέγας Βασίλειος, στον πρώτο κανόνα του. 
Ξέρουμε ότι το θέμα μας, έχει να κάνει με την εγκυρότητα των μυστηρίων που τελούνται υπό  «Λατινοφρόνων». (Πηδάλιον, σελ. 55, υποσημείωση αριστ. 21-22).                
Οι εγκύκλιοι των Πανορθοδόξων Συνόδων των ετών 1583, 1587, 1593 και 1848, καταδικάζουν με φοβερά αναθέματα, αυτούς που θα τολμήσουν ποτέ, να εισάγουν οποιοδήποτε νεοτερισμό στις τάξεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας.
Οι Οικουμενιστές παραβίασαν τους κανόνες περί Συμπροσευχής και Συνεορτασμού πέφτοντας έτσι υπό την καταδίκη του 7ου κανόνος των Αγίων Αποστόλων και του 1ου της Συνόδου της Αντιοχείας, ο οποίος διατάζει ότι όποιος «τολμήσειεν ἐπί διαστροφῇ τῶν λαῶν, καὶ ταραχῇ τῶν Ἐκκλησιῶν, ἰδιάζειν, καὶ μετὰ τῶν Ἰουδαίων ἐπιτελεῖν τὸ Πάσχα, τοῦτον ἡ ἁγία Σύνοδος ἐντεῦθεν ἤδη (=από αυτή τη στιγμή) ἀλλότριον ἔκρινε τῆς Ἐκκλησίας» καθηρημένον από της Ιεροσύνης και στερημένο «τῆς ἔξωθεν τιμῆς». (Πηδάλιον, σελ. 406, Κανών Α’)
Μόνο από αυτές τις δύο αποδείξεις, γίνεται εύκολα αντιληπτό, ότι όποιοι έχουν Εκκλησιαστική Κοινωνία με τους Οικουμενιστές και τους ΓΟΧ, είναι αιρετικοί και σχισματικοί και συνεπώς έξω από την Εκκλησία του Χριστού.
Όμως δεν κατηγορούνται μόνο για αυτά, αφού από το 1950, οι ψευδεπίσκοποί τους, συλλειτουργούν με τους αιρετικούς Λατίνους, με τους αιρετικούς Νεστοριανούς και Κόπτες, δείχνοντας έτσι ότι είναι σύμφωνοι με τις αιρέσεις τους, δηλαδή το «filioque» και το «Χριστοτόκος». Και όχι μόνο αυτά, αλλά παρακολουθούν και συμμετέχουν στα καταραμένα φεστιβάλ και ψευδοθρησκευτικές εκδηλώσεις όλων των θρησκειών του πλανήτη: των Βουδιστών, Ινδουιστών, Βραχμάνων, Ζουλού, και δεκάδων άλλων ειδωλολατρικών θρησκειών.
Συμμετέχουν εκεί και εβραίοι, μουσουλμάνοι, προτεστάντες και καθολικοί, ομολογώντας όλοι ότι ο καθένας κατέχει ένα μέρος της αλήθειας και συνεπώς όταν ενωθούν, θα συμπληρώσουν ολόκληρη την αλήθεια. Αυτή η βλασφημία, είναι το δόγμα του οικουμενισμού, η γνωστή «branch theory» ή στα ελληνικά, «θεωρία των κλάδων». Μερικοί από τους «επισκόπους» τους, αρνούνται τα Πατερικά δόγματα που αφορούν την Παναγία, άλλοι κηρύττουν ότι η ανθρώπινη φύση του Χριστού, δεν ήτο αναμάρτητος άλλοι δε, λέγουν ότι δεν υπάρχει παράδεισος και κόλαση, ενώ άλλοι διακηρύττουν ότι ο Μωάμεθ, είναι ισαπόστολος και προφήτης του Χριστού. Μεγάλο μέρος των ψευδοϊερωμένων τους, κοροϊδεύουν τις αγίες νηστείες τρώγοντας κρέας όλες τις ημέρες του χρόνου ως οι ειδωλολάτρες, πολλοί ξυρίζονται και έχουν αποβάλει το ράσο κυκλοφορώντας έξω με κολλάρο ως ακριβώς και οι παπικοί, ενώ άλλοι καπνίζουν.
Τι περεταίρω απόδειξη χρειάζεται ώστε να δείξουμε ότι οι ΠΣΕσατζίδες είναι όχι μόνο σχισματικοί, αλλά και αιρετικοί; Ο Άγιος Μέγας Βασίλειος, λέγει ότι σχισματικοί «ὀνομάζονται ἐκεῖνοι ὁποῦ διαφέρονται πρὸς τὴν καθολικὴν (=ορθόδοξη) Ἐκκλησία, ὄχι διὰ δόγματα πίστεως, ἀλλὰ διὰ κάποια ζητήματα ἐκκλησιαστικὰ καὶ εὐκολοϊάτρευτα». (Πηδάλιον, σελ. 588, ερμηνεία γραμ. 10-12) Άραγε ποιός μπορεί να πιστέψει ότι αυτοί, θα επιστρέψουν καμιά φορά από τον αιρετικό δρόμο που ακολουθούν, ο οποίος οδηγεί στην απώλεια; 
Οι πατέρες οι οποίοι έμειναν πιστοί στην αληθινή Ορθοδοξία, υπακούοντας στους ιερούς Κανόνες και στους Αγίους, οι οποίοι λέγουν ότι τα μυστήρια των αιρετικών και των σχισματικών είναι άδεκτα, διέκοψαν την Εκκλησιαστική Κοινωνία με τους Ακάθαρτους Αιρετικούς ΠΣΕσατζίδες και τους Σχισματικούς ΓΟΧ. 
 Για να δείξουμε πόσο απαραίτητες είναι εκείνες οι τρεις καταδύσεις της βαπτίσεως, αρκεί να παραθέσουμε μόνο τον Ν’ Κανόνα των Αγίων Αποστόλων. «Εἴ τις Ἐπίσκοπος, ἢ Πρεσβύτερος μὴ τρία βαπτίσματα (=βυθίσεις) μιᾶς μυήσεως ἐπιτελέσει, ἀλλὰ ἕν βάπτισμα (=βύθιση) τὸ εἰς τὸν θάνατον τοῦ Κυρίου διδόμενον, καθαιρείσθω» (Πηδάλιον, σελ. 62, Ν’ Κανών) διότι «δὲν τελειοῦται τὸ Βάπτισμα διὰ μόνων τῶν τῆς Τριᾶδος ἐπικλήσεων, ἀλλὰ δεῖται (=απαιτείται) ἀναγκαίως καὶ τοῦ τύπου τοῦ θανάτου, καὶ τῆς ταφῆς καὶ ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου». (Πηδάλιον, σελ. 65, υποσημείωση αριστ. γραμ. 20-23)
Τώρα όμως από τους είκοσι ψευδοϊερείς, μόνο ένας αν βαπτίζει με καταδύσεις. Ακόμα μερικοί ψευδεπίσκοποι, απαγορεύουν στους ιερείς τους να βυθίζουν το παιδί στο νερό τάχα για να μην πνιγεί.
Ορισμένοι λαϊκοί, ξέρουν ότι η βάπτιση πρέπει να γίνεται με κατάδυση, απλώς δεν ξέρουν με πόσες καταδύσεις. Έτσι οι μερικοί ιερείς, γνωρίζοντας αυτό, βαπτίζουν με ράντισμα και ακολούθως, βυθίζουν μία φορά, απλά για να κατευνάσουν τις αντιδράσεις. Έτσι αν έρθει κάποτε η στιγμή να Διακόψει την κοινωνία ένας τέτοιος άνθρωπος, η μητέρα του ή η νονά του, λέει στον ιερέα: είδα εγώ με τα μάτια μου, ότι ο ιερέας τον βύθισε. Και με αυτό τον τρόπο, κερδίσαμε ακόμα ένα χριστιανό, ο οποίος όμως δεν θα έχει σωτηρία, αφού θα είναι αβάπτιστος. Δεν θα έχει δηλαδή το σημαντικότερο από τα επτά μυστήρια το οποίο είναι το κλειδί που ανοίγει τις πύλες του παραδείσου.
Είναι αποδεδειγμένο λοιπόν, ότι οι ΠΣΕσατζίδες, επειδή κάνουν βάπτισμα παπικού τύπου, είναι όχι μόνο σχισματικοί, αλλά και αιρετικοί. 
Το πιο εύλογο επιχείρημα με το οποίο γίνεται δεκτό το βάπτισμα των Οικουμενιστών, μόνο με μύρωμα, είναι το του Μεγάλου Βασιλείου, «οἱ μὲν γὰρ πρῶτοι ἀναχωρήσαντες (σχισματικοί) παρὰ τῶν πατέρων ἔσχον τᾶς χειροτονἰας». (Πηδάλιον, σελ. 587, γραμ. 34). Δηλαδή, γίνονται δεκτοί με οικονομία. 
«Ἡ οἰκονομία γὰρ ἔχει μέτρα καὶ ὅρια καὶ δὲν εἶναι παντοτινὴ καὶ ἀόριστος. Δι’ ὅ καὶ ὁ Θεοφύλακτος Βουλγαρίας λέγει΄ Ὁ κατ’ οἰκονομίαν ποιῶν τι, οὐχ ὡς ἁπλῶς καλὸν τοῦτο ποιεῖ, ἀλλ’ ὡς πρὸς καιρὸν χρειῶδες». (Πηδάλιον, σελ. 56, υποσημείωση δεξ. γραμ.19-24) «Ὥστε, τῆς οἰκονομίας παρελθούσης, ἡ ἀκρίβεια καὶ οἱ Ἀποστολικοὶ Κανόνες, πρέπει νὰ ἔχουν τὸν τόπο τους» (Πηδάλιον, σελ. 57, υποσημείωση αριστ. γραμ. 10-12) επειδή βλέπουμε ότι «οὔτε τοὺς Λατίνους (λατινόφρονες ΠΣΕσατζίδες) ἠμποροῦμε νὰ ἐπιστρέψωμεν, καὶ ἡμεῖς παραβαίνωμεν τὴν ἀκρίβειαν τῶν ἱερῶν Κανόνων, καὶ δεχόμεθα τῶν αἱρετικῶν τὸ ψευδοβάπτισμα» (Πηδάλιον, σελ. 56, υποσημείωση δεξ. γραμ. 30-33) «τώρα ὁποῦ κακὰ τοιαῦτα δὲν δύνανται εἰς ἡμᾶς νὰ κάμνουν» (Πηδάλιον, σελ. 56, υποσημείωση δεξ. γραμ. 14-15) «Τι πλέον η οἰκονομία χρειάζεται;» (Πηδάλιον, σελ. 56, υποσημείωση δεξ. γραμ. 19). «Οἰκονομητέον γὰρ ἔνθα (=ὁταν) μὴ παρονομητέον, λέγει ὁ θεῖος Χρυσόστομος». (Πηδάλιον, σελ. 56, υποσημείωση δεξ. γραμ. 33-34)

Και εάν δεχόσαστε μόνο όσους βαπτίστηκαν με τον σωστό τύπο, όλα καλά και άγια. Αλλά αυτοί, τους δέχονται όλους, χωρίς να ενδιαφέρονται πως ήταν βαπτισμένοι. 
Τι γίνεται με αυτές τις ψυχές; Ποιός θα αναλάβει το βάρος και την ευθύνη για την απώλειά τους;
Πώς δεν είδε κανείς τι λέγουν οι Άγιοι Απόστολοι στον 68ο κανόνα τους; «Τοὺς γὰρ παρὰ τῶν τοιούτων (αιρετικών) βαπτισθέντας, ἢ χειροτονηθέντας, οὔτε πιστοὺς, οὔτε κληρικοὺς εἶναι δυνατόν», (Πηδάλιον, σελ. 89, Κανών ΞΗ’) ή πως δεν είδε κανείς το του Μεγάλου Βασιλείου προς Νικοπολίτας «Εγὼ δὲν θἐλω συναριθμήσει ποτὲ μὲ τοὺς ἀληθεὶς ἱερεὶς τοῦ Χριστοῦ, ἐκεῖνον ὁποῦ ἐχειροτονήθη καὶ ἔλαβε προστασίαν λαοῦ ἀπὸ τὰς βεβήλους χεῖρας τῶν αἱρετικῶν, πρὸς ἀνατροπήν τῆς ὀρθοδόξου πίστεως». (Πηδάλιον, σελ. 90, ερμηνεία, γραμ. 11 και σελ. 91 γραμ. 1-2) 
Επίσης οι Άγιοι Απόστολοι, προστάττουν «Ἐπίσκοπον, ἢ Πρεσβύτερον, αἱρετικῶν δεξαμένους βάπτισμα, ἤ θυσίαν, καθαιρεῖσθαι προστάσσομεν, τίς γὰρ συμφώνησις Χριστῷ πρὸς βελίαρ; ἤ τίς μερίς πιστῷ μετά ἀπίστου;» (Πηδάλιον, σελ. 51, Κανών ΜΣΤ’)
Λοιπόν, τα δώρα τα οποία δίνουν αυτοί ως ελεημοσύνη ή θυσία είτε για την ψυχή τους είτε για τις ψυχές των κεκοιμημένων τους, δεν μπορούν να γίνονται δεκτά από ορθοδόξους, «Διότι ἐκεῖνοι ὀποῦ δέχονται τὰ παρὰ τῶν αἱρετικῶν, ἢ τὰ ὅμοια φρονήματα ἐκείνων ἔχουσι καὶ αὐτοὶ, ἤ τὸ ὀλιγότερο δὲν ἔχουσι προθυμίαν νὰ ἐλευθερώνουν αὐτοὺς ἀπὸ τὴν κακοδοξίαν των». (Πηδάλιον, σελ. 52, γραμ. 2 και σελ. 53 1-2)
Αν δεν μπορούν να γίνουν δεκτά τα δώρα των ορθοδόξων χριστιανών που έχουν θανάσιμα αμαρτήματα και δεν θέλουν να μετανοήσουν, πόσο μάλλον δεν πρέπει να γίνονται δεκτά τα δώρα των αιρετικών.
Επιπλέον, ο 47ος Κανών των Αποστόλων πάλι προστάττει «Ἐπίσκοπος ἢ Πρεσβύτερος τὸν κατὰ ἀλήθειαν ἔχοντα βάπτισμα, ἐὰν ἄνωθεν βαπτίση, ἢ τὸν μεμολυσμένον παρὰ τῶν ἀσεβῶν ἐὰν μὴ βαπτίση, καθαιρείσθω, ὡς γελῶν τὸν σταυρὸν, καὶ τὸν τοῦ Κυρίου θάνατον, καὶ μὴ διακρίνων ἱερέας ψευδοϊερέων » (Πηδάλιον, σελ. 55, Κανών ΜΖ’) διότι, «Οἱ ὀρθόδοξοι Χριστιανοὶ, πρέπει νὰ αποστρέφονται τοὺς αἱρετικοὺς, καὶ τὰς τῶν αἱρετικῶν τελετάς» (Πηδάλιον σελ. 51 ερμηνεία ΜΣΤ΄ Κανόνος, γραμ. 1-2).
Ο πιο πάνω κανόνας, διατάζει να καθαιρείται ο κληρικός εκείνος που θα αναβαπτίσει ένα ήδη βαπτισμένο χριστιανό. Αλλά, θα καθαιρεθεί μόνο εάν βαπτίσει έναν ορθοδόξως βαπτισμένο χριστιανό. Οι βαπτισθέντες παρά των αιρετικών, λογίζονται ως αβάπτιστοι και έτσι ο ιερέας, όχι μόνο δεν απαγορεύεται να τους βαπτίσει (όχι αναβαπτίσει, αφού το αιρετικό βάπτισμά τους είναι σαν να μην έγινε) αλλά και έχει υποχρέωση να το πράξει, προτού τους δεχθεί εις μυστηριακή κοινωνία.
Βλέπουμε επίσης ότι, οι Άγιοι Απόστολοι σε αυτόν τον 47ο Κανόνα τους, δεν αναφέρονται στους αιρετικούς, αλλά στους ασεβείς. Αν οι ασεβείς είναι χωρισμένοι από τον Θεό και δεν μπορούν να προσφέρουν έγκυρο βάπτισμα ή χειροτονία, πόσο μάλλον οι σχισματικοί και οι αιρετικοί. Από όσα αναφέρθηκαν μέχρι τώρα, ας συλλογιστεί ο καθένας και ας βγάλει τα συμπεράσματά του: Οι ιερείς των Οικουμενιστών και των ΓΟΧ είναι ευσεβείς;
Ωστόσο, για όσους πιστεύουν ότι απαγορεύεται να βαπτίζουμε τους Οικουμενιστές και τους ΓΟΧ, ας παραθέσουμε ένα κομμάτι από τις Πράξεις των Αγίων Αποστόλων.
Όταν ο Απόστολος Παύλος περιόδευε στην περιοχή της Μ. Ασίας, φτάνοντας στην Έφεσο, συνάντησε μερικούς μαθητές και «εἶπε πρὸς αὐτούς΄ εἰ Πνεῦμα Ἅγιον ἐλάβετε πιστέυσαντες; οἱ δὲ εἶπον πρὸς αὐτόν΄ ἀλλ’ οὐδὲ εἰ Πνεμα Ἅγιον ἐστιν ἠκούσαμεν. Εἶπέ τε πρὸς αὐτούς΄ εἰς τί οὖν ἐβαπτίσθητε; Οἱ δὲ εἱπον΄ εἰς τὸ Ἰωάννου βάπτισμα. Εἶπε δὲ Παῦλος΄ Ἰωάννης μὲν ἐβάπτισε βάπτισμα μετανοίας, τῷ λαῷ λέγων εἰς τὸν ἐρχόμενον μετ’ αὐτὸν ἵνα πιστεύσωσι, τοῦτ’ ἔστιν εἰς τὸν Ἰησοῦν Χριστόν. ᾈκούσαντες δὲ ἐβαπτίσθησαν εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ». (Πράξεις κεφ. 19, στιχ. 2-5) Όπως διαβάζουμε, ο Απ. Παύλος, ξαναβάπτισε τους μαθητές εκείνους που ήταν βαπτισμένοι από τον Ιωάννη τον Πρόδρομο επειδή δεν έλαβαν Πνεύμα Άγιο, αφού ο Ιωάννης «εβάπτισε βάπτισμα μετανοίας».
Αυτή η πράξη του Απ. Παύλου μας δίνει το δικαίωμα να κάνουμε το ίδιο και εμείς στους Οικουμενιστές και στους ΓΟΧ, αφού και εκείνοι, αν και είναι βαπτισμένοι, έστω και με τον τύπο, εντούτοις, δεν εβαπτίστηκαν εν Πνεύματι Αγίω, επειδή, αν ο  ψευδοϊερέας «ἠδυνήθη βαπτίσαι, ἴσχυσε καὶ ἅγιον Πνεῦμα δοῦναι. Εἰ οὐκ ἠδυνήθη, ὅτι ἔξω ὢν, Πνεῦμα ἅγιον οὐκ ἔχει, οὐ δύναται τὸν ἐρχόμενον βαπτίσαι. Ἑνὸς ὄντος τοῦ βαπτίσματος, καὶ ἑνὸς ὅντος τοῦ ἁγίου Πνεύματος, καὶ μιᾶς Ἐκκλησίας ὑπὸ Χριστοῦ τοῦ Κυρίου ἡμῶν ἐπάνω (…) ἑνότητος τεθεμελιωμένης. Καὶ διὰ τοῦτο τὰ ὑπ’ αὐτῶν γινόμενα ψευδῆ και κενὰ ὑπάρχοντα, πάντα ἐστίν ἀδόκιμα. Οὐδέν γὰρ δύναται δεκτὸν καὶ αἰρετὸν εἶναι παρὰ Θεῷ, τῶν ὑπ’ ἐκείνων γινομένων». (Πηδάλιον, σελ. 369, γραμ. 25-30)
         Επίσης, ο Άγιος Απόστολος Παύλος στην προς Εφεσίους επιστολή του, γράφει «Εἷς Κύριος, μία πίστις, ἓν βάπτισμα». (Εφεσ. Κεφ. 4, στιχ. 5) Ακόμα κάθε φορά που απαγγέλουμε το Σύμβολο της Πίστεως, ομολογούμε μόνο ένα Βάπτισμα. «Εἰ γάρ φησι, μία εἶναι ἡ Καθολικὴ (ορθόδοξη) Ἐκκλησία, καὶ ἕν εἶναι τὸ ἀληθὲς Βάπτισμα, πῶς ἠμπορεῖ νὰ ᾖναι ἀληθὲς Βάπτισμα τὸ τῶν αἱρετικῶν καὶ σχισματικῶν, εἰς καιρὸν ὁποῦ αὐτοὶ δὲν εἶναι μέσα εἰς τὴν Καθολικὴν (ορθόδοξη) Ἐκκλησίαν, ἀλλ᾿ ἐξεκόπησαν ἀπὸ αὐτὴν διὰ τῆς αἱρέσεως; Εἰ δὲ ἀληθὲς εἶναι τὸ βάπτισμα τῶν αἱρετικῶν καὶ σχισματικῶν, ἀληθὲς δὲ εἶναι καὶ τὸ τῆς ὀρθοδόξου καὶ Καθολικῆς (ορθοδόξου) Ἐκκλησίας, λοιπὸν δὲν εἶναι ἓν βάπτισμα καθὼς ὁ Παῦλος βοᾷ, ἀλλὰ δὺω, ὅπέρ ἐστιν ἀτοπότατον» (Πηδάλιον, σελ. 51, υποσημείωση δεξ. γραμ. 3-13) και άνομο δόγμα.  Ο Άγιος Φιρμιλιανός, επίσκοπος Καισαρείας και προεδρεύων της Συνόδου της Ικονίας, γράφει προς τον Άγιο Ιερομάρτυρα Κυπριανό, τον επίσκοπο που ήταν προεξάρχων των τριών Συνόδων της Καρχηδόνος «ἀλλὰ ποῖος ἂν καὶ νὰ ἔφθασεν εἰς τὸ ἄκρον τῆς τελειότητος καὶ σοφίας, ἐμπορεῖ νὰ διϊσχυρισθῇ, ἣ νὰ πιστεύσῃ ὅτι μοναχὴ ἡ τῶν τριῶν ὀνομάτων τῆς ἁγίας Τριάδος ἐπίκλησις εἶναι ἀρκετὴ πρὸς ἄφεσιν τῶν πλημελημάτων, καὶ πρὸς τὸν ἁγιασμὸν τοῦ βαπτίσματος, ἂν δὲν εἶναι δηλαδὴ ὀρθόδοξος καὶ ἐκεῖνος ὁποῦ βαπτίζει» (Πηδάλιον, σελ. 52, υποσημείωση αριστ. γραμ. 15-22).
Μαζί με τον Αγιότατο Φιρμιλιανό, λέγει και ο Μέγας Αθανάσιος ότι είναι «ἀνενέργητα τὰ ὑπέρθεα ἐκεῖνα ὀνόματα, προφερόμενα ἀπὸ τῶν αἱρετικῶν τὰ στόματα. Διατὶ ἃν οὔτω δὲν εἶναι, βεβαιότατα πρέπει νὰ πιστεύσωμεν, ὅτι καὶ τὰ κακογραΐδια κάμνουσι θαύματα, μὲ τὸ νὰ ἐπᾴδουσι τὰ θεῖα ὀνόματα», (Πηδάλιον, σελ. 56, υποσημείωση αριστ. γραμ. 8-12) και ο θείος Χρυσόστομος, «ἂς μὴ σὲ γελάσουν, ὦ ἀκροατὰ, τὰ τῶν αἱρετικῶν συστήματα (ὁ ‘‘τύπος’’)΄ βάπτισμα γὰρ ἔχουσιν, ἀλλ’ οὐ φώτισμα, καὶ βαπτίζονται μὲν κατὰ τὸ σῶμα, κατὰ δὲ τὴν ψυχὴν δὲν φωτίζονται», (Πηδάλιον, σελ. 53, υποσημείωση αριστ. γραμ. 31-35), ο δε Άγιος Λέων, «οὐδεὶς αἱρετικὸς λέγει, ἁγιασμὸν παρέχει διὰ τῶν μυστηρίων», (Πηδάλιον, σελ. 53, υποσημείωση αριστ. γραμ. 36-37) και ο Άγιος Αμβρόσιος επίσης, «τὸ τῶν δυσσεβῶν βάπτισμα, λέγει, οὐχ ἁγιάζει». (Πηδάλιον, σελ. 53, υποσημείωση αριστ. γραμ. 38-39)
Ορισμένοι λέγουν ότι μπορούμε να δεχθούμε μόνο τον τύπο της βάπτισης που τελούν οι ΠΣΕσατζίδες και ΓΟΧ ιερείς, υπολογίζοντας ότι δεν είναι ιερείς, αλλά μόνο λαϊκοί, επειδή πιστεύουν ότι ένας λαϊκός μπορεί να βαπτίσει εν καιρώ ανάγκης. Αλλά εδώ υπάρχει άλλη πλάνη.
Αληθεύει ότι, εάν κάποιο παιδί αβάπτιστο κινδυνεύει να πεθάνει, μπορεί να βαπτιστεί από ένα λαϊκό, αφού ο Άγιος Νικηφόρος ο Ομολογητής στον Ζ’ Κανόνα του γράφει «Τὰ ἀβάπτιστα νήπια ὅταν δὲν ᾗναι παρὼν Ἱερεὺς, πρέπει  νὰ τὰ βαπτίζῃ ὅποιος τύχει, κᾂν καὶ ὁ ἴδιος πατήρ αὐτῶν, ἢ ἂλλος οἱοσδήποτε ἄνθρωπος, μόνον νὰ ᾗναι Χριστιανὸς, καὶ δὲν ἁμαρτάνει». (Πηδάλιον, σελ. 733, Κανών Ζ’). Και «πρέπει νὰ μνημονεύονται μετὰ τῶν ὀρθοδόξων ἐάν ἀποθάνουν, ὠς ἐν ἐλπίδι ὄντα Θείου ἐλέους τυχεῖν» (Πηδάλιον, σελ. 58, υποσημείωση δεξ. γραμ. 20-22) πρέπει δὲ «νὰ βαπτίζονται παρὰ Ἱερέως ἂν ζήσουν τὰ ἄνωθεν νήπια» [Πηδάλιον, σελ. 713, υποσημείωση του ΚΔ’ Καν. (αρ.3) δεξ. γραμ. 8-9] επειδή, «εἰς μόνους τοὺς Ἐπισκόπους καὶ Πρεσβυτέρους εἶναι ἄδεια νὰ βαπτίζουν, καὶ ὄχι εἰς λαϊκοὺς, κατὰ τὸν α’. τοῦ Βασιλείου, ὀποῦ λέγει, τοὺς παρὰ λαϊκὴν βαπτισθέντας, βαπτίζομεν. Τὸ γὰρ ἐν καιρῷ κινδύνου καὶ κατὰ περίστασιν γινόμενον, δὲν εἶναι νόμος εἰς τὴν Ἐκκλησίαν», (Πηδάλιον, σελ. 58, υποσημείωση αριστ. γραμ. 27-32 και δεξ. γραμ. 1η) «καθ’ ὅτι καὶ Διονύσιος ὁ Ἀλεξανδρείας, Ἰουδαῖόν τινα, βαπτισθέντα ὑπὸ λαϊκοῦ ἐν καιρῷ ἀσθενείας θάνατον ἀπειλούσης, ἐβάπτισεν αὐτὸν ἐξαρχῆς ἀφ’ οὗ πάλιν ἀνέζησεν». (Πηδάλιον, σελ. 58, υποσημείωση δεξ. γραμ. 11-14) Λοιπόν αν όσοι βαπτίστηκαν από ορθόδοξους λαϊκούς, πρέπει να αναβαπτίζονται, πόσο μάλλον, οι βαπτισθέντες υπό Οικουμενιστών και ΓΟΧ, οι οποίοι με την απόσχισή τους από την Εκκλησία, έχασαν την χάρη του Παναγίου Πνεύματος και για αυτό οι ψευδοϊερείς τους, δεν μπορούν να λογίζονται ούτε καν ως ορθόδοξοι λαϊκοί. Έτσι, «ὁμοίως πρέπει νὰ βαπτίζονται καὶ ἐκεῖνοι ὁποῦ ἤθελαν βαπτισθῇ ἀπὸ ἀνίερον μὲν, σχηματισθέντα δὲ ψευδῶς, ὅτι εἶναι ἱερεύς». (Πηδάλιον, σελ. 58, υποσημείωση αριστ. γραμ. 21-23)
Και ακόμα ένα αξιοθαύμαστο! Στον καιρό του Πατριάρχου Λουκά, υπήρχε το συνήθειο, ορισμένοι Τούρκοι να βαπτίζουν τα παιδιά τους με χριστιανικό βάπτισμα, για να μην αρρωσταίνουν και να μην μυρίζει άσχημα η σάρκα τους. Έτσι, απεφασίσθη συνοδικώς, «νὰ βαπτίζονται δεύτερον, ἀνίσως ἤθελαν ἔλθῃ εἰς τὴν ἐδικὴν μὰς πίστιν, ἐπειδὴ εἰς τὸ βάπτισμα αὐτῶν δἐν ἦτο σύμφωνος ἡ τῶν ἀσεβῶν αὐτῶν γονέων πίστις» (Πηδάλιον, σελ. 58, υποσημείωση αριστ. γραμ. 18-21) Τότε, ήταν ορθόδοξος ο ιερέας που τα βάπτιζε΄ Στην βάπτιση των Οικουμενιστών και των ΓΟΧ όμως, δεν ήταν ορθόδοξος ούτε ο ιερέας, ούτε οι γονείς, ούτε οι νονοί.
Περιληπτικά, ας δούμε τα λόγια του Μεγάλου Βασιλείου, που λέγει «Εἰ δὲ καὶ εἶναι ἀπηγορευμένον κοντὰ εἰς ἐσᾶς ὁ ἀναβαπτισμὸς, διὰ κᾄποιαν οἰκονομίαν,…., ὄμως ὁ ἰδικός μὰς λόγος, ἄς ἔχει δύναμιν νὰ ἀθετήσῃ δηλ. τὸ βάπτισμα τῶν τοιούτων», (Πηδάλιον, σελ. 52, υποσημείωση δεξ. γραμ. 9-13) για τρείς λόγους «Α’. διὰ τί τὸ βάπτισμα εἶναι ἓν, καὶ διὰ τί εὑρίσκεται αὐτὸ εἰς μόνην τὴν καθολικὴν (ορθόδοξη) Ἐκκλησίαν΄ οἱ δὲ αἱρετικοὶ καὶ σχισματικοὶ, ἔξω ὑπάρχοντες τῆς καθολικῆς (ορθοδόξου) Έκκλησίας, ἀκολούθως οὐδὲ τὸ ἓν βάπτισμα ἔχουσι. Β’. τὸ ὕδωρ τοῦ βαπτίσματος πρέπει πρῶτον νὰ καθαρισθῇ καὶ νὰ ἁγιασθῇ διὰ τῶν εὐχῶν τοῦ Ἱερέως, καὶ τῆς τοῦ παναγίου Πνεύματος χάριτος, ἔπειτα νὰ καθαρίσῃ, καὶ νὰ ἁγιάσῃ τὸν ἐν αὐτῷ βαπτιζόμενον΄ ἀλλ’ οἱ αἱρετικοὶ καὶ σχισματικοὶ οὔτε Ἱερεῖς εἶναι, ἀλλὰ μᾶλλον ἱερόσυλοι΄ οὔτε καθαροὶ, ἀλλ’ ἀκάθαρτοι΄ οὔτε ἅγιοι, ὡς μὴ ἔχοντες Πνεῦμα ἅγιον, λοιπὸν οὔτε βάπτισμα ἔχουσι. Γ’. διὰ τοῦ ἐν καθολικῇ (ορθόδοξο) Ἐκκλησία βαπτίσματος, ἄφεσις ἁμαρτιῶν δίδοται. Διὰ δὲ τοῦ τῶν αἱρετικῶν καὶ σχισματικῶν βαπτίσματος, ἔξω ὄντος τῆς καθολικῆς (ορθοδόξου) Ἐκκλησίας, πῶς ἠμπορεῖ νὰ δοθῇ ἁμαρτιῶν ἄφεσις;» (Πηδάλιον, σελ. 370, γραμ. 3-12) Το βάπτισμα τους, «φαίνεται μὲν κατὰ προσποίησιν, ὅτι εἶναι βάπτισμα, ἀλλὰ τῇ ἀληθεία δὲν ἔχει κᾀμμίαν βοήθειαν πρὸς τὴν πίστιν καὶ τὴν εὐσέβειαν. Οὐ γὰρ ὁ λέγων ἁπλῶς Κύριε, ἐκεῖνος δίδει καὶ ὀρθὸν βάπτισμα, ἀλλ’ ἐκεῖνος ὁποῦ καὶ τὴν ἐπίκλησιν τοῦ ὀνόματος λέγει, καὶ τὴν πίστιν ἔχει ὀρθήν». (Πηδάλιον, σελ. 52, υποσημείωση δεξ. γραμ. 33-39)
«Πολλαὶ αἱρέσεις, λέγουσι μὲν τὰ ὀνόματα μόνον τῆς ἁγίας Τριάδος, ἀλλ’ ἐπειδή δὲν φρονοῦσι ταῦτα ὀρθῶς, μηδὲ τὴν πίστιν ἔχουσιν ὑγιᾶ, ἀνωφελὲς ἔχουσι καὶ τὸ πὰρ’ αὐτῶν διδόμενον βάπτισμα, μὲ τὸ ὑστερῆται τὴν εὐσέβειαν». (Πηδάλιον, σελ. 52, υποσημείωση δεξ. γραμ. 47-49 και σελ. 53, υποσημείωση αριστ. γραμ. 1-2)
Λοιπόν, αυτές είναι οι γνώμες και οι αποφάσεις των Αγίων Αποστόλων, των Ιερών Συνόδων και των Θείων Πατέρων περί του μυστηρίου του Αγίου Βαπτίσματος.
 Εχουμε την συνείδηση ότι την φοβερά ημέρα της Κρίσεως, θα μας ζητηθεί λόγος ενώπιον του Κυρίου, πιο πολύ από άλλους, για το πώς μεταχειριστήκαμε τα τάλαντα τα οποία ο Ίδιος μας εμπιστεύθηκε.  
Γι’ αυτό, θέλουμε να πατήσουμε, όσο το δυνατό σταθερότερα, πάνω στα βήματα των Αγίων και Θεοφόρων Πατέρων. Δεν θα δεχθούμε ως έγκυρες τις τελετές και τα μυστήρια των ακολουθούντων τους Αιρετικούς Οικουμενιστές και τους Σχισματικούς ΓΟΧ, επειδή κατά τον Άγιο Μέγα Βασίλειο «Χριστέμποροι γὰρ οἱ τοιοῦτοι, ἐχθροὶ τοῦ Θεοῦ καὶ οὐχί Χριστιανοί». (βλπ επιστολή Μ. Βασιλείου προς Νικοπολίτας, Πηδάλιον, σελ. 738α’)
Ο δε ευαγγελιστής Ιωάννης τους ονομάζει ‘‘ἀντιχρίστους’’ (Α’ Ιωάννου, κεφ. 2, στιχ. 18) και ακόμη και ο Σολωμών, που προμηνύει για την βάπτιση, δια του Αγίου Πνεύματος, προστάττει «πῖνε ὔδατα ἀπὸ σῶν ἀγγείων καὶ ἀπὸ σῶν φρεάτων πηγῆς» (παροιμ. κεφ. ε’ στιχ. 15) επειδή «παντὸς οὔ ἐάν ἄψηται αὐτοῦ ὁ ἀκάθαρτος, ἀκάθαρτον ἔσται». (Αριθμιών, κεφ. 19, στιχ. 22)
Λοιπόν, «ὁ μὴ ὤν μετ’ ἐμοῦ κατ’ ἐμοῦ ἐστι, καὶ ὁ μὴ συνάγων μετ’ ἐμοῦ σκορπίζει».  (Ματθ. κεφ. 12, στιχ. 30). Πολλοί ανησυχούν και ρωτούν «πως θα παντρευτούν οι υιοί και οι κόρες μας;» Σε αυτούς απαντούμε ότι θα παντρευτούν, βαπτίζοντας τους γαμπρούς και τις νύφες σας, διότι όλα τα παιδιά στην ηλικία των παιδιών σας είναι βαπτισμένα με ράντισμα.              
Και στο κατω-κάτω, ο κυριότερος λόγος για τον οποίον ζει ο άνθρωπος στον κόσμο, δεν είναι ούτε ο γάμος, ούτε η περιουσία, ούτε το σώμα. Είναι η ψυχή. Αν φροντίζουμε αληθινά την ψυχή, ο Θεός θα οικονομήσει και να κερδίσουμε την σωτηρία, αλλά και να δημιουργήσουμε οικογένειες, ικανές να οδηγήσουν την Εκκλησία ένα βήμα παραπέρα, αντιμετωπίζοντας με γενναιότητα τα μαύρα κύματα που θα επιτίθενται στον χριστιανισμό.
Αλλά το μυστικό είναι άλλο. Όλοι όσοι θέλουν να αγκαλιάσουν την αληθινή Ορθοδοξία, χρειάζονται κατήχηση.
Δεν θα βαπτισθούν ξανά όποιοι έγιναν δεκτοί με μύρωμα από τους μακαρία τη λήξη Πατέρες μας, επειδή λέγει ο Μέγας Βασίλειος ότι έγινε δεκτό λόγω οικονομίας, «ἔστω δεκτὸν». (Πηδάλιον, σελ. 587 γραμ. 40)
 Αν όμως στην ψυχή κάποιου από αυτούς, ακούγοντας και βλέποντας το φως των Ιερών Κανόνων, δημιουργηθεί η αμφιβολία ότι δεν θα μπορέσει να κερδίσει την σωτηρία με παπικό βάπτισμα, τότε εμείς, είμαστε υποχρεωμένοι να δώσουμε σε εκείνο αληθινό βάπτισμα, ακόμη και αν ήταν μυρωμένος ή κοινωνούσε μέχρι τώρα.
Στήριγμά μας, είναι ο ΠΔ’  Κανόνας της ΣΤ’ Οικ. Συνόδου, και ο Π’ της Συνόδου της Καρθαγένης, οι οποίοι διορίζουν ότι «ὅσαις φοραῖς δὲν εὑρίσκονται μάρτυρες βέβαιοι νὰ μαρτυροῦν, ὅτι εἶναι βαπτισμένα τὰ νήπια (…) ἀλλ’ οὐδὲ τὰ ἴδια εἶναι ἱκανὰ νὰ πληροφορήσουν ὅτι ἐβαπτίσθησαν, διὰ τὴν κεῖραν, ἦτοι διὰ τὴν ἡλικίαν τὴν νηπιώδη αὐτῶν, καθ’ ἣν ἐβαπτίσθησαν. Τὰ τοιαῦτα, λέγω, πρέπει χωρὶς κᾀνένα ἐμπόδιον νὰ βαπτίζονται, μήπως ἡ ἀμφιβολία αὔτη, ἄν ἐβαπτίσθησαν, ἤ ὄχι, ἀποστερήσῃ αὐτά τῆς διὰ τοῦ λουτροῦ καθάρσεως» (Πηδάλιον, σελ. 294, ερμηνεία ΠΔ’ Κανόνος)
Αυτοί οι δύο κανόνες μπορούν να χρησιμοποιηθούν και στην περίπτωσή μας. Και για το μύρο με το οποίο μυρώθηκαν, λέγουμε ότι «ἀπὸ τὰ ἐπτά μυστήρια, μόνα δύω δὲν διπλασιάζονται, τὸ βάπτισμα καὶ ἡ τῆς ἱεροσύνης χειροτονία (ασφαλώς, τα έγκυρα)». (Πηδάλιον, σελ. 90, υποσημείωση αρ. 1 αριστ. γραμ 1-3). Επειδή αν κάποιος χριστιανός πέσει σε αίρεση, επιστρέφοντας, καθαρίζεται από τον μολυσμόν της αιρέσεως με: α) αναθεματισμόν της αιρέσεώς του, β) με μετάνοια αξιόλογη, κατόπιν γ) του αναγινώσκονται οι Ιλαστικές Ευχές του Πατριάρχου Μεθοδίου και δ) «τελευταῖον, μὲ τὴν σφραγῖδα τοῦ ἁγίου Μύρου». (Πηδάλιον, σελ. 58, υποσημείωση αριστ. γραμ. 8-9) Μετά που θα τηρήσει τον κανόνα του πνευματικού καθαρίζεται και με το σώμα και αίμα του Κυρίου.
Όπως βλέπουμε, δεν υπάρχει πρόβλημα να διπλασιαστεί το μύρωμα, επειδή, όπως αν ένα παιδί αβάπτιστο κατά λάθος κοινωνήσει, μετά, πρέπει να βαπτιστεί, (σύμφωνα με  τον πρώτο Κανόνα του Αγίου Τιμοθέου Αλεξανδρείας, βλπ Πηδάλιον, σελ. 666) έτσι και στην περίπτωσή μας, δεν έχει σχέση αν έχει ήδη χριστεί με Άγιο Μύρο αφού και εκείνο το παιδί, πήρε μυστήριο προτού βαπτιστεί. Ωστόσο, για την ειρήνη της Εκκλησίας, υποστηρίζουμε ότι όλα όσα δέχθηκαν οι Πατέρες μας, «ἔστω δεκτά».
Οι περισσότεροι, δεν είναι σύμφωνοι με την απόφαση, να βαπτίζονται ορθοδόξως αυτοί που έχουν βαπτιστεί από τους κακόδοξους ΠΣΕσατζίδες και ΓΟΧ, όχι επειδή είναι λάθος, αλλά επειδή αυτή η διόρθωση εισήχθη από κάποιον «ἀλλογενή», (Λουκ. Κεφ. 17, στίχ. 18) διότι, λέγουν αυτοί, θέλει να χαλάσει τα συνήθειά μας, τα οποία παραδοσιακά έχουμε. Ενώπιον του Θεού, το  έθνος δεν έχει σημασία. «Κύριος θανατοῖ και ζωογονεῖ, κατάγει εῖς ᾃδου και ἀνάγει. Κύριος πτωχίζει και πλουτίζει, ταπεινοῖ και ἀνυψοῖ». (Α’ Βασιλειών, κεφ. 2, στιχ. )
Όλοι πρέπει να γνωρίζουμε ότι, οι παραδόσεις-συνήθεια τα οποία δεν είναι σύμφωνα με την Πατερική διδασκαλία δεν είναι μέρος της Αγίας Παράδοσης της Εκκλησίας. Ο Χριστός, καταδικάζει αυτούς που ακολουθούν ξένα συνήθεια, λέγοντάς τους «καλῶς προεφύτευσεν Ἡσαΐας περί ὑμῶν τῶν υποκριτῶν, ὡς γέγραπται΄ οὗτος ὁ λαός τοῖς χείλεσί με τιμᾷ ἡ δέ καρδία αὐτῶν πόρρω ἀπέχει ἀπ’ ἐμοῦ. Μάτην δέ σέβονταί με διδάσκοντες διδασκαλίας ἐντάλματα ἀνθρώπων. Ἀφέντες γάρ την ἐντολήν τοῦ Θεοῦ, κρατεῖτε τήν παράδοση τῶν ἀνθρώπων…» (Λουκ. Κεφ. 7, στιχ. 6-8)
Αυτό σημαίνει, ότι δεν είμαστε υποχρεωμένοι να συνεχίσουμε να τηρούμε συνήθεια, τα οποία αποδεδειγμένα, είναι λανθασμένα. Απεναντίας, όπως μας παραδίδει και ο μέγας διδάσκαλος, Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, πρέπει να τα πολεμήσουμε και να τα αγνοήσουμε ώστε να καταφέρουμε λιγο-λίγο να τα καταργήσουμε. Τα ανθρώπινα ‘‘συνήθεια’’ ανανεώνονται χρόνο με το χρόνο, αλλά ο Νόμος της Εκκλησίας του Χριστού είναι παντοτινός και κοινός, για όλους τους λαούς. Όλοι οι όσοι νομοθέτησαν μέσα στην Εκκλησία, ήταν Άγιοι Πνευματοφόροι, ενώ οι περισσότεροι ήταν και έλληνες. Ας υπακούεται τουλάχιστον σε αυτούς. Αλλά ω του παραδόξου θαύματος! Όλοι μιλούν σύμφωνα με το τι άκουσαν, όχι με το τι διάβασαν. Γι’ αυτό, όχι δεν μπορούν, αλλά δεν θέλουν να διορθωθούν.
Αυτή είναι η ομολογία μας και αυτή είναι που μας ξεχωρίζει τόσο από τους Αιρετικούς Οικουμενιστές, όσο και από τις παλαιοημερολογιτικές σχισματικές παρατάξεις ΓΟΧ. Αν ομολογούμε ότι τα μυστήρια των Οικουμενιστών και των ΓΟΧ είναι έγκυρα, τότε σημαίνει ότι έχουμε την ίδια ομολογία με αυτούς. Ξέρω ότι, η συνείδηση όλων σας, σάς λέγει ότι αυτά που γράφτηκαν είναι σωστά, όμως, έτσι είναι ο άνθρωπος΄ του αρέσει να αντιδρά ακόμη και αν δεν έχει δίκαιο.

   Ωστόσο, αυτή, είναι η ορθόδοξη Πατερική διδασκαλία περί του βαπτίσματος, «περὶ τούτου καθὼς καὶ διὰ τὰ ἄλλα πάντα, ἡ φροντὶς καὶ τὸ χρέος, ἐπίκειται εἰς τοὺς ποιμένας τῶν ψυχῶν. (δηλ. στούς ἀρχιερείς και στούς ἱερείς) Ἡμεῖς ὠς τόσον κάμνομεν τοῦ σκοποῦ τὸ ἔργον, καὶ φωνάζομεν, δίδοντες τὴν εἴδησιν, αὐτοί δὲ τὰ ἑαυτῶν σκοπείτωσαν, ὡς λόγον ἀποδώσοντες». (Πηδάλιον, σελ. 65, υποσημείωση αριστ. γραμ. 45 και δεξ. γραμ. 1-4) «Ὑμεῖς δὲ, εἴ τινα ἔχετε μεθ’ ὑμῶν μερίδα, τὰ αὐτά ἡμῖν φρονήσετε δηλονότι΄ εἰ δὲ ἀφ’ ἑαυτῶν βουλεύεσθε, τῆς ἰδίας γνώμης ἐστίν ἕκαστος κύριος΄ ἡμεῖς ἀθῶοι ἀπό τοῦ αἵματος τούτου». (επιστολή Μ. Βασιλείου προς Νικοπολίτας, Πηδάλιον, σελ. 738α’)                                                             
                    

Αποτείχιση η μόνη οδός σωτηρίας.

Ο ΑΓΙΟΣ ΚΥΠΡΙΑΝΟΣ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΒΑΠΤΙΣΜΑΤΟΣ ΤΩΝ ΑΙΡΕΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΣΧΙΣΜΑΤΙΚΩΝ



Ο ΑΓΙΟΣ ΚΥΠΡΙΑΝΟΣ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΒΑΠΤΙΣΜΑΤΟΣ
ΤΩΝ ΑΙΡΕΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΣΧΙΣΜΑΤΙΚΩΝ





Ο άγιος Κυπριανός διακρίθηκε και για την ποιμαντική του δραστηριότητα και ευαισθησία, ως Επίσκοπος, στα θέματα της πίστεως, τα δογματικά και ιδιαίτερα στο θέμα του βαπτίσματος. Ο άγιος Κυπριανός, ως Επίσκοπος Καρχηδόνος, συνήθροισε τρεις τοπικές Συνόδους στη Καρχηδόνα. Τήν πρώτη τό 255 μ.Χ, τήν δεύτερη το 258 μ.Χ. καί την τρίτη τό ίδιο έτος, ή οποία εξέθεσε καί κανόνα, στον οποίο διορίζεται ότι όλοι οι αιρετικοί και σχισματικοί πρέπει νά βαπτίζονται, επειδή τό βάπτισμα των αιρετικών καί των σχισματικών είναι αδεκτο. Πιό συγκεκριμένα στον Κανόνα της Τοπικής Συνόδου της Καρχηδόνος (258) λέγει ό άγιος Κυπριανός, ότι στους αιρετικούς δέν υφίσταται καν αληθές βάπτισμα ή χρίσμα: «Ασφαλώς κρατούμεν, μηδένα βαπτίζεσθαι δύνασθαι εξω της καθολικής εκκλησίας˙ ενός όντος βαπτίσματος καί εν μόνη τή καθολική εκκλησία υπάρχοντος˙ … όθεν ου δύναται χρίσμα τό παράπαν παρά τοις αιρετικοίς είναι». Ο λόγος είναι προφανής : «παρά δε τοις αιρετικοίς, οπού εκκλησία ουκ εστίν, αδύνατον αμαρτημάτων άφεσιν λαβείν» καί «ού γάρ δύναται εν μέρει υπερισχύειν˙ ει ηδυνήθη βαπτίσαι, ίσχυσε καί Άγιον Πνεύμα δούναι˙ ει ουκ ηδυνήθη, ότι έξω ων, Πνεύμα Άγιον ουκ έχει, ου δύναται τον ερχόμενον βαπτίσαι, ενός όντος του Βαπτίσματος καί ενός όντος του Αγίου Πνεύματος καί μιάς εκκλησίας υπό Χριστού του Κυρίου ημών επάνω Πέτρου του Αποστόλου αρχήθεν λέγοντος της ενότητος τεθεμελιωμένης˙ καί διά τούτο τά ύπ’ αυτών γινόμενα ψευδή καί κενά υπάρχοντα, πάντα εστίν αδόκιμα»[1]. Δηλ. με ασφάλεια κρατάμε την παράδοση ότι κανείς δεν μπορεί να βαπτίζει ή να βαπτίζεται εκτός της Καθολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας. Γιατί ένα βάπτισμα υπάρχει και αυτό βρίσκεται μόνο στην Καθολική Ορθόδοξη Εκκλησία. Γι’αυτό δεν μπορεί να υπάρχει χρίσμα στους αιρετικούς». Ο λόγος είναι προφανής : «Στους αιρετικούς, που δεν είναι εκκλησία, είναι αδύνατον να λάβει κάποιος άφεση αμαρτιών. Αν μπορεί ο αιρετικός να βαπτίσει, μπορεί να δώσει και το Άγιον Πνεύμα. Αν, όμως, δεν μπορεί να βαπτίσει, επειδή βρίσκεται εκτός Εκκλησίας, δεν έχει Άγιον Πνεύμα και δεν μπορεί να βαπτίσει, αυτόν που έρχεται να βαπτισθεί, επειδή ένα είναι το βάπτισμα και ένα είναι το Άγιον Πνεύμα και μία Εκκλησία είναι θεμελιωμένη από τον Κύριο ημών Ιησού Χριστό. Και γι’αυτό όλ’αυτά, που γίνονται από τους αιρετικούς, επειδή είναι ψευδή και κενά (άδεια), όλα είναι αδόκιμα (άκυρα)». Ο Κανόνας αυτός δέν αποτελεί κάτι τό καινοφανές στην Εκκλησία. Είναι απήχηση της εκκλησιολογίας του Αποστόλου Παύλου : «εν σώμα καί εν Πνεύμα, καθώς καί εκλήθητε εν μιά ελπίδι της κλήσεως υμών˙ εις Κύριος, μία πίστις, εν βάπτισμα»[2]. Κάθε άλλη θεώρηση θα ανέτρεπε αύτη τήν εκκλησιολογική βάση[3]. Γιατί από τή μια, αν μία είναι η Καθολική Ορθόδοξος Εκκλησία καί ένα είναι τό αληθές Βάπτισμα, πώς μπορεί νά είναι αληθές τό Βάπτισμα των αιρετικών και σχισματικών, αφού αυτοί δέν είναι μέσα στήν Καθολική Ορθόδοξη Εκκλησία, αλλά απεκόπηκαν από αυτή διά της αιρέσεως; Από τήν άλλη, αν είναι αληθές τό Βάπτισμα των αιρετικών, είναι αληθές καί τό Βάπτισμα της Ορθοδόξου καί Καθολικής Εκκλησίας, τότε, λοιπόν, δέν είναι ένα βάπτισμα, καθώς ο Απόστολος Παύλος βοά, αλλά δύο, τό οποίο είναι ατοπώτατο.
Σχολιάζοντας ο Όσιος Νικόδημος ο Αγιορείτης τον Κανόνα της Καρχηδόνας υπογραμμίζει ότι ο παρών Κανών αποδεικνύει μέ πολλά επιχειρήματα ότι τό βάπτισμα των αιρετικών καί των σχισματικών είναι άδεκτο καί ότι αυτοί πρέπει νά βαπτίζονται, όταν επιστρέφουν στήν Ορθοδοξία της Καθολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας. Α) Γιατί τό βάπτισμα είναι ένα και γιατί βρίσκεται μόνο στήν Καθολική Ορθόδοξη Εκκλησία. Οι αιρετικοί καί οι σχισματικοί δέν έχουν τό ένα βάπτισμα, γιατί βρίσκονται έξω της Καθολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας. Β) Τό ύδωρ του βαπτίσματος πρέπει πρώτα νά καθαρισθεί καί νά αγιασθεί διά των ευχών του Ιερέως καί της Χάριτος του Παναγίου Πνεύματος, έπειτα νά καθαρίσει καί νά αγιάσει αυτόν, πού θά βαπτισθεί μέσα σ’ αυτό. Αλλά οι αιρετικοί καί οί σχισματικοί ούτε Ιερείς είναι, αλλά, μάλλον ιερόσυλοι. ούτε καθαροί, αλλ’ ακάθαρτοι. ούτε άγιοι, επειδή δέν έχουν Πνεύμα Άγιον, καί, λοιπόν, ούτε βάπτισμα έχουν. Γ) Διά του βαπτίσματος της Καθολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας δίδεται άφεση αμαρτιών. Διά του βαπτίσματος των αιρετικών καί των σχισματικών, πού είναι έξω της Καθολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας, πως μπορεί νά δοθεί άφεση αμαρτιών; Δ) Ο βαπτισμένος, αφού βαπτισθεί, πρέπει νά χρισθεί μέ τό Μύρο. πού κατασκευάζεται από έλαιον καί άλλα αρώματα, τό οποίο αγιάσθηκε μέ τήν επιφοίτηση του Άγιου Πνεύματος. Ο αιρετικός καί ό σχισματικός, μή έχοντας Πνεύμα Άγιον, επειδή είναι χωρισμένος εξαιτίας της αιρέσεως, πώς μπορεί νά αγιάσει αυτό τό Μύρο; Ε) Ο Ιερεύς πρέπει νά προσευχηθεί προς τόν Θεό γιά τήν σωτηρία του βαπτισθέντος. Ο αιρετικός καί ό σχισματικός, όντας ιερόσυλος, όπως είπαμε, καί αμαρτωλός (όχι τόσο γιά τά έργα του, αλλά μάλλον γιά τήν αίρεση, ή όποια είναι ή μεγαλύτερη αμαρτία από όλες, καί τό σχίσμα, το οποίο ούτε με αίμα μαρτυρίου δεν επουλώνεται, κατά τον ιερό Χρυσόστομο ), πώς μπορεί νά εισακουσθεί από τόν Θεό, ενώ ή Γραφή λέει ότι των αμαρτωλών ό Θεός δεν ακούει; ΣΤ) Τό βάπτισμα των αιρετικών καί των σχισματικών δεν μπορεί νά είναι δεκτό από τόν Θεό ως βάπτισμα, επειδή αυτοί είναι εχθροί καί πολέμιοι μέ τόν Θεό καί ονομάζονται αντίχριστοι από τόν θεολόγο Απόστολο Ιωάννη.
Γιά όλ' αυτά, λοιπόν, τά αίτια ό παρών Κανών κατ’ ακρίβειαν ορίζει νά βαπτίζονται όλοι οι αιρετικοί.
Ο Κανών αυτός της Καρχηδόνος του αγίου Κυπριανού είναι ιδιαίτερα επίκαιρος στις ημέρες μας, όπου καλπάζει η παναίρεση του διαχριστιανικού και διαθρησκειακού Οικουμενισμού. Ο Οικουμενισμός, γιά νά υλοποιήσει τούς στόχους του, αναγκάζεται νά παραθεωρήσει ή καί νά αναθεωρήσει βασικές αρχές της Ορθοδοξίας, μεταξύ των οποίων και αυτή του βαπτίσματος. Προβάλλει τήν αντίληψη της «βαπτισματικής θεολογίας» και της «Διευρημένης Εκκλησίας», σύμφωνα μέ τήν οποία η Εκκλησία είναι μία καί περιλαμβάνει τούς χριστιανούς κάθε «ομολογίας», από τή στιγμή πού δέχθηκαν τό βάπτισμα. Έτσι, όλες οι «χριστιανικές ομολογίες» είναι μεταξύ τους «Αδελφές Εκκλησίες». Με βάση, λοιπόν, την νεωτεριστική και αντιπατερική «βαπτισματική θεολογία», τα «βαπτίσματα» όλων των «χριστιανικών ομολογιών» είναι έγκυρα, είτε πρόκειται για την παραδοσιακή τριπλή κατάδυση και ανάδυση, είτε για ραντίσματα, είτε για «αεροβαπτίσματα» ή άλλα εικονικά βαπτίσματα, που συναντάμε κυρίως στις προτεσταντικές παραφυάδες. Δυστυχώς σήμερα στο οικουμενιστικό περιβάλλον έχει καθιερωθεί και προβάλλεται όσο τίποτε άλλο η κακόδοξη «βαπτισματική θεολογία», προϊόν θεολογικό του ΠΣΕ, η οποία προπαγανδίζεται κατά κόρον ως το Νο 1 στοιχείο ενότητος μεταξύ των «εκκλησιών». Αυτό και μόνο το στοιχείο ανατρέπει όχι μόνο την πατερική, αλλά και την Αποστολική Παράδοση

Άγιος Παΐσιος ο Μέγας και οι Οικουμενιστές

Στις σελ.266-268 ἀναφέρει την περίπτωση τοῦ Μοναχοῦ που εἶπε στο Ἐβραῖο "ἲσως εἶναι ἒτσι καθώς σύ λέγεις" και εὐθύς ἒχασ...